| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51638 | τρίμηνος | , ος/η, ο τρί-μη-νος επίθ. 1. που έχει διάρκεια τριών μηνών: ~ος: αποκλεισμός (αθλητή/ομάδας). ~η: άδεια/αναβολή (των εκλογών)/άσκηση (σε νοσοκομείο)/καθυστέρηση/παράταση/περίοδος/προθεσμία. ~ο: συμβόλαιο. Βλ. -μηνος. 2. που γίνεται ή εκδίδεται ανά τρεις μήνες: ~ος: έλεγχος.|| ~η: έκδοση/επιθεώρηση. ΣΥΝ. τριμηνιαίος ● Ουσ.: τρίμηνα (τα): συμπλήρωση τριών μηνών από τον θάνατο κάποιου και κυρ. το τρισάγιο που τελείται., τρίμηνο (το) {-ου (λόγ.) -ήνου} 1. χρονική περίοδος τριών μηνών: κέρδη α' ~ήνου. Μπήκε στο δεύτερο ~ της εγκυμοσύνης της. ΣΥΝ. τριμηνία 2. (ειδικότ.) υποδιαίρεση του σχολικού έτους σε Δημοτικά και Γυμνάσια: πρώτο/δεύτερο/τρίτο (διδακτικό) ~. Βαθμολογία/διαγωνίσματα/τέλος ~ήνου. [< μτγν. τρίμηνον] [< 1: αρχ. τρίμηνος 2: γαλλ. trimestriel] | |
| 51639 | τριμιθιά | βλ. τρεμιθιά | |
| 51640 | τρίμμα | [τρῖμμα] τρίμ-μα ουσ. (ουδ.) {τρίμμ-ατα}: μικρό κομμάτι που προκύπτει από το τρίψιμο, τον θρυμματισμό ή την κοπή υλικού και περιληπτ. το σύνολο αυτών των κομματιών: ~ πάγου/σοκολάτας/φρυγανιάς (= γαλέτα)/ψωμιού. Φέτα σε ~. Το τραπέζι γέμισε ~ατα (: από το φαγητό).|| ~ ελαστικού. ~ατα γυαλιού. Πβ. θρύμμα, θρύψαλο, ξύσμα. [< αρχ. τρῖμμα] | |
| 51641 | τριμμένος | βλ. τρίβω | |
| 51642 | τρίμορφος | , ος/η, ο τρί-μορ-φος επίθ.: που έχει τρεις διαφορετικές μορφές ή πρόσωπα: ~ο: μυθικό τέρας. Πβ. τριπρόσωπος. Βλ. -μορφος.|| (ως ουσ.) (ΕΚΚΛΗΣ.) Το Τ~ο (: απεικόνιση του Ιησού Χριστού, της Παναγίας και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου). Πβ. δέηση. [< αρχ. τρίμορφος] | |
| 51643 | τρινιτροτολουόλη | τρι-νι-τρο-το-λου-ό-λη ουσ. (θηλ.) & τρινιτροτολουόλιο (το) (συντομ. ΤΝΤ): ΧΗΜ. κίτρινη χημική ουσία (σύμβ. C7H5N3O6)που προκύπτει από νιτροποίηση του τολουενίου και χρησιμοποιείται κυρ. ως εκρηκτικό. Βλ. δυναμίτης, νιτρογλυκερίνη, -όλη. ΣΥΝ. τροτύλη [< γαλλ. trinitrotoluène, αγγλ. trinitrotoluene, περ. 1900] | |
| 51644 | τρίξιμο | τρί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {τριξίμ-ατα}: ήχος από κάτι που τρίζει: ~ της κούνιας/του κρεβατιού/των ξύλων (στο τζάκι)/της πόρτας/των φρένων. Ακούγονται ~ατα στο πάτωμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των δοντιών (πβ. βρυγμός, βλ. τρισμός). Πβ. τριγμός. | |
| 51645 | τρίο | τρί-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. σύνολο από τρεις μουσικούς ή ερμηνευτές και συνεκδ. σύνθεση γραμμένη για τρία όργανα ή φωνές: τζαζ/φωνητικό ~. ~ εγχόρδων/πνευστών. Πιάνο ~.|| ~ σε ρε ελάσσονα. ~ για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο. Πβ. τερτσέτο, τριφωνία, τριωδία. 2. ομάδα τριών ατόμων που σχετίζονται μεταξύ τους, κυρ. συνεργάζονται ή εμφανίζονται μαζί: αχτύπητο/κωμικό ~. Έξοχες οι ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό ~. Το ~ των ηθοποιών. Βλ. τριανδρία.|| (ειρων.) Το ~ της συμφοράς.|| Αμυντικό/επιθετικό ~ (: για παίκτες αθλητικής ομάδας). Διαιτητικό ~ (: ο διαιτητής και οι δύο βοηθοί του).|| Ερωτικό ~ (= τρίγωνο). Πβ. τριπλέτα. ● ΣΥΜΠΛ.: τρίο σονάτα: ΜΟΥΣ. είδος της μπαρόκ μουσικής δωματίου που εκτελείται συνήθ. από δύο βιολιά και ένα τσέλο. [< ιταλ. trio] | |
