| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51677 | τριποδισμός | τρι-πο-δι-σμός ουσ. (αρσ.): αρκετά γρήγορος βηματισμός αλόγου με μικρούς διασκελισμούς: αγώνας ~ού. Βλ. -ισμός, καλπασμός, τροχασμός. | |
| 51678 | τρίποδος | , η, ο τρί-πο-δος επίθ.: που διαθέτει τρία πόδια, στηρίγματα: ~η: βάση (ηχείου)/οθόνη προβολής. ~ο: τραπέζι. Βλ. -ποδος. ● Ουσ.: τρίποδο (το) {-ου (λόγ.) -όδου}: τρίποδας: αναδιπλούμενο ~. ~ βιντεοκάμερας. Βλ. μονόποδο. [< μεσν. τρίποδον] | |
| 51679 | τριπολικός | , ή, ό τρι-πο-λι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που διαθέτει τρεις πόλους: ~ός: διακόπτης. ~ή: ασφάλεια/πρίζα. ~ό: φις. 2. (μτφ.) που εμπεριέχει τρεις διαμετρικά αντίθετες ή/και αντιμαχόμενες δυνάμεις: ~ή: σχέση. ~ό (πολιτικό) σύστημα. ● ΣΥΜΠΛ.: τριπολικό καλώδιο: ΗΛΕΚΤΡ. που έχει συνολικά τρία σύρματα (για τον θετικό, τον αρνητικό και τον ουδέτερο πόλο). [< 1: αγγλ. tripolar, γαλλ. tripolaire] | |
| 51680 | Τριπολιτσιώτης, Τριπολιτσιώτισσα | Τρι-πο-λι-τσιώ-της επίθ./ουσ. & (επίσ.) Τριπολίτης, Τριπολίτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Τρίπολη Αρκαδίας. | |
| 51681 | τριπολιτσιώτικος | , η, ο τρι-πο-λι-τσιώ-τι-κος επίθ. & (επίσ.) τριπολίτικος: που σχετίζεται με την Τρίπολη Αρκαδίας ή/και τους Τριπολιτσιώτες. | |
| 51682 | τριποντάκιας | τρι-πο-ντά-κιας ουσ. (αρσ.) & τριποντάς (αργκό): μπασκετμπολίστας με μεγάλη ευστοχία στα σουτ τριών πόντων. Βλ. -άκιας. [< αμερικ. three-pointer, 1962] | |
| 51683 | τρίποντο | τρί-πο-ντο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όντου} 1. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) καλάθι που μετρά για τρεις πόντους, καθώς επιτυγχάνεται από απόσταση τουλάχιστον 6,75 μέτρων από την μπασκέτα: εύστοχο/νικητήριο ~. Διαγωνισμός/καταιγισμός/ρεκόρ ~ων. Προσπάθεια για ~. Βροχή από ~α. Βάζει/επιχειρεί/πετυχαίνει/σημείωσε/σκοράρει ~. Ευστόχησε στο/σουτάρει για ~.|| (ως επίθ.) ~ σουτ. Βλ. βολή1, λέι απ, τζαμπ σουτ. 2. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) οι τρεις βαθμοί της νίκης που παίρνει μια ομάδα και οι οποίοι υπολογίζονται για τη βαθμολογική της κατάταξη: Εξασφάλισε/πήρε το ~. ~ κορυφής/σωτηρίας. Ξεκούραστο ~ (: για άνετη νίκη που επιτυγχάνεται και στα χαρτιά). Δεν κατάφεραν να σημειώσουν ένα τέρμα που θα τους έδινε το ~. Έκλεψε το ~ στις καθυστερήσεις. 3. (μτφ.) ξεχωριστή επιτυχία: ~ αγάπης/ανθρωπιάς. ● Υποκ.: τριποντάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: έμμεσο τρίποντο ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) 1. καλάθι δύο πόντων που ακολουθείται από εύστοχη βολή ενός πόντου, καθώς ο παίκτης που το πέτυχε, κέρδισε φάουλ πάνω στο σουτ. 2. τρεις εύστοχες βολές από παίκτη που κέρδισε φάουλ έξω από τη γραμμή των 6,75 μέτρων, την ώρα που επιχειρούσε σουτ τριών πόντων., η γραμμή του τρίποντου/των 6,75 βλ. γραμμή [< 1: αμερικ. three-pointer, 1962] | |
| 51684 | τρίπορτος | , η, ο τρί-πορ-τος επίθ. (προφ.): τρίθυρος. Βλ. -πορτος. | |
| 51685 | τρίπους | βλ. τρίποδας | |
| 51686 | τρίπρακτος | , η, ο τρί-πρα-κτος επίθ.: (για σκηνικό έργο) που εκτυλίσσεται σε τρεις πράξεις: ~η: κωμωδία/όπερα/οπερέτα. ~ο: δράμα/κωμειδύλλιο.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Βλ. μονό-, δί-, πολύ-πρακτος. [< γερμ. Dreiakter] | |
