Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52220-52240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51716τρισμύριοι, ες, α τρι-σμύ-ρι-οι επίθ. {αρσ. τρισμυρί-ων, -ους} (αρχαιοπρ.) 1. (αριθμητ. απόλ.) τριάντα χιλιάδες. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ μεγάλος αριθμός, πλήθος. [< αρχ. τρισμύριοι]
51717τρισόλβιος, α, ο τρι-σόλ-βι-ος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): τρισευτυχισμένος, πανευτυχής. [< αρχ. τρισόλβιος]
51718τρισταυρίατρι-σταυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. δυνατότητα που δίνεται σε ψηφοφόρο να βάλει έως τρεις σταυρούς προτίμησης σε ψηφοδέλτιο. Βλ. μονο-, δι-σταυρία.
51719τρίστηλος, η, ο βλ. -στηλος, τρι-
51720τρίστιχος, η, ο τρί-στι-χος επίθ.: που αποτελείται από τρεις στίχους ή εκτείνεται σε τρεις σειρές: ~η: στροφή. ~ο: ποίημα. (συνηθέστ. ως ουσ.) ~α με ομοιοκαταληξία (πβ. τερτσίνα).|| ~η: επιγραφή. Βλ. -στιχος. [< μτγν. τρίστιχος, ιταλ. terzina]
51721τρίστρατοτρί-στρα-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σημείο συμβολής τριών δρόμων: Έφτασε/στάθηκε στο ~. Πβ. διασταύρωση, σταυροδρόμι. ΣΥΝ. τρίοδος [< μεσν. τρίστρατον]
51722τρισυλλαβίατρι-συλ-λα-βί-α ουσ. (θηλ.): ύπαρξη τριών συνολικά συλλαβών σε μια λέξη (όπως "α-γα-πώ"). ● ΣΥΜΠΛ.: ο νόμος της τρισυλλαβίας: ΓΡΑΜΜ. που προβλέπει ότι κάθε λέξη στα Ελληνικά, ανεξάρτητα από τον αριθμό των συλλαβών της, μπορεί να τονίζεται μόνο σε μία από τις τρεις τελευταίες συλλαβές της. [< μτγν. τρισυλλαβία, γερμ. Dreisilbengesetz]
51723τρισύλλαβος, η, ο βλ. -σύλλαβος, τρι-
51724τρισυπόστατος, η, ο τρι-συ-πό-στα-τος επίθ.: που έχει τρεις υποστάσεις: (ΘΕΟΛ.) ~ος: Θεός. ~η: Θεότητα (= η Aγία Tριάδα)/φύση του Θεού. Πβ. τριαδικός.|| (ως ουσ.) Το ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: τρισυπόστατη εκκλησία & τρισυπόστατος ναός: ΕΚΚΛΗΣ. που έχει τρεις Άγιες Τράπεζες. [< μτγν. τρισυπόστατος]
51725τρισχαριτωμένος, η, ο τρι-σχα-ρι-τω-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): υπερβολικά χαριτωμένος: ~ο: αγοράκι/κοριτσάκι/σκυλάκι.
51726τρισχειρότερος, η, ο τρι-σχει-ρό-τε-ρος επίθ. (επιτατ.): πολύ χειρότερος σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο: Η συμπεριφορά του παλιά ήταν ~η. ● επίρρ.: τρισχειρότερα
51727τρισχιδής, ής, ές τρι-σχι-δής επίθ. {τρισχιδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που είναι χωρισμένος σε τρία μέρη: (ΒΟΤ.) ~ή: φύλλα.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ές: νεφέλωμα. Πβ. τριπλός. [< μτγν. τρισχιδής]
51728τρισχιλιετής, ής, ές βλ. -ετής, τρι-
51729τρισχίλιοι, ες, α τρι-σχί-λι-οι επίθ. αριθμητ. απόλ. (αρχαιοπρ.): τρεις χιλιάδες. [< αρχ. τρισχίλιοι]
51730τρισωμίατρι-σω-μί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γενετική ανωμαλία κατά την οποία σε ένα ζεύγος χρωμοσωμάτων υπάρχει ένα επιπλέον χρωμόσωμα: ~ 21 (= σύνδρομο Ντάουν). [< γαλλ. trisomie, 1936, αγγλ. trisomy, 1930]
51731τριταγωνιστήςτρι-τα-γω-νι-στής ουσ. (αρσ.): ηθοποιός που παίζει πολύ μικρούς ρόλους: Ο ~ έκλεψε την παράσταση.|| (σπάν.-μτφ.) ~ές του δημόσιου βίου (πβ. κομπάρσος). Βλ. πρωτ-, δευτερ-αγωνιστής. [< αρχ. τριταγωνιστής]
51732τριταθλητής, τριταθλήτριατρι-τα-θλη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής που καταλαμβάνει την τρίτη θέση σε τελική κατάταξη αγώνα ή διοργάνωσης: ~ής κόσμου.|| (ως επίθ.) ~τρια: ομάδα. Βλ. πρωτ-, δευτερ-αθλητής.
51733τριταίος, α, ο [τριταῖος] τρι-ταί-ος επίθ.: που συμβαίνει κάθε τρίτη ημέρα. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τριταίος πυρετός: ΙΑΤΡ. που εμφανίζεται παροξυσμικά κάθε σαράντα οκτώ ώρες σε ορισμένες μορφές ελονοσίας. [< αγγλ. tertian fever] [< αρχ. τριταῖος]
51734τριτανακοπήτρι-τα-να-κο-πή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ένδικο μέσο που χρησιμοποιείται από τρίτο πρόσωπο με στόχο την ακύρωση δικαστικής απόφασης, η οποία αναφέρεται σε άλλους διαδίκους, αλλά θίγει τα συμφέροντά του: αίτηση/απόρριψη/άσκηση/εκδίκαση (της) ~ής. ~ κατά ... [< γαλλ. tierce opposition]
51735τριτάξιος, α, ο τρι-τά-ξι-ος επίθ.: που έχει τρεις τάξεις ή στο οποίο η φοίτηση διαρκεί τρία χρόνια: ~ο: Γυμνάσιο/Λύκειο. Απολυτήριο ~ας Μέσης Εκπαίδευσης.|| ~ο: δημοτικό σχολείο (= τριθέσιο). Βλ. μονο-, δι-τάξιος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.