| 51646 | τρίοδος | , η/ος, ο τρί-ο-δος επίθ. & τριοδικός, ή, ό: ΤΕΧΝΟΛ. που συνενώνει τρεις αγωγούς: ~ός: καταλύτης. ~η: βαλβίδα/βάνα/λειτουργία (κυψελών καυσίμου). ● Ουσ.: τρίοδη & τρίοδος (η): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. θερμιονική λυχνία με τρία ηλεκτρόδια (κάθοδο, άνοδο, πλέγμα). [< αγγλ. triode, 1919, γαλλ. ~, 1923] | |
| 51647 | τρίοδος | τρί-ο-δος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τρίστρατο. [< αρχ. τρίοδος] | |
| 51648 | τριόδυο | τρι-ό-δυ-ο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): (για ζαριά) τρία και δύο: Έφερε ~. Βλ. ασόδυο. | |
| 51649 | τριολέτο | τρι-ο-λέ-το ουσ. (ουδ.) 1. ΛΟΓΟΤ. ποίημα με οκτώ στίχους και δύο ομοιοκαταληξίες· από αυτούς ο πρώτος ομοιοκαταληκτεί με τον τέταρτο και τον έβδομο, ενώ ο δεύτερος με τον όγδοο: Τα ~α είναι σπάνια στη νεοελληνική ποίηση. 2. ΜΟΥΣ. (σπάν.) τρίηχο. [< γαλλ. triolet] | |
| 51650 | τριόλη | τρι-ό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. κάθε αλκοόλη με τρία υδροξύλια. Βλ. -όλη, πολυαλκοόλες. [< αγγλ. triol, 1936, γαλλ. tri(alco)ol, 1942] | |
| 51651 | τριοξείδιο | τρι-ο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο με τρία άτομα οξυγόνου στο μόριό του: ~ του αργιλίου/αρσενικού/θείου/σιδήρου/χρωµίου. [< γαλλ. trioxyde, αγγλ. trioxide] | |
| 51652 | τριπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. ταξίδι κυρ. αναψυχής: ~ τριών ημερών. ~ με αυτοκίνητο/μηχανή. 2. συναρπαστική εμπειρία ή επήρεια ναρκωτικού: κινηματογραφικό ~.|| Ψυχεδελικό ~. [< αγγλ. trip 1: γαλλ. ~, 1966 2: γαλλ. ~, περ. 1975] | |
| 51653 | τριπ χοπ | ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος χορευτικής μουσικής με στοιχεία χιπ χοπ, χαμηλό τέμπο και αργό μελωδικό ρυθμό. Βλ. άμπιεντ. [< αμερικ. trip hop, 1989] | |
| 51654 | τριπάκι | τρι-πά-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό) 1. παραισθησιογόνο ναρκωτικό σε μορφή μικρού τετράγωνου χαρτιού εμποτισμένου με ελ ες ντι (LSD) που λιώνει στο στόμα. 2. (μτφ.) έμμονη σκέψη, τυραννική ιδέα: το ~ των εντυπωσιασμών. Βγήκε από το ~ του ανταγωνισμού. Μπήκε/τον έβαλε στο ~ να βρει άλλη δουλειά. | |
| 51655 | τριπάρω | τρι-πά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (νεαν. αργκό): βρίσκομαι υπό την επήρεια ναρκωτικών: ~ει με LSD. Πβ. φτιάχνομαι. Βλ. την άκουσα.|| (μτφ.) Αυτή η μουσική τον ~ει (= μαγεύει, συνεπαίρνει). Πβ. ταξιδεύω, τη βρίσκω. [< αμερικ. trip, 1966] | |
| 51656 | τρίπατος | , η, ο βλ. -πατος, τρι- | |
| 51657 | τριπλ κράουν | τριπλ κρά-ουν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) κατάκτηση από μια ομάδα, στην ίδια σεζόν, της ευρωλίγκας, του πρωταθλήματος και του κυπέλλου της χώρας της: Έχουν κάνει/πετύχει δύο ~. Βλ. νταμπλ, τρεμπλ. [< αγγλ. triple crown] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