| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 51703 | τρισέλιδος | , η, ο βλ. -σέλιδος, τρι- | |
| 51704 | τρισένδοξος | , η, ο τρι-σέν-δο-ξος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ δοξασμένος: ~η: ιστορία. ~ο: παρελθόν. | |
| 51705 | τρισεύγενος | , η, ο τρι-σεύ-γε-νος επίθ. (λογοτ.-επιτατ.): που χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη ευγένεια, ανωτερότητα: ~ο: πλάσμα. | |
| 51706 | τρισευλογημένος | , η, ο τρι-σευ-λο-γη-μέ-νος επίθ. (επιτατ.): τριπλά ευλογημένος και κατ' επέκτ. πολύ αγαπητός: ~ος: άνθρωπος. ΑΝΤ. τρισκατάρατος | |
| 36225 | τρισευτυχής | , η, ο [ὁλόχαρος] ο-λό-χα-ρος επίθ. (επιτατ.-συχνά λογοτ.): γεμάτος χαρά, καταχαρούμενος: ~ο: τραγούδι. ~ από την επιτυχία. ΣΥΝ. περιχαρής ● επίρρ.: ολόχαρα [< μεσν. ολόχαρος] | |
| 51707 | τρισευτυχισμένος | , η, ο τρι-σευ-τυ-χι-σμέ-νος επίθ. (επιτατ.): πανευτυχής: ~οι: γονείς. Xρόνια πολλά και ~α! Είναι/ζει ~ με την οικογένειά του. Γελούσε ~η. Βλ. πλέει σε πελάγη ευτυχίας. ΣΥΝ. τρισμακάριστος, τρισόλβιος ● επίρρ.: τρισευτυχισμένα | |
| 51708 | τρισθενής | , ής, ές τρι-σθε-νής επίθ.: ΧΗΜ. που έχει σθένος +3 ή -3: ~ής: σίδηρος. ~ές: χρώμιο. Βλ. -σθενής. [< γαλλ. trivalent] | |
| 51709 | τρισκατάρατος | , η, ο τρι-σκα-τά-ρα-τος επίθ. (επιτατ.): τριπλά καταραμένος και κατ' επέκτ. πολύ απεχθής: ~η: μοίρα.|| ~ος: πόλεμος. Πβ. αναθεματισμένος.|| (ως ουσ.) Ο ~ (= ο διάβολος). ΑΝΤ. τρισευλογημένος [< αρχ. τρισκατάρατος] | |
| 51710 | τρισκελής | , ής, ές βλ. -σκελής, τρι- | |
| 51711 | τρισκόταδο | τρι-σκό-τα-δο ουσ. (ουδ.) (λογοτ.-επιτατ.): πολύ πυκνό σκοτάδι. | |
| 51712 | τρισκότεινος | , η, ο τρι-σκό-τει-νος επίθ. (λογοτ.-επιτατ.): πάρα πολύ σκοτεινός: ~οι: ουρανοί.|| (μτφ.) Το μέλλον προβλέπεται ~ο (= ζοφερό). Πβ. ερεβώδης. ΣΥΝ. θεοσκότεινος, κατασκότεινος ΑΝΤ. ολόφωτος | |
| 51713 | τρισμακάριστος | , η, ο τρι-σμα-κά-ρι-στος επίθ. (επιτατ.): εξαιρετικά μακάριος, ευτυχισμένος: Ας είναι καλότυχη και ~η! ΣΥΝ. τρισευτυχισμένος [< μτγν. τρισμακάριστος] | |
| 51714 | τρισμέγιστος | , η, ο τρι-σμέ-γι-στος επίθ. (λόγ.-επιτατ.-συνήθ. ειρων.): υπερβολικά μεγάλος ή πάρα πολύ σημαντικός: ~η: βλακεία. ~ο: λάθος. ΣΥΝ. παμμέγιστος [< μτγν. τρισμέγιστος] | |
| 51715 | τρισμός | τρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. παθολογικός, επώδυνος σπασμός των μασητήρων μυών που κάνει δύσκολο ή αδύνατο το άνοιγμα του στόματος και αποτελεί σύμπτωμα του τετάνου: ~ των δοντιών. Βλ. τριγμός. [< αρχ. τρισμός, γαλλ.-αγγλ. trismus] | |
| 51716 | τρισμύριοι | , ες, α τρι-σμύ-ρι-οι επίθ. {αρσ. τρισμυρί-ων, -ους} (αρχαιοπρ.) 1. (αριθμητ. απόλ.) τριάντα χιλιάδες. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ μεγάλος αριθμός, πλήθος. [< αρχ. τρισμύριοι] | |
| 51717 | τρισόλβιος | , α, ο τρι-σόλ-βι-ος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): τρισευτυχισμένος, πανευτυχής. [< αρχ. τρισόλβιος] | |
| 51718 | τρισταυρία | τρι-σταυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. δυνατότητα που δίνεται σε ψηφοφόρο να βάλει έως τρεις σταυρούς προτίμησης σε ψηφοδέλτιο. Βλ. μονο-, δι-σταυρία. | |
| 51719 | τρίστηλος | , η, ο βλ. -στηλος, τρι- | |
| 51720 | τρίστιχος | , η, ο τρί-στι-χος επίθ.: που αποτελείται από τρεις στίχους ή εκτείνεται σε τρεις σειρές: ~η: στροφή. ~ο: ποίημα. (συνηθέστ. ως ουσ.) ~α με ομοιοκαταληξία (πβ. τερτσίνα).|| ~η: επιγραφή. Βλ. -στιχος. [< μτγν. τρίστιχος, ιταλ. terzina] | |
| 51721 | τρίστρατο | τρί-στρα-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σημείο συμβολής τριών δρόμων: Έφτασε/στάθηκε στο ~. Πβ. διασταύρωση, σταυροδρόμι. ΣΥΝ. τρίοδος [< μεσν. τρίστρατον] | |