Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5200-5220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4281ανταποδοτικότητα[ἀνταποδοτικότητα] α-ντα-πο-δο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ιδιότητα του ανταποδοτικού· (κυρ. ειδικότ.) το κέρδος που αποφέρει επένδυση, διοργάνωση, οικονομικό μέτρο ή το όφελος που παρέχει υπηρεσία: οικονομική ~. ~ εισφορών/εσόδων/κρατήσεων. Επένδυση με αμφίβολη ~. Έργα περιορισμένης ~ας.
4282ανταποκρίνομαι[ἀνταποκρίνομαι] α-ντα-πο-κρί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {ανταποκρί-θηκα, ανταποκριν-όμενος} 1. αποδεικνύομαι ότι είμαι σε θέση να ικανοποιήσω συγκεκριμένες επιθυμίες ή απαιτήσεις άλλων ή να φέρω σε πέρας το έργο που μου έχει ανατεθεί: ~θηκε απόλυτα/επάξια/ικανοποιητικά/με επιτυχία/με ζήλο στην αποστολή/στα καθήκοντά/στον ρόλο/στις υποχρεώσεις του (πβ. αντεπεξέρχομαι, τα βγάζω πέρα). Πρόγραμμα που ~εται στα ενδιαφέροντα/στις επιδιώξεις/στις προσδοκίες των σπουδαστών. Πβ. εκπληρώνω, καλύπτω. 2. αντιδρώ θετικά σε κάτι: ~θηκαν άμεσα/με ενθουσιασμό/ευχαρίστως στην πρόσκληση. Δεν ~εται στον έρωτά του. Προέβη σε δηλώσεις, ~όμενος στο λαϊκό αίτημα. Πβ. αντιστοιχεί, εναρμονίζεται, ταιριάζει.|| Ο ασθενής/οργανισμός του ~θηκε στην αγωγή. ● Παθ.: ανταποκρίνεται: (συνήθ. με άρνηση) συμβαδίζει, συμφωνεί με κάτι: Φήμες που (δεν) ~ονται στην πραγματικότητα. Πβ. αντιστοιχώ, εναρμονίζω, ταιριάζω. [< μτγν. ἀνταποκρίνομαι, γαλλ. correspondre, répondre]
4283ανταπόκριση[ἀνταπόκριση] α-ντα-πό-κρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} αντίδραση, συνήθ. θετική, σε κάτι: άμεση/έμπρακτη/εντυπωσιακή/θερμή/θετική/μαζική/μειωμένη ~ του κόσμου στην έκκληση/στο κάλεσμα για βοήθεια. Μέσος βαθμός ~ης (: σε διεξαγόμενη έρευνα). Δεν υπήρξε (μεγάλη) ~ στον έρανο.|| Η πρότασή μας δεν έτυχε ~ης/δεν βρήκε ~/έμεινε χωρίς ~ (= δεν εισακούστηκε, δεν τελεσφόρησε). ~ της εταιρείας στις ανάγκες των πελατών. Χρόνος ~ης των υπηρεσιών στα αιτήματα των πολιτών.|| (ΙΑΤΡ.) Ανοσολογική/κλινική ~ (του ασθενούς). Κινητική/λεκτική ~ (: ως απάντηση σε ερέθισμα). Ανεπαρκής/καλή ~ του οργανισμού στο φάρμακο. 2. μετάδοση είδησης από ανταποκριτή: διεθνής/ζωντανή/ραδιοφωνική/τηλεοπτική/τηλεφωνική ~. Πρώτη/τελευταία ~ (δημοσιογράφου) από το μέτωπο. Πολεμικές ~ίσεις. ~ίσεις των ειδησεογραφικών πρακτορείων. Ρεπορτάζ και καθημερινές ~ίσεις. Δίνω/στέλνω ~. 3. σύνδεση μεταξύ δύο μεταφορικών μέσων με σκοπό τη μετεπιβίβαση των επιβατών· το μέσο μεταφοράς που την εξασφαλίζει: απευθείας ~. Σταθμός ~ης. ~ με τη γραμμή 1 του ΗΣΑΠ. ~ φεριμπότ για ... Πτήσεις με ~. Λεωφορειακές γραμμές που έχουν ~ με το μετρό. Ενδιάμεσες ~ίσεις.|| Έχασα την ~. [< 1: μτγν. ἀνταπόκρισις, γαλλ. réponse 2,3: γαλλ. correspondance]
