Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52240-52260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51736τριτεγγύησητρι-τεγ-γύ-η-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ανάληψη από τρίτον της υποχρέωσης πλήρους ή μερικής κάλυψης του αναγραφόμενου για πληρωμή ποσού συναλλαγματικής, όταν ο οφειλέτης βρεθεί σε πλήρη αδυναμία αποπληρωμής: Παρέχεται ~. [< γερμ. Wechselbürgschaft]
51737τριτεγγυητής, τριτεγγυήτριατρι-τεγ-γυ-η-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που υπογράφει για την παροχή τριτεγγύησης. [< γερμ. Wechselbürge]
51738τριτεγγυώμαι[τριτεγγυῶμαι] τρι-τεγ-γυ-ώ-μαι ρ. (αμτβ.) {τριτεγγυ-άται | -ήθηκε, -ηθεί}: ΝΟΜ. παρέχω, δίνω τριτεγγύηση: ~ήθηκε υπέρ της αποδέκτριας εταιρείας.
51739τριτεκνίατρι-τε-κνί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ή κατάσταση του τρίτεκνου: επίδομα ~ας. Μετεγγραφή λόγω ~ας. Βλ. πολυτεκνία.
51740τρίτεκνος, η, ο τρί-τε-κνος επίθ. (επίσ.): που έχει τρία παιδιά: ~ος: πατέρας. ~η: μητέρα/οικογένεια.|| (ως ουσ.) Διορισμός/προνόμια των ~ων/~έκνων. Επίδομα για τους/στους ~ους. Βλ. πολύτεκνος.
51741τριτεύων, ουσα, ον επίθ. {τριτεύ-οντος, -οντα | -οντες, -όντων} (λόγ.): που είναι ελάχιστα σημαντικός· κατ' επέκτ. επικουρικός: ~ον: ζήτημα/θέμα. Παρατήρηση ~ουσας σημασίας. Πβ. ασήμαντος.|| ~ον: εθνικό δίκτυο. Πβ. δευτερεύων. ΑΝΤ. πρωτεύων (1) ● επίρρ.: τριτευόντως
51742ΤρίτηΤρί-τη ουσ. (θηλ.): η τρίτη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και δεύτερη εργάσιμη. Βλ. Δευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Τρίτη (συντομ. Μ. Τρίτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Τρίτη της Μεγάλης Εβδομάδας. ● ΦΡ.: Τρίτη και δεκατρείς (ενν. του μηνός): γρουσούζικη ημέρα σύμφωνα με τη δοξασία. Πβ. Παρασκευή και δεκατρείς. [< μτγν. Τρίτη]
51743τριτημόριοτρι-τη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. (επιστ.) καθένα από τα τρία ίσα μέρη στα οποία μπορεί να διαιρεθεί ένα ενιαίο σύνολο: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Άνω/κάτω/μέσο ~ του προσώπου. Πβ. τρίτο. 2. ΜΟΥΣ. υποδιαίρεση του τόνου στο ένα τρίτο. Βλ. τεταρτημόριο. [< αρχ. τριτημόριον]
51744τρίτιοτρί-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό βαρύ ισότοπο του υδρογόνου (σύμβ. Τ, 3H ή H3), του οποίου ο πυρήνας περιέχει ένα πρωτόνιο και δύο νετρόνια. Βλ. πρώτιο, δευτέριο. [< αγγλ. tritium, 1933, < νεολατ. ~ < αρχ. τρίτος,  γαλλ. ~, 1937]
51745τριτο- & τριτό- & τριτ-: το τακτικό αριθμητικό τρίτος ως α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών και επιθέτων: τριτ-αγωνιστής.|| Τριτο-βάθμιος/~ετής.|| Τριτό-κλιτος. Βλ. πρωτο-, δευτερο-.
