Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52160-52180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51658τριπλ νταμπλουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) επίτευξη διψήφιας βαθμολογίας σε τρεις τουλάχιστον στατιστικές κατηγορίες (πόντοι, ριμπάουντ, ασίστ, κλεψίματα και κοψίματα) από έναν παίκτη στον ίδιο αγώνα: Έκανε ~. [< αμερικ. triple double, 1982]
51659τρίπλατρί-πλα ουσ. (θηλ.) & ντρί(μ)πλα 1. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) ελιγμός παίκτη για αποφυγή αντιπάλου, χωρίς να χάσει την μπάλα από τα πόδια του: κοφτή ~. Περίτεχνες ~ες. Πέρασε με διαδοχικές ~ες τους αμυντικούς. 2. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) βασική κίνηση κατά την οποία ο παίκτης χτυπά (επανειλημμένα) την μπάλα στο δάπεδο, ώστε αυτή αναπηδώντας να επιστρέψει στο χέρι του: δεξιά/σταυρωτή ~. 3. (μτφ.) τέχνασμα, κόλπο: διπλωματική/πολιτική ~. Επικοινωνιακές ~ες. Πβ. ελιγμός, τερτίπι. [< αγγλ. dribble, γαλλ. ~, 1913]
51660τριπλαδόροςτρι-πλα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) & ντρι(μ)πλαδόρος (προφ.) 1. ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης με ιδιαίτερη ικανότητα στις τρίπλες. Πβ. διεμβολιστής. Βλ. -αδόρος. ΣΥΝ. τριπλέρ 2. (σπάν.-μτφ.) αυτός που ξέρει να ελίσσεται: Γνωστός ~, δεν απάντησε επί της ουσίας.
51661τριπλάρωτρι-πλά-ρω ρ. (μτβ.) {τρίπλαρ-α, τριπλάρ-οντας} & ντρι(μ)πλάρω: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ) κάνω τρίπλα: ~ε τον αντίπαλο τερματοφύλακα και πλάσαρε σε κενή εστία. [< αγγλ. dribble, γαλλ. drib(b)ler]
51662τριπλασιάζωβλ. -πλασιάζω, τρι-
51663τριπλασιασμόςβλ. -πλασιασμός, τρι-
51664τριπλάσιος, α, ο βλ. -πλάσιος, τρι-
51665τρίπλεξτρί-πλεξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΙΑΤΡ. έγχρωμο υπερηχογράφημα που απεικονίζει και τη ροή του αίματος: ~ αγγείων/καρδιάς/καρωτίδων. Βλ. ντόπλερ. 2. τζάμι ασφαλείας που αποτελείται από δύο ή περισσότερα φύλλα γυαλιού, συγκολλημένα με ειδική μεμβράνη: (ως επίθ.) ~ υάλωση. Κρύσταλλο ~. [< 2: γαλλ. εμπορ. ονομασ. triplex, 1912, αγγλ. triplex, 1923]
51666τριπλέρτρι-πλέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & ντρι(μ)πλέρ: ΑΘΛ. τριπλαδόρος. [< γαλλ. dribbleur]
51667τριπλέτατρι-πλέ-τα ουσ. (θηλ.): σύνολο τριών προσώπων, πραγμάτων ή στοιχείων με κοινά χαρακτηριστικά: η ~ της επιτυχίας. ~ γονιδίων.|| (ΑΘΛ.) Αμυντική/επιθετική/μαγική ~. ~ κορυφής. Πβ. τρίο. Βλ. -έτα. [< γαλλ. triplette, triplet]
51668τρίπλευρος, η, ο βλ. -πλευρος, τρι-
51669τριπλοκατοικίατρι-πλο-κα-τοι-κί-α ουσ. (θηλ.): κτίσμα με τρεις κατοικίες: όροφος ~ας. Διαμερίσματα σε ~.
