| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51683 | τρίποντο | τρί-πο-ντο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όντου} 1. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) καλάθι που μετρά για τρεις πόντους, καθώς επιτυγχάνεται από απόσταση τουλάχιστον 6,75 μέτρων από την μπασκέτα: εύστοχο/νικητήριο ~. Διαγωνισμός/καταιγισμός/ρεκόρ ~ων. Προσπάθεια για ~. Βροχή από ~α. Βάζει/επιχειρεί/πετυχαίνει/σημείωσε/σκοράρει ~. Ευστόχησε στο/σουτάρει για ~.|| (ως επίθ.) ~ σουτ. Βλ. βολή1, λέι απ, τζαμπ σουτ. 2. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) οι τρεις βαθμοί της νίκης που παίρνει μια ομάδα και οι οποίοι υπολογίζονται για τη βαθμολογική της κατάταξη: Εξασφάλισε/πήρε το ~. ~ κορυφής/σωτηρίας. Ξεκούραστο ~ (: για άνετη νίκη που επιτυγχάνεται και στα χαρτιά). Δεν κατάφεραν να σημειώσουν ένα τέρμα που θα τους έδινε το ~. Έκλεψε το ~ στις καθυστερήσεις. 3. (μτφ.) ξεχωριστή επιτυχία: ~ αγάπης/ανθρωπιάς. ● Υποκ.: τριποντάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: έμμεσο τρίποντο ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) 1. καλάθι δύο πόντων που ακολουθείται από εύστοχη βολή ενός πόντου, καθώς ο παίκτης που το πέτυχε, κέρδισε φάουλ πάνω στο σουτ. 2. τρεις εύστοχες βολές από παίκτη που κέρδισε φάουλ έξω από τη γραμμή των 6,75 μέτρων, την ώρα που επιχειρούσε σουτ τριών πόντων., η γραμμή του τρίποντου/των 6,75 βλ. γραμμή [< 1: αμερικ. three-pointer, 1962] | |
| 51684 | τρίπορτος | , η, ο τρί-πορ-τος επίθ. (προφ.): τρίθυρος. Βλ. -πορτος. | |
| 51685 | τρίπους | βλ. τρίποδας | |
| 51686 | τρίπρακτος | , η, ο τρί-πρα-κτος επίθ.: (για σκηνικό έργο) που εκτυλίσσεται σε τρεις πράξεις: ~η: κωμωδία/όπερα/οπερέτα. ~ο: δράμα/κωμειδύλλιο.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Βλ. μονό-, δί-, πολύ-πρακτος. [< γερμ. Dreiakter] | |
| 51687 | τριπρόσωπος | , η, ο τρι-πρό-σω-πος επίθ. 1. που έχει τρεις μορφές ή όψεις: ~η: (ΜΥΘ.) θεά. Πβ. τρίμορφος.|| (μτφ.-μειωτ.) ~η: στάση (απέναντι σε ένα θέμα). Πβ. διπρόσωπος. 2. που περιλαμβάνει τρία άτομα: ~ο: ψηφοδέλτιο. Βλ. -πρόσωπος. ● Ουσ.: τριπρόσωπο (το) {τριπροσώπ-ου}: σύνολο τριών προσώπων που είναι υποψήφια για μία θέση, κυρ. στην εκκλησιαστική ιεραρχία: η κατάρτιση του ~ου. [< μτγν. τριπρόσωπος] | |
