Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52220-52240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51703τρισέλιδος, η, ο βλ. -σέλιδος, τρι-
51704τρισένδοξος, η, ο τρι-σέν-δο-ξος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ δοξασμένος: ~η: ιστορία. ~ο: παρελθόν.
51705τρισεύγενος, η, ο τρι-σεύ-γε-νος επίθ. (λογοτ.-επιτατ.): που χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη ευγένεια, ανωτερότητα: ~ο: πλάσμα.
51706τρισευλογημένος, η, ο τρι-σευ-λο-γη-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): τριπλά ευλογημένος και κατ' επέκτ. πολύ αγαπητός: ~ος: άνθρωπος. ΑΝΤ. τρισκατάρατος
36225τρισευτυχής

, η, ο [ὁλόχαρος] ο-λό-χα-ρος επίθ. (επιτατ.-συχνά λογοτ.): γεμάτος χαρά, καταχαρούμενος: ~ο: τραγούδι. ~ από την επιτυχία. ΣΥΝ. περιχαρής ● επίρρ.: ολόχαρα [< μεσν. ολόχαρος]

51707τρισευτυχισμένος, η, ο τρι-σευ-τυ-χι-σμέ-νος επίθ. (επιτατ.): πανευτυχής: ~οι: γονείς. Xρόνια πολλά και ~α! Είναι/ζει ~ με την οικογένειά του. Γελούσε ~η. Βλ. πλέει σε πελάγη ευτυχίας. ΣΥΝ. τρισμακάριστος, τρισόλβιος ● επίρρ.: τρισευτυχισμένα
51708τρισθενής, ής, ές τρι-σθε-νής επίθ.: ΧΗΜ. που έχει σθένος +3 ή -3: ~ής: σίδηρος. ~ές: χρώμιο. Βλ. -σθενής. [< γαλλ. trivalent]
51709τρισκατάρατος, η, ο τρι-σκα-τά-ρα-τος επίθ. (επιτατ.): τριπλά καταραμένος και κατ' επέκτ. πολύ απεχθής: ~η: μοίρα.|| ~ος: πόλεμος. Πβ. αναθεματισμένος.|| (ως ουσ.) Ο ~ (= ο διάβολος). ΑΝΤ. τρισευλογημένος [< αρχ. τρισκατάρατος]
51710τρισκελής, ής, ές βλ. -σκελής, τρι-
51711τρισκόταδοτρι-σκό-τα-δο ουσ. (ουδ.) (λογοτ.-επιτατ.): πολύ πυκνό σκοτάδι.
51712τρισκότεινος, η, ο τρι-σκό-τει-νος επίθ. (λογοτ.-επιτατ.): πάρα πολύ σκοτεινός: ~οι: ουρανοί.|| (μτφ.) Το μέλλον προβλέπεται ~ο (= ζοφερό). Πβ. ερεβώδης. ΣΥΝ. θεοσκότεινος, κατασκότεινος ΑΝΤ. ολόφωτος
51713τρισμακάριστος, η, ο τρι-σμα-κά-ρι-στος επίθ. (επιτατ.): εξαιρετικά μακάριος, ευτυχισμένος: Ας είναι καλότυχη και ~η! ΣΥΝ. τρισευτυχισμένος [< μτγν. τρισμακάριστος]
51714τρισμέγιστος, η, ο τρι-σμέ-γι-στος επίθ. (λόγ.-επιτατ.-συνήθ. ειρων.): υπερβολικά μεγάλος ή πάρα πολύ σημαντικός: ~η: βλακεία. ~ο: λάθος. ΣΥΝ. παμμέγιστος [< μτγν. τρισμέγιστος]
51715τρισμόςτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. παθολογικός, επώδυνος σπασμός των μασητήρων μυών που κάνει δύσκολο ή αδύνατο το άνοιγμα του στόματος και αποτελεί σύμπτωμα του τετάνου: ~ των δοντιών. Βλ. τριγμός. [< αρχ. τρισμός, γαλλ.-αγγλ. trismus]
51716τρισμύριοι, ες, α τρι-σμύ-ρι-οι επίθ. {αρσ. τρισμυρί-ων, -ους} (αρχαιοπρ.) 1. (αριθμητ. απόλ.) τριάντα χιλιάδες. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ μεγάλος αριθμός, πλήθος. [< αρχ. τρισμύριοι]
51717τρισόλβιος, α, ο τρι-σόλ-βι-ος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): τρισευτυχισμένος, πανευτυχής. [< αρχ. τρισόλβιος]
51718τρισταυρίατρι-σταυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. δυνατότητα που δίνεται σε ψηφοφόρο να βάλει έως τρεις σταυρούς προτίμησης σε ψηφοδέλτιο. Βλ. μονο-, δι-σταυρία.
51719τρίστηλος, η, ο βλ. -στηλος, τρι-
51720τρίστιχος, η, ο τρί-στι-χος επίθ.: που αποτελείται από τρεις στίχους ή εκτείνεται σε τρεις σειρές: ~η: στροφή. ~ο: ποίημα. (συνηθέστ. ως ουσ.) ~α με ομοιοκαταληξία (πβ. τερτσίνα).|| ~η: επιγραφή. Βλ. -στιχος. [< μτγν. τρίστιχος, ιταλ. terzina]
51721τρίστρατοτρί-στρα-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σημείο συμβολής τριών δρόμων: Έφτασε/στάθηκε στο ~. Πβ. διασταύρωση, σταυροδρόμι. ΣΥΝ. τρίοδος [< μεσν. τρίστρατον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.