51670τριπλός, ή, ό τρι-πλός επίθ. 1. που είναι τρεις (σχεδόν) φορές μεγαλύτερος από κάτι σε μέγεθος, ποσότητα: ~ή: αποζημίωση/δόση. ~ό: κέρδος. Πβ. τρίδιπλος, τριπλάσιος.|| (ως ουσ., στον πληθ.) Θα του κοστίσει τα ~ά (ενν. λεφτά) από όσα υπολογίζει. 2. που αποτελείται από τρία μέρη ή έχει τρεις μορφές: ~ός: δίσκος/έλικας. ~ή: εκδήλωση/επέτειος/επίστρωση/θωράκιση/συμμαχία. Ο σκοπός του μαθήματος είναι ~. Πβ. τρίδυμος, τριμερής, τρισχιδής.|| ~ός: ρόλος. ~ή: θεραπεία. Έπιπλο ~ής χρήσης. Κρέμα (ενυδάτωσης/προσώπου) ~ής δράσης. 3. που γίνεται τρεις φορές: ~ή: επίθεση/ήττα/σύγκρουση. ~ό: λάθος/χτύπημα. 4. που γίνεται σε τρία σημεία: ~ό: κάταγμα/μπαϊπάς. 5. σχεδιασμένος για τρία άτομα: ~ός: καναπές. ~ό: δωμάτιο (= τρίκλινο)/κάθισμα. 6. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που έχει σκόπιμα τρεις πλευρές: ~ός: πράκτορας (: που εργάζεται συγχρόνως και κρυφά για λογαριασμό τριών αντίπαλων κρατών). Βλ. -πλός. ● επίρρ.: τριπλά ● ΣΥΜΠΛ.: τριπλό εμβόλιο: ΙΑΤΡ. που είναι κατά της διφθερίτιδας, του τετάνου και του κοκίτη ή κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς. [< αγγλ. triple vaccine, 1917] ● βλ. διπλός [< αρχ. τριπλοῦς]
51671τριπλότυπος, η, ο τρι-πλό-τυ-πος επίθ.: που έχει τυπωθεί σε τρία αντίτυπα: ~ο: μπλοκ. ~ες: καταστάσεις. Βλ. -τυπος2. ● Ουσ.: τριπλότυπο (το) {-ου (λόγ.) -ύπου}: βιβλιάριο έντυπων αποδείξεων με τρία δελτία για κάθε συναλλαγή και συνεκδ. το δελτίο που δίνεται ως απόδειξη: ~ είσπραξης/πληρωμής. [< γερμ. Triplikat, αγγλ. triplicate]
51672τριπλούν[τριπλοῦν] τρι-πλούν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λόγ.): μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα εις) τριπλούν: ΑΘΛ. ολυμπιακό αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής παίρνει φόρα, εκτελεί τρία συνεχόμενα άλματα και προσγειώνεται σε σκάμμα, καλύπτοντας όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από τη βαλβίδα. Βλ. (άλμα εις) μήκος. [< αγγλ. triple jump, 1964, γαλλ. triple saut] ● ΦΡ.: εις τριπλούν (λόγ.): τρεις φορές: Κατέθεσε την αίτηση ~ ~ (: σε τρία αντίτυπα). [< μτγν. τριπλοῦν]
51673τριπλουνίστας, τριπλουνίστριατρι-πλου-νί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. άλτης, άλτρια του τριπλούν. Βλ. -ίστας.
51674τρίποδαςτρί-πο-δας ουσ. (αρσ.) {τριπόδων} 1. κατασκευή με τρία πόδια για την τοποθέτηση, στήριξη ή στερέωση αντικειμένων· ειδικότ. καβαλέτο: ελαφρύς/εύκαμπτος/μεταλλικός/ξύλινος/τηλεσκοπικός ~. ~ για φωτογραφική μηχανή. ~ αλουμινίου. Βάση ~α. ΣΥΝ. τρίποδο 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. & (αρχαιοπρ.) τρίπους: αφιέρωμα ή κάθισμα με τρία πόδια: αναθηματικός/χάλκινος ~.|| Ο ιερός ~ της Πυθίας. [< 1: αγγλ. tripod, γαλλ. trépied 2: αρχ. τρίπους]
51675τριποδίζειτρι-πο-δί-ζει ρ. (αμτβ.): (κυρ. για άλογο) καλπάζει με τριποδισμό. Βλ. τροχάζει.
51676τριποδικός, ή, ό τρι-πο-δι-κός επίθ.: που στηρίζεται σε τρία πόδια: ~ή: λαβή.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ός: λέβητας. ~ή: βάση (οινοχόης)/πυξίδα/χύτρα. ~ό: αγγείο. [< μεσν. τριποδικός 'που έχει τρεις μετρικούς πόδες', γαλλ. tripode, αγγλ. tripod]
22537Τριποδισμός

καλ-πα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. γρήγορο τρέξιμο του αλόγου. Βλ. βάδισμα, τριποδισμός, τροχασμός. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ταχεία αύξηση, ραγδαία εξέλιξη, ακάθεκτη πορεία: ξέφρενος/φρενήρης ~ της ανεργίας/της τιμής του πετρελαίου. ~ του γιεν έναντι του δολαρίου.|| Τεχνολογικός ~. ~ των μετοχών στο χρηματιστήριο. Πβ. άλμα.|| ~ της ομάδας προς τον τελικό. 3. ΙΑΤΡ. διαταραχή του καρδιακού ρυθμού. [< 1: μτγν. καλπασμός 2,3: γαλλ. galop]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.