51746τριτοβάθμιος, α, ο τρι-το-βάθ-μι-ος επίθ.: που αντιπροσωπεύει τον τρίτο βαθμό ιεραρχίας, σειράς, φάσης ή σχετίζεται με αυτόν: ~α: επιτροπή/(συνεταιριστική) οργάνωση/περίθαλψη/φροντίδα (βλ. λ.). ~α: (συνδικαλιστικά) όργανα.|| ~α: σχολή. ~ο: εκπαιδευτικό ίδρυμα. ~ες: σπουδές. Κατάρτιση σε ~ο επίπεδο. Βλ. πανεπιστημιακός.|| ~ος: βιολογικός καθαρισμός. ~α: επεξεργασία λυμάτων.|| (ΜΑΘ.) ~α: εξίσωση (: στην οποία η μεγαλύτερη δύναμη αγνώστου ή μεταβλητής είναι ο κύβος). Βλ. -βάθμιος. ● ΣΥΜΠΛ.: τριτοβάθμια εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση [< γαλλ. de troisième degré, αγγλ. tertiary]
51747ΤριτογενέςΤρι-το-γε-νές ουσ. (ουδ.) {Τριτογενούς}: ΓΕΩΛ. η πρώτη περίοδος του καινοζωικού αιώνα (περ. 65.000.000 έως 2.000.000 χρόνια πριν). Βλ. Ηώ-, Μειό-, Ολιγό-, Παλαιό-, Πλειό-καινο· Νεο-, Παλαιο-, Τεταρτο-γενές. [< γαλλ. tertiaire]
51748τριτογενής, ής, ές τρι-το-γε-νής επίθ. 1. (επιστ.) που συμβαίνει ή δημιουργείται σε μια τρίτη φάση ή ακολουθία: ~ής: επεξεργασία (αποβλήτων)/καύση/(ΟΙΚΟΝ.) παραγωγή/πρόληψη (: ενν. της υποτροπής ασθένειας). ~ή: χρώματα. Βλ. -γενής, τριτοπαθής. 2. ΓΕΩΛ. που αναφέρεται στο Τριτογενές: ~ής: περίοδος. ● επίρρ.: τριτογενώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τριτογενής τομέας: ΟΙΚΟΝ. σύνολο οικονομικών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει το εμπόριο, τον τουρισμό με την εστίαση, τις μεταφορές και επικοινωνίες, τις τραπεζοασφαλιστικές εργασίες και τις λοιπές υπηρεσίες του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Βλ. πρωτο-, δευτερο-γενής τομέας. [< αρχ. τριτογενής, γαλλ. tertiaire, αγγλ. tertiary]
51749τριτοετής, ής, ές βλ. -ετής, τριτο-
51750τριτοκλασάτος, η, ο [τριτοκλασᾶτος] τρι-το-κλα-σά-τος επίθ. (προφ.): που είναι αρκετά χαμηλής αξίας και σπουδαιότητας, τρίτης κατηγορίας: ~ο: ξενοδοχείο. ~οι: ηθοποιοί. ~α: στελέχη. Βλ. -άτος, πρωτο-, δευτερο-κλασάτος.
51751τριτόκλιτος, η, ο τρι-τό-κλι-τος επίθ. {κυρ. στο ουδ. πληθ.}: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα) που κλίνεται σύμφωνα με την τρίτη κλίση της παραδοσιακής γραμματικής: (ως ουσ.) Το ουσιαστικό "πόλις" ανήκει στα ~α. Βλ. πρωτό-, δευτερό-κλιτος.
51752τριτοκοσμικός, ή, ό τρι-το-κο-σμι-κός επίθ. 1. (μτφ.-μειωτ.) που χαρακτηρίζεται από υπανάπτυξη, κυρ. στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα: ~ή: αθλιότητα (π.χ. των χωματερών)/νοοτροπία/πολιτική/συμπεριφορά/χώρα (πβ. καθυστερημένη, υπανάπτυκτη). ~ό: καθεστώς/κράτος/σύστημα (υγείας). ~ές: αντιλήψεις (= οπισθοδρομικές)/εικόνες/καταστάσεις/συνθήκες (εργασίας). ~ά: φαινόμενα. ~ού τύπου/χαρακτήρα. 2. που σχετίζεται με τον Τρίτο Κόσμο. [< 2: αγγλ. third world, 1958, γαλλ. tiers-mondiste, 1974]
51753τριτοκοσμικότητατρι-το-κο-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του τριτοκοσμικού: Δεν τιμά κανένα μας η ~.
51754τριτολογίατρι-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τρίτη αγόρευση ομιλητή για συγκεκριμένο θέμα σε επίσημη συνήθ. συνεδρίαση (στη Βουλή ή σε δικαστήριο): ~ του πρωθυπουργού. Βλ. πρωτο-, δευτερο-λογία.
51755τριτολογώ[τριτολογῶ] τρι-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {τριτολογ-εί ..., -ώντας | τριτολόγ-ησε, -ήσει} (επίσ.): κάνω τριτολογία: Ο ομιλητής μπορεί να ~ήσει για πέντε λεπτά. Βλ. πρωτο-, δευτερο-λογώ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.