| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51644 | τρίξιμο | τρί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {τριξίμ-ατα}: ήχος από κάτι που τρίζει: ~ της κούνιας/του κρεβατιού/των ξύλων (στο τζάκι)/της πόρτας/των φρένων. Ακούγονται ~ατα στο πάτωμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των δοντιών (πβ. βρυγμός, βλ. τρισμός). Πβ. τριγμός. | |
| 51645 | τρίο | τρί-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. σύνολο από τρεις μουσικούς ή ερμηνευτές και συνεκδ. σύνθεση γραμμένη για τρία όργανα ή φωνές: τζαζ/φωνητικό ~. ~ εγχόρδων/πνευστών. Πιάνο ~.|| ~ σε ρε ελάσσονα. ~ για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο. Πβ. τερτσέτο, τριφωνία, τριωδία. 2. ομάδα τριών ατόμων που σχετίζονται μεταξύ τους, κυρ. συνεργάζονται ή εμφανίζονται μαζί: αχτύπητο/κωμικό ~. Έξοχες οι ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό ~. Το ~ των ηθοποιών. Βλ. τριανδρία.|| (ειρων.) Το ~ της συμφοράς.|| Αμυντικό/επιθετικό ~ (: για παίκτες αθλητικής ομάδας). Διαιτητικό ~ (: ο διαιτητής και οι δύο βοηθοί του).|| Ερωτικό ~ (= τρίγωνο). Πβ. τριπλέτα. ● ΣΥΜΠΛ.: τρίο σονάτα: ΜΟΥΣ. είδος της μπαρόκ μουσικής δωματίου που εκτελείται συνήθ. από δύο βιολιά και ένα τσέλο. [< ιταλ. trio] | |
| 51646 | τρίοδος | , η/ος, ο τρί-ο-δος επίθ. & τριοδικός, ή, ό: ΤΕΧΝΟΛ. που συνενώνει τρεις αγωγούς: ~ός: καταλύτης. ~η: βαλβίδα/βάνα/λειτουργία (κυψελών καυσίμου). ● Ουσ.: τρίοδη & τρίοδος (η): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. θερμιονική λυχνία με τρία ηλεκτρόδια (κάθοδο, άνοδο, πλέγμα). [< αγγλ. triode, 1919, γαλλ. ~, 1923] | |
| 51647 | τρίοδος | τρί-ο-δος ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τρίστρατο. [< αρχ. τρίοδος] | |
| 51648 | τριόδυο | τρι-ό-δυ-ο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): (για ζαριά) τρία και δύο: Έφερε ~. Βλ. ασόδυο. | |
| 51649 | τριολέτο | τρι-ο-λέ-το ουσ. (ουδ.) 1. ΛΟΓΟΤ. ποίημα με οκτώ στίχους και δύο ομοιοκαταληξίες· από αυτούς ο πρώτος ομοιοκαταληκτεί με τον τέταρτο και τον έβδομο, ενώ ο δεύτερος με τον όγδοο: Τα ~α είναι σπάνια στη νεοελληνική ποίηση. 2. ΜΟΥΣ. (σπάν.) τρίηχο. [< γαλλ. triolet] | |
| 51650 | τριόλη | τρι-ό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. κάθε αλκοόλη με τρία υδροξύλια. Βλ. -όλη, πολυαλκοόλες. [< αγγλ. triol, 1936, γαλλ. tri(alco)ol, 1942] | |
| 51651 | τριοξείδιο | τρι-ο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. οξείδιο με τρία άτομα οξυγόνου στο μόριό του: ~ του αργιλίου/αρσενικού/θείου/σιδήρου/χρωµίου. [< γαλλ. trioxyde, αγγλ. trioxide] | |
| 51652 | τριπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. ταξίδι κυρ. αναψυχής: ~ τριών ημερών. ~ με αυτοκίνητο/μηχανή. 2. συναρπαστική εμπειρία ή επήρεια ναρκωτικού: κινηματογραφικό ~.|| Ψυχεδελικό ~. [< αγγλ. trip 1: γαλλ. ~, 1966 2: γαλλ. ~, περ. 1975] | |