| 51688 | τρίπτυχος | , η, ο τρί-πτυ-χος επίθ.: που αποτελείται από τρία τμήματα, μέρη: ~η: εικόνα/θήκη. ~ο: φυλλάδιο.|| ~η: προσέγγιση. ~ο: αφιέρωμα (σε έναν ποιητή). Βλ. -πτυχος. ● Ουσ.: τρίπτυχο (το) {-ου (λόγ.) -ύχου} 1. σύνολο από τρία στοιχεία ή αντικείμενα που σχετίζονται μεταξύ τους: το ~ της επιτυχίας (πβ. τριπλέτα)/των μέτρων/των προτεραιοτήτων/των στόχων. Το ~ των κτιρίων «Ακαδημία - Πανεπιστήμιο - Εθνική Βιβλιοθήκη» (= Αθηναϊκή Τριλογία). 2. δελτίο ή έντυπο που διπλώνεται σε τρία συνεχόμενα φύλλα: ροζ ~ (: το δίπλωμα οδήγησης). Το ~ της σχολής (: η φοιτητική ταυτότητα).|| Διαφημιστικό ~. 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική ή ανάγλυφη σύνθεση με τρεις ξεχωριστές επιφάνειες, οι οποίες συνδέονται έτσι, ώστε οι δύο μικρότερες πλαϊνές να διπλώνονται πάνω στη μεγαλύτερη κεντρική επιφάνεια: ~ με σκηνές από τα Πάθη του Χριστού. Βλ. δίπτυχο. 4. ΠΑΛΑΙΟΓΡ. {συνήθ. στον πληθ.} τρεις ενωμένες πινακίδες που συναποτελούν έναν κώδικα. Βλ. πολύπτυχο. [< 2,3: γαλλ. triptyque, αγγλ. triptych] [< αρχ. τρίπτυχος, γαλλ. triptyque, αγγλ. triptych] | |
| 51689 | τρις1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τρισεκατομμύριο: ένα ~ ευρώ. Κοστίζει πολλά ~. [< σύντμηση του τρισ(εκατομμύριο)] | |
| 51690 | τρις2 | επίρρ. (λόγ.): τρεις φορές: Ο στίχος επαναλαμβάνεται ~. Βλ. δις2. [< αρχ. τρίς] | |
| 51691 | τρισάγιος | , ος/α, ο τρι-σά-γι-ος επίθ. ΕΚΚΛΗΣ. 1. αγιότατος: ~ος: Θεός. 2. που περιέχει τρεις φορές τη λέξη "Άγιος": ~ος: ύμνος. ● Ουσ.: τρισάγιο (το): σύντομη επιμνημόσυνη δέηση: ασματικό/νεκρώσιμο ~. Τέλεση ~ου. Ψάλλεται ~ για την ανάπαυση της ψυχής του ... Ο ιερέας έκανε ~. [< μεσν. τρισάγιον] [< μτγν. τρισάγιος ‘τρεις φορές άγιος’] | |
| 51692 | τρισάθλιος | , α, ο τρι-σά-θλι-ος επίθ. (επιτατ.) ΣΥΝ. πανάθλιος 1. (για πρόσ.) κακός, ανέντιμος: Είναι ~ και τιποτένιος.|| (ως ουσ.) Αυτοί οι ~οι κοιτούν μόνο το συμφέρον τους. Πβ. παλιάνθρωπος. 2. που είναι κακής ποιότητας ή βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση και κατ' επέκτ. προκαλεί αγανάκτηση ή/και λύπη: ~α: ζωή/ταινία. ~ο: σπίτι. ~ες: συνθήκες.|| ~α: συμπεριφορά. 3. (σπάν., για πρόσ.) δυστυχής, αξιολύπητος. ● ΦΡ.: ελεεινός και τρισάθλιος (εμφατ.-υβριστ.): χυδαίος, κάκιστος: ~οί και ~οι υποκριτές. ~ά και ~α υποκείμενα.|| ~ά και ~α αστειάκια. Πβ. της κακιάς ώρας. [< αρχ. τρισάθλιος ‘τρεις φορές άθλιος, πολύ δυστυχής’] | |
| 51693 | τρισακχαρίτης | τρι-σακ-χα-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. υδατάνθρακας που αποτελείται από τρία μόρια γλυκόζης. Βλ. δισακχαρίτης. [< αγγλ. trisaccharide, 1910] | |