4284ανταποκρίσιμος, η, ο [ἀνταποκρίσιμος] α-ντα-πο-κρί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να ανταποκριθεί: Μηχανισμός άμεσα ~ στις εντολές του χειριστή. Συστήματα εκπαίδευσης ~α στις ατομικές ανάγκες. [< αγγλ. responsive]
4285ανταποκρισιμότητα[ἀνταποκρισιμότητα] α-ντα-πο-κρι-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. αποκρισιμότητα 1. δυνατότητα επίτευξης στόχου ή ικανοποίησης των απαιτήσεων κάποιου: ~ της Δημόσιας Διοίκησης στις ανάγκες των πολιτών. Πβ. αποδοτικότητα. 2. (+ σε) θετική αντίδραση σε κάτι: ~ στις αλλαγές/στα ερεθίσματα. Πβ. δεκτικότητα. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. responsiveness]
4286ανταποκριτής, ανταποκρίτρια[ἀνταποκριτής] α-ντα-πο-κρι-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ανταποκριτ-ών, ανταποκρι-τριών} 1. δημοσιογράφος που στέλνει πληροφορίες, άρθρα, ρεπορτάζ από τον τόπο στον οποίο έχει αποσταλεί για αυτόν τον σκοπό: μόνιμος/πολεμικός ~. ~ές ξένου τύπου. ~τρια μόδας για το περιοδικό ... Πβ. απεσταλμένος, ρεπόρτερ. 2. αντιπρόσωπος: εξουσιοδοτημένος ~. ~ του ΟΑΕΔ/ΟΓΑ. (ως επίθ.) Δίκτυο ~τριών τραπεζών. [< γαλλ. correspondant]
4287αντάπτορας[ἀντάπτορας] α-ντά-πτο-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. προσαρμογέας.
4288αντάρα[ἀντάρα] α-ντά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.) 1. κακοκαιρία, καταιγίδα με σκοτεινιά: πυκνή ~. Η ~ της θάλασσας. Πβ. παλιόκαιρος. ΑΝΤ. καλοκαιρία 2. (μτφ.) αναστάτωση, φασαρία, οχλοβοή: η ~ της μάχης. Πβ. αναμπουμπούλα, αναταραχή, σάλος. 3. σκοτεινιασμένη ατμόσφαιρα εξαιτίας ομίχλης ή καπνού. Πβ. καταχνιά. [< μεσν. αντάρα]
4289ανταριάζει[ἀνταριάζει] α-ντα-ριά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αντάρια-σε, -στηκε, -σμένος} & (σπάν.) ανταρεύει (λογοτ.) 1. έχει ή προκαλεί τρικυμία: Οι άνεμοι ~ουν το πέλαγος. ~σμένη: θάλασσα. ΣΥΝ. τρικυμίζει, φουρτουνιάζει 2. καλύπτεται από μαύρα σύννεφα ή ομίχλη: Ο καιρός ~. Ο ουρανός ~σε απειλητικά. ~σμένες: βουνοκορφές. Πβ. σκοτεινιάζει, συννεφιάζει.ανταριάζω (μτφ.): αναστατώνω, συγχύζω: (μτβ.) Τους ~σε ο εμφύλιος. (αμτβ.) ~σε ο κόσμος (= αναστατώθηκε). ~σμένη: καρδιά/όψη. Πβ. ταράζω. [< μεσν. ανταρεύω]
4290ανταριάζω

[ἀντάριασμα] α-ντά-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): το αποτέλεσμα του ανταριάζω: του ουρανού τ' ~ (πβ. σκοτείνιασμα).|| (μτφ.) ~ της ψυχής.