| 51687 | τριπρόσωπος | , η, ο τρι-πρό-σω-πος επίθ. 1. που έχει τρεις μορφές ή όψεις: ~η: (ΜΥΘ.) θεά. Πβ. τρίμορφος.|| (μτφ.-μειωτ.) ~η: στάση (απέναντι σε ένα θέμα). Πβ. διπρόσωπος. 2. που περιλαμβάνει τρία άτομα: ~ο: ψηφοδέλτιο. Βλ. -πρόσωπος. ● Ουσ.: τριπρόσωπο (το) {τριπροσώπ-ου}: σύνολο τριών προσώπων που είναι υποψήφια για μία θέση, κυρ. στην εκκλησιαστική ιεραρχία: η κατάρτιση του ~ου. [< μτγν. τριπρόσωπος] | |
| 51688 | τρίπτυχος | , η, ο τρί-πτυ-χος επίθ.: που αποτελείται από τρία τμήματα, μέρη: ~η: εικόνα/θήκη. ~ο: φυλλάδιο.|| ~η: προσέγγιση. ~ο: αφιέρωμα (σε έναν ποιητή). Βλ. -πτυχος. ● Ουσ.: τρίπτυχο (το) {-ου (λόγ.) -ύχου} 1. σύνολο από τρία στοιχεία ή αντικείμενα που σχετίζονται μεταξύ τους: το ~ της επιτυχίας (πβ. τριπλέτα)/των μέτρων/των προτεραιοτήτων/των στόχων. Το ~ των κτιρίων «Ακαδημία - Πανεπιστήμιο - Εθνική Βιβλιοθήκη» (= Αθηναϊκή Τριλογία). 2. δελτίο ή έντυπο που διπλώνεται σε τρία συνεχόμενα φύλλα: ροζ ~ (: το δίπλωμα οδήγησης). Το ~ της σχολής (: η φοιτητική ταυτότητα).|| Διαφημιστικό ~. 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική ή ανάγλυφη σύνθεση με τρεις ξεχωριστές επιφάνειες, οι οποίες συνδέονται έτσι, ώστε οι δύο μικρότερες πλαϊνές να διπλώνονται πάνω στη μεγαλύτερη κεντρική επιφάνεια: ~ με σκηνές από τα Πάθη του Χριστού. Βλ. δίπτυχο. 4. ΠΑΛΑΙΟΓΡ. {συνήθ. στον πληθ.} τρεις ενωμένες πινακίδες που συναποτελούν έναν κώδικα. Βλ. πολύπτυχο. [< 2,3: γαλλ. triptyque, αγγλ. triptych] [< αρχ. τρίπτυχος, γαλλ. triptyque, αγγλ. triptych] | |
| 51689 | τρις1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τρισεκατομμύριο: ένα ~ ευρώ. Κοστίζει πολλά ~. [< σύντμηση του τρισ(εκατομμύριο)] | |
| 51690 | τρις2 | επίρρ. (λόγ.): τρεις φορές: Ο στίχος επαναλαμβάνεται ~. Βλ. δις2. [< αρχ. τρίς] | |
| 51691 | τρισάγιος | , ος/α, ο τρι-σά-γι-ος επίθ. ΕΚΚΛΗΣ. 1. αγιότατος: ~ος: Θεός. 2. που περιέχει τρεις φορές τη λέξη "Άγιος": ~ος: ύμνος. ● Ουσ.: τρισάγιο (το): σύντομη επιμνημόσυνη δέηση: ασματικό/νεκρώσιμο ~. Τέλεση ~ου. Ψάλλεται ~ για την ανάπαυση της ψυχής του ... Ο ιερέας έκανε ~. [< μεσν. τρισάγιον] [< μτγν. τρισάγιος ‘τρεις φορές άγιος’] | |
| 51692 | τρισάθλιος | , α, ο τρι-σά-θλι-ος επίθ. (επιτατ.) ΣΥΝ. πανάθλιος 1. (για πρόσ.) κακός, ανέντιμος: Είναι ~ και τιποτένιος.|| (ως ουσ.) Αυτοί οι ~οι κοιτούν μόνο το συμφέρον τους. Πβ. παλιάνθρωπος. 2. που είναι κακής ποιότητας ή βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση και κατ' επέκτ. προκαλεί αγανάκτηση ή/και λύπη: ~α: ζωή/ταινία. ~ο: σπίτι. ~ες: συνθήκες.|| ~α: συμπεριφορά. 3. (σπάν., για πρόσ.) δυστυχής, αξιολύπητος. ● ΦΡ.: ελεεινός και τρισάθλιος (εμφατ.-υβριστ.): χυδαίος, κάκιστος: ~οί και ~οι υποκριτές. ~ά και ~α υποκείμενα.|| ~ά και ~α αστειάκια. Πβ. της κακιάς ώρας. [< αρχ. τρισάθλιος ‘τρεις φορές άθλιος, πολύ δυστυχής’] | |
| 51693 | τρισακχαρίτης | τρι-σακ-χα-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. υδατάνθρακας που αποτελείται από τρία μόρια γλυκόζης. Βλ. δισακχαρίτης. [< αγγλ. trisaccharide, 1910] | |
| 51694 | τρισαλί | τρι-σα-λί επιφών. (λογοτ.-επιτατ.): τρεις φορές αλί· δηλώνει πολύ μεγάλη δυστυχία, πόνο. ΣΥΝ. τρισαλίμονο. Μόνο στη ● ΦΡ.: αλί και τρισαλί! βλ. αλί | |
| 51695 | τρισαλίμονο | τρι-σα-λί-μο-νο επιφών. (επιτατ.): τρισαλί: αλίμονο και ~ αν ... | |
| 51696 | τρίσβαθος | , η, ο τρί-σβα-θος επίθ. (λογοτ.-επιτατ.): που έχει πολύ μεγάλο βάθος. Πβ. απύθμενος. ● Ουσ.: τρίσβαθα (τα): τα ενδότερα και κρυφά μέρη: τα ~ της Γης.|| (μτφ.) Τα ~ της καρδιάς/της μνήμης/του νου/της ψυχής (πβ. μύχια). ΣΥΝ. έγκατα, κατάβαθα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