Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52260-52280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51756τρίτομος, η, ο βλ. -τομος, τρι-
51757τριτοπαθής, ής, ές τρι-το-πα-θής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για παθολογική κατάσταση) που εμφανίζεται σε τρίτη φάση ως επακόλουθο άλλης: ~ υπερπαραθυρεοειδισμός. Βλ. πρωτο-, δευτερο-παθής, τριτογενής. [< γαλλ. tertiaire]
51758τριτοπρόσωπος, η, ο τρι-το-πρό-σω-πος επίθ.: που αναφέρεται ή γίνεται στο τρίτο πρόσωπο: (ΓΡΑΜΜ.) ~η: αντωνυμία.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~η: αφήγηση. Βλ. -πρόσωπος, πρωτοπρόσωπος. ● ΣΥΜΠΛ.: τριτοπρόσωπα ρήματα: ΓΡΑΜΜ. που απαντούν μόνο στο γ' ενικό ή/και πληθυντικό πρόσ., όπως επείγει/επείγουν, συμβαίνει/συμβαίνουν, πρέπει, αποφασίζεται, έγκειται, ενδέχεται, εννοείται, πρόκειται. Βλ. απρόσωπος. [< πβ. μτγν. επίρρ. τριτοπροσώπως]
51759τρίτος, η, ο τρί-τος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 3ος, Γ' ή γ', ΙII) 1. που αντιπροσωπεύει τον αριθμό τρία (3) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: γύρος/λόγος/τόμος/χρόνος. ~η: άσκηση/έκδοση (βιβλίου)/σύνοδος/φάση/φορά. ~ο: βήμα/έτος/κεφάλαιο/μέρος/στάδιο/συνέδριο/τεύχος. Είναι Ελληνίδα ~ης γενιάς. Περιμένουν το ~ο τους παιδί.|| Η ~η εξουσία (: η δικαστική).|| Αλέξανδρος ο ~ (Γ') ο Μακεδών (= ο Μέγας). 2. που βρίσκεται αμέσως μετά τον δεύτερο σε μια ιεραρχική κλίμακα: ~ο: βραβείο.|| (μειωτ.) Προϊόντα ~ης διαλογής. Βιβλία/ξενοδοχεία/πολίτες ~ης κατηγορίας.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ο: πρόσωπο. ~η: κλίση. 3. που συνδέεται με τρίτο βαθμό συγγένειας: ~ος: ξάδελφος. 4. εναλλακτικός, άλλος: μια ~η ανάγνωση/εκδοχή/ερμηνεία/θεώρηση/λύση (πβ. ενδιάμεσος)/ματιά.|| (επίσ.) Υπήκοοι ~ων χωρών (: εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης). ● Ουσ.: τρίτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Γ'). 2. ταχύτητα οχήματος: Έβαλε ~. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού: 2 στην ~ (23 = 2 × 2 × 2). Υψώνουμε τον αριθμό στην ~. ΣΥΝ. κύβος (3) 4. ΜΟΥΣ. διάστημα τριών φθόγγων που περιέχει δύο τόνους ή έναν τόνο και ένα ημιτόνιο., τρίτο (το): καθένα από τα τρία ίσα μέρη συνόλου: το ένα ~ του πληθυσμού. Τα δύο ~α της επιφάνειας. Πβ. τριτημόριο., τρίτος (ο) 1. ενν. όροφος: Ανέβηκε/μένει στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Mάρτιος: Γεννήθηκε στις 28/3/... (εικοσιοκτώ ~ου). 3. πρόσωπο ή φορέας που δεν συμμετέχει σε σχέση ή ζήτημα μεταξύ δύο πλευρών· πρόσωπο άσχετο με ορισμένη υπόθεση ή συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων: (επίσ.) αστική ευθύνη/οφειλές/υπηρεσίες/χρέη προς ~ους. Εισφορές/φόροι υπέρ ~ων. Πωλήσεις για λογαριασμό ~ων. Τα στοιχεία δεν γνωστοποιούνται σε ~ους.|| Ένας ~ θα μπουρούσε να δώσει λύση. Δεν υπολογίζει τα σχόλια (των) ~ων. Έμαθε τα νέα από ~ους/μέσω ~ων. 4. ΝΑΥΤ. ο τρίτος στην ιεραρχία καπετάνιος ή μηχανικός. Βλ. ανθυποπλοίαρχος. ● επίρρ.: τρίτον (λόγ.): στην τρίτη θέση σε απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: (κατά) πρώτον ..., (κατά) δεύτερον ... και (κατά) ~ ... Βλ. -ον2. ● ΣΥΜΠΛ.: τρίτη θέση: οικονομική θέση στο κατάστρωμα πλοίου: Ταξιδεύει (στην) ~ ~., τρίτο μάτι: διαίσθηση: Τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από το ~ του ~. Πβ. διόραση, έκτη αίσθηση, ενόραση. [< αγγλ. third eye] , Τρίτος Κόσμος: οι αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής: τα παιδιά/τα προβλήματα του ~ου ~ου. Οικονομική βοήθεια προς τα κράτη του ~ου ~ου. Βλ. ανεπτυγμένες/αναπτυγμένες χώρες, Τέταρτος Κόσμος, υπανάπτυκτες χώρες. [< γαλλ. Tiers-Monde, 1952] , η τρίτη διάσταση βλ. διάσταση, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, το Τρίτο Ράιχ βλ. ράιχ, το τρίτο φύλο βλ. φύλο, τρίτη ηλικία βλ. ηλικία ● ΦΡ.: ανάκριση τρίτου βαθμού βλ. ανάκριση, ένα τρίτο μάτι βλ. μάτι, ο τρίτος δρόμος βλ. δρόμος, στενές επαφές τρίτου τύπου βλ. επαφή, στους δύο τρίτος δεν χωρεί/χωρά(ει) βλ. χωρώ, τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος βλ. καταϊδρωμένος, τρίτη και φαρμακερή βλ