4291ανταρκτικός, ή, ό [ἀνταρκτικός] α-νταρ-κτι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που βρίσκεται στον Νότιο Πόλο ή γύρω του ή σχετίζεται με αυτόν: ~ός: κύκλος/παράλληλος. ~ή: ζώνη/ήπειρος (= η Α~ή). Πβ. πολικός. ΑΝΤ. αρκτικός1 [< αρχ. ἀνταρκτικός, γαλλ. antarctique, αγγλ. Antarctic]
4292ανταρσία[ἀνταρσία] α-νταρ-σί-α ουσ. (θηλ.): οργανωμένη συνήθ. και δυναμική αντίδραση ομάδας ανθρώπων σε ανώτερη Αρχή: ένοπλη/λαϊκή ~. Εργατικές ~ες. ~ εναντίον του κράτους. H ~ κατεστάλη. Εκδηλώθηκε ~. Απειλούν με ~. Πβ. εξέγερση, επανάσταση, ξεσηκωμός, στάση. [< αρχ. ἀνταρσία]
4293αντάρτης[ἀντάρτης] α-ντάρ-της ουσ. (αρσ.) {(θηλ.) αντάρτισσα} 1. μέλος παραστρατιωτικής οργάνωσης, η οποία αγωνίζεται με σκοπό την πολιτική αλλαγή ή την εκδίωξη των κατοχικών δυνάμεων, εφαρμόζοντας συνήθ. την τακτική της ενέδρας και του αιφνιδιασμού: ένοπλοι ~ες απελευθερωτικού κινήματος. ~ες των πόλεων (: αντιεξουσιαστές, αναρχικοί). Επιθέσεις/κρησφύγετα/ομάδες ~ών. Πβ. επαναστάτης, στασιαστής. 2. (μτφ.) πρόσωπο που εναντιώνεται σε κάτι: Ο νεαρός είναι σκέτος/σωστός ~ (πβ. αγρίμι, θηρίο, ταραξίας).|| (ως επίθ.) ~ες: βουλευτές (: που έχουν αποσχιστεί από το κόμμα τους ή έχουν εκφράσει δημόσια την αντίθεσή τους σε αποφάσεις του). Βλ. ανυπότακτος, απείθαρχος, ασυμβίβαστος, ατίθασος. 3. (παλαιότ.) μέλος των αντιστασιακών οργανώσεων που έδρασαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941-1944) και του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949). Πβ. παρτιζάνος. [< μτγν. ἀντάρτης ‘στασιαστής’ (για τον Σατανά)]
4294αντάρτικο[ἀντάρτικο] α-ντάρ-τι-κο ουσ. (ουδ.) 1. τακτική, κίνημα άτακτων πολεμιστών: ~ στα βουνά. Πβ. ανταρτοπόλεμος.|| ~ (των) πόλεων (: λαϊκές οργανώσεις ένοπλης βίας). 2. ΙΣΤ. η Εθνική Αντίσταση κατά των Γερμανών και των συμμάχων τους στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερο αντάρτικο: ΙΣΤ. το ένοπλο σώμα που συγκροτήθηκε από τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε· συνεκδ. η περίοδος του Εμφυλίου: Πολέμησε στο ~ ~. ● ΦΡ.: σηκώνω αντάρτικο (σπάν.-λαϊκό-μτφ.): επαναστατώ, εξεγείρομαι.
4295αντάρτικος, η, ο [ἀντάρτικος] α-ντάρ-τι-κος επίθ. & (λόγ.) ανταρτικός 1. που σχετίζεται με τους αντάρτες κυρ. της Εθνικής Αντίστασης: ~ος: στρατός. ~η: ομάδα. ~ες: οργανώσεις. 2. (μτφ.) επαναστατικός, ανατρεπτικός, ανυπότακτος: ~η: ψυχή (πβ. απείθαρχη, ασυμβίβαστη, ατίθαση).|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ο: ψηφοδέλτιο. Βλ. διασπαστικός. [< μεσν. ανταρτικός]
4296ανταρτοπόλεμος[ἀνταρτοπόλεμος] α-νταρ-το-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) 1. ένοπλες επιχειρήσεις ανταρτών. Πβ. αντάρτικο, κλεφτοπόλεμος. 2. ΙΣΤ. ο εμφύλιος πόλεμος της περιόδου 1946-1949. Πβ. συμμοριτοπόλεμος.
4297αντασφάλεια[ἀντασφάλεια] α-ντα-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αντασφάλιση.
4298αντασφαλίζω[ἀντασφαλίζω] α-ντα-σφα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {αντασφάλι-σε, -σει, αντασφαλί-στηκε, -στεί, -σμένος}: ΟΙΚΟΝ. εκχωρώ σε άλλον ασφαλιστή ή ασφαλιστική εταιρεία μέρος ή το σύνολο των υποχρεώσεων που ανέλαβα ως ασφαλιστής. [< γαλλ. réassurer]
4299αντασφάλιση[ἀντασφάλιση] α-ντα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντασφαλίζω: προαιρετική/συμβατική ~. ~ κινδύνων. Μικτές ~ίσεις. ~ίσεις ζωής. ΣΥΝ. αντασφάλεια [< γαλλ. réassurance, αγγλ. reinsurance]
4300αντασφαλιστής[ἀντασφαλιστής] α-ντα-σφα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {(θηλ.) αντασφαλίστρια}: ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο ή φορέας που αντασφαλίζει: (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. [< γαλλ. réassureur, αγγλ. reinsurer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.