| 51694 | τρισαλί | τρι-σα-λί επιφών. (λογοτ.-επιτατ.): τρεις φορές αλί· δηλώνει πολύ μεγάλη δυστυχία, πόνο. ΣΥΝ. τρισαλίμονο. Μόνο στη ● ΦΡ.: αλί και τρισαλί! βλ. αλί | |
| 51695 | τρισαλίμονο | τρι-σα-λί-μο-νο επιφών. (επιτατ.): τρισαλί: αλίμονο και ~ αν ... | |
| 51696 | τρίσβαθος | , η, ο τρί-σβα-θος επίθ. (λογοτ.-επιτατ.): που έχει πολύ μεγάλο βάθος. Πβ. απύθμενος. ● Ουσ.: τρίσβαθα (τα): τα ενδότερα και κρυφά μέρη: τα ~ της Γης.|| (μτφ.) Τα ~ της καρδιάς/της μνήμης/του νου/της ψυχής (πβ. μύχια). ΣΥΝ. έγκατα, κατάβαθα | |
| 51697 | τρισβάρβαρος | , η, ο τρι-σβάρ-βα-ρος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ βάρβαρος: ~ο: χαράτσι. | |
| 51698 | τρισδιάστατος | , η, ο τρισ-δι-ά-στα-τος επίθ. (διεθν. συντομ. 3D): που έχει ή μοιάζει να έχει τρεις διαστάσεις (μήκος, πλάτος, ύψος): ~ος: χάρτης/χώρος. ~η: απεικόνιση/εικόνα/μοντελοποίηση (π.χ. κτιρίων)/πραγματικότητα/ψηφιοποίηση (μνημείων). ~ο: αντικείμενο/(εικονικό) περιβάλλον/μοντέλο (λ.χ. εδάφους)/ολόγραμμα/σχέδιο/σχήμα. ~α: γραφικά. Τοπίο σε ~η μορφή. Βλ. μονο-, δισ-, πολυ-διάστατος.|| (κατ' επέκτ., που αναφέρεται στην ~η προβολή:) ~ος: κινηματογράφος. ~η: οθόνη/τεχνολογία.|| ~α: γυαλιά (: για την παρακολούθηση ~ων ταινιών).|| ~ος: ήχος (: που γίνεται αντιληπτός από τον ακροατή σαν να προέρχεται από διαφορετικά σημεία του περιβάλλοντος χώρου· βλ. ντόλμπι).|| (μτφ.-επιτατ.-μειωτ.) Είναι ~ (= πάρα πολύ παχύς, ψηλός και γεροδεμένος)! ● επίρρ.: τρισδιάστατα [< γαλλ. à trois dimensions, tridemensionnel, 1953, γερμ. dreidimensional, αγγλ. tridemensional, three-dimensional] | |
| 51699 | τρισέγγονο | τρι-σέγ-γο-νο ουσ. (ουδ.): το παιδί του δισέγγονου ή της δισέγγονης κάποιου. | |
| 51700 | τρισέγγονος, τρισέγγονη | τρι-σέγ-γο-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & τρισεγγονός, τρισεγγονή: ο γιος ή η κόρη του δισέγγονου ή της δισέγγονης ως προς τον προπάππο ή την προγιαγιά του/της. [< μεσν. τρισέγγονος] | |
| 51701 | τρισεκατομμύριο | τρι-σε-κα-τομ-μύ-ρι-ο αριθμητ. απόλ. {τρισεκατομμυρίου}: σύνολο χιλίων δισεκατομμυρίων: ένα ~ ευρώ. ● Ουσ.: τρισεκατομμύριο (το) (συντομ. τρις): ο αριθμός 1.000.000.000.000. [< γαλλ. trillion] | |
| 51702 | τρισεκατομμυριούχος | [τρισεκατομμυριοῦχος] τρι-σε-κα-τομ-μυ-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): κάτοχος περιουσίας που ανέρχεται τουλάχιστον στο ένα τρισεκατομμύριο· κυρ. πάμπλουτος: (ως επίθ.) ~ος: επιχειρηματίας. Πβ. δισ-, πολυ-εκατομμυριούχος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