| 51653 | τριπ χοπ | ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος χορευτικής μουσικής με στοιχεία χιπ χοπ, χαμηλό τέμπο και αργό μελωδικό ρυθμό. Βλ. άμπιεντ. [< αμερικ. trip hop, 1989] | |
| 51654 | τριπάκι | τρι-πά-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό) 1. παραισθησιογόνο ναρκωτικό σε μορφή μικρού τετράγωνου χαρτιού εμποτισμένου με ελ ες ντι (LSD) που λιώνει στο στόμα. 2. (μτφ.) έμμονη σκέψη, τυραννική ιδέα: το ~ των εντυπωσιασμών. Βγήκε από το ~ του ανταγωνισμού. Μπήκε/τον έβαλε στο ~ να βρει άλλη δουλειά. | |
| 51655 | τριπάρω | τρι-πά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (νεαν. αργκό): βρίσκομαι υπό την επήρεια ναρκωτικών: ~ει με LSD. Πβ. φτιάχνομαι. Βλ. την άκουσα.|| (μτφ.) Αυτή η μουσική τον ~ει (= μαγεύει, συνεπαίρνει). Πβ. ταξιδεύω, τη βρίσκω. [< αμερικ. trip, 1966] | |
| 51656 | τρίπατος | , η, ο βλ. -πατος, τρι- | |
| 51657 | τριπλ κράουν | τριπλ κρά-ουν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) κατάκτηση από μια ομάδα, στην ίδια σεζόν, της ευρωλίγκας, του πρωταθλήματος και του κυπέλλου της χώρας της: Έχουν κάνει/πετύχει δύο ~. Βλ. νταμπλ, τρεμπλ. [< αγγλ. triple crown] | |
| 51658 | τριπλ νταμπλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) επίτευξη διψήφιας βαθμολογίας σε τρεις τουλάχιστον στατιστικές κατηγορίες (πόντοι, ριμπάουντ, ασίστ, κλεψίματα και κοψίματα) από έναν παίκτη στον ίδιο αγώνα: Έκανε ~. [< αμερικ. triple double, 1982] | |
| 51659 | τρίπλα | τρί-πλα ουσ. (θηλ.) & ντρί(μ)πλα 1. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) ελιγμός παίκτη για αποφυγή αντιπάλου, χωρίς να χάσει την μπάλα από τα πόδια του: κοφτή ~. Περίτεχνες ~ες. Πέρασε με διαδοχικές ~ες τους αμυντικούς. 2. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) βασική κίνηση κατά την οποία ο παίκτης χτυπά (επανειλημμένα) την μπάλα στο δάπεδο, ώστε αυτή αναπηδώντας να επιστρέψει στο χέρι του: δεξιά/σταυρωτή ~. 3. (μτφ.) τέχνασμα, κόλπο: διπλωματική/πολιτική ~. Επικοινωνιακές ~ες. Πβ. ελιγμός, τερτίπι. [< αγγλ. dribble, γαλλ. ~, 1913] | |
| 51660 | τριπλαδόρος | τρι-πλα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) & ντρι(μ)πλαδόρος (προφ.) 1. ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης με ιδιαίτερη ικανότητα στις τρίπλες. Πβ. διεμβολιστής. Βλ. -αδόρος. ΣΥΝ. τριπλέρ 2. (σπάν.-μτφ.) αυτός που ξέρει να ελίσσεται: Γνωστός ~, δεν απάντησε επί της ουσίας. | |
| 51661 | τριπλάρω | τρι-πλά-ρω ρ. (μτβ.) {τρίπλαρ-α, τριπλάρ-οντας} & ντρι(μ)πλάρω: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ) κάνω τρίπλα: ~ε τον αντίπαλο τερματοφύλακα και πλάσαρε σε κενή εστία. [< αγγλ. dribble, γαλλ. drib(b)ler] | |
| 51662 | τριπλασιάζω | βλ. -πλασιάζω, τρι- | |
| 51663 | τριπλασιασμός | βλ. -πλασιασμός, τρι- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