| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51624 | τρίλιζα | τρί-λι-ζα ουσ. (θηλ.): παιχνίδι για δύο παίκτες που προσπαθούν να σχηματίσουν κάθετες, οριζόντιες ή διαγώνιες τριάδες με όμοια πούλια ή σύμβολα ("ο" και "x") σε ορθογώνιο τετράπλευρο χωρισμένο σε τετράγωνα. ΣΥΝ. τρίλια2 | |
| 51625 | τρίλιτρος | , η, ο βλ. -λιτρος, τρι- | |
| 51626 | τριλοβίτης | τρι-λο-βί-της ουσ. (αρσ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. θαλάσσιο αρθρόποδο (τάξη Trilobita) με τρεις επιμήκεις λοβούς στο σώμα του, που έζησε κατά τον παλαιοζωικό αιώνα. Βλ. -ίτης2. [< γερμ. Trilobit < νεολατ. trilobus < αρχ. τρίλοβος, γαλλ. trilobites, αγγλ. trilobite] | |
| 51627 | τρίλοβος | , ος/η, ο τρί-λο-βος επίθ. 1. που έχει τρεις λοβούς: (ΒΟΤ.) ~ος: σφένδαμος. ~α: φύλλα. Δαμασκηνιά ~η. 2. ΑΡΧΙΤ. που σχηματίζει τρία μικρά τόξα: ~ο: παράθυρο. ~ο: άνοιγμα. Βλ. δίλοβος. [< 1: αρχ. τρίλοβος 2: γαλλ. trilobé, αγγλ. trilobal] | |
| 51628 | τριλογία | τρι-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. {σπανιότ. στον πληθ.} σύνολο τριών καλλιτεχνικών έργων, κυρ. λογοτεχνικών ή κινηματογραφικών, με εσωτερική ενότητα: ο πρώτος/δεύτερος/τρίτος τόμος της ~ας. Ταινία που κλείνει την ~. Βλ. τετραλογία. 2. ΦΙΛΟΛ. (στην αρχαιότητα) τρεις τραγωδίες με θεματολογική ενότητα, που παρουσιάζονταν μαζί στους δραματικούς αγώνες. Βλ. -λογία. ● ΣΥΜΠΛ.: Αθηναϊκή Τριλογία βλ. αθηναϊκός [< 2: μτγν. τριλογία, γαλλ. trilogie, γερμ. Trilogie, αγγλ. trilogy] | |
| 51629 | τριμαράν | τρι-μα-ράν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. μηχανοκίνητο ή ιστιοφόρο σκάφος που αποτελείται από τρεις παράλληλους πλωτήρες. Βλ. καταμαράν. [< αγγλ. trimaran, 1949 < tri- + (kata)maran, γαλλ. ~, 1952] | |
| 51630 | τριμάρισμα | τρι-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ρύθμιση, φτιάξιμο: ~ της μηχανής/των πανιών (του σκάφους). Πβ. ρεγουλάρισμα. 2. ψαλίδισμα, ξάκρισμα: ~ του μουστακιού/φρυδιού. [< αγγλ. trim, trimming] | |
| 51631 | τριμελής | , ής, ές βλ. -μελής, τρι- | |
| 51632 | τρίμερ | τρί-μερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. χλοοκοπτική ή ξυριστική μηχανή: ηλεκτρικό/πτυσσόμενο ~. ~ ακριβείας. 2. ΗΛΕΚΤΡ. αντίσταση που ρυθμίζει την τάση του ρεύματος σε κύκλωμα: ~ πολλών στροφών. Βλ. ντίμερ, ποτενσιόμετρο, ροοστάτης. [< αγγλ. trimmer] | |
| 51633 | τριμερής | , ής, ές βλ. -μερής, τρι- | |
| 51634 | τρίμερος | , η, ο βλ. τριήμερος | |
| 51635 | τρίμετρος | , η, ο τρί-με-τρος επίθ. 1. που έχει μήκος ή ύψος τριών περίπου μέτρων: ~ο: καλώδιο. 2. ΜΕΤΡ. που απαρτίζεται από τρεις μετρικούς πόδες: ~ος: στίχος.|| (ως ουσ.) Ιαμβικό(ς) ~ο/~ος. Βλ. -μετρος. [< 2: αρχ. τρίμετρος] | |
| 51636 | τριμηνία | βλ. -μηνία, τρι- | |
| 51637 | τριμηνιαίος | , α, ο βλ. -μηνιαίος, τρι- | |
| 51638 | τρίμηνος | , ος/η, ο τρί-μη-νος επίθ. 1. που έχει διάρκεια τριών μηνών: ~ος: αποκλεισμός (αθλητή/ομάδας). ~η: άδεια/αναβολή (των εκλογών)/άσκηση (σε νοσοκομείο)/καθυστέρηση/παράταση/περίοδος/προθεσμία. ~ο: συμβόλαιο. Βλ. -μηνος. 2. που γίνεται ή εκδίδεται ανά τρεις μήνες: ~ος: έλεγχος.|| ~η: έκδοση/επιθεώρηση. ΣΥΝ. τριμηνιαίος ● Ουσ.: τρίμηνα (τα): συμπλήρωση τριών μηνών από τον θάνατο κάποιου και κυρ. το τρισάγιο που τελείται., τρίμηνο (το) {-ου (λόγ.) -ήνου} 1. χρονική περίοδος τριών μηνών: κέρδη α' ~ήνου. Μπήκε στο δεύτερο ~ της εγκυμοσύνης της. ΣΥΝ. τριμηνία 2. (ειδικότ.) υποδιαίρεση του σχολικού έτους σε Δημοτικά και Γυμνάσια: πρώτο/δεύτερο/τρίτο (διδακτικό) ~. Βαθμολογία/διαγωνίσματα/τέλος ~ήνου. [< μτγν. τρίμηνον] [< 1: αρχ. τρίμηνος 2: γαλλ. trimestriel] | |
| 51639 | τριμιθιά | βλ. τρεμιθιά | |
| 51640 | τρίμμα | [τρῖμμα] τρίμ-μα ουσ. (ουδ.) {τρίμμ-ατα}: μικρό κομμάτι που προκύπτει από το τρίψιμο, τον θρυμματισμό ή την κοπή υλικού και περιληπτ. το σύνολο αυτών των κομματιών: ~ πάγου/σοκολάτας/φρυγανιάς (= γαλέτα)/ψωμιού. Φέτα σε ~. Το τραπέζι γέμισε ~ατα (: από το φαγητό).|| ~ ελαστικού. ~ατα γυαλιού. Πβ. θρύμμα, θρύψαλο, ξύσμα. [< αρχ. τρῖμμα] | |
| 51641 | τριμμένος | βλ. τρίβω | |
| 51642 | τρίμορφος | , ος/η, ο τρί-μορ-φος επίθ.: που έχει τρεις διαφορετικές μορφές ή πρόσωπα: ~ο: μυθικό τέρας. Πβ. τριπρόσωπος. Βλ. -μορφος.|| (ως ουσ.) (ΕΚΚΛΗΣ.) Το Τ~ο (: απεικόνιση του Ιησού Χριστού, της Παναγίας και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου). Πβ. δέηση. [< αρχ. τρίμορφος] | |
| 51643 | τρινιτροτολουόλη | τρι-νι-τρο-το-λου-ό-λη ουσ. (θηλ.) & τρινιτροτολουόλιο (το) (συντομ. ΤΝΤ): ΧΗΜ. κίτρινη χημική ουσία (σύμβ. C7H5N3O6)που προκύπτει από νιτροποίηση του τολουενίου και χρησιμοποιείται κυρ. ως εκρηκτικό. Βλ. δυναμίτης, νιτρογλυκερίνη, -όλη. ΣΥΝ. τροτύλη [< γαλλ. trinitrotoluène, αγγλ. trinitrotoluene, περ. 1900] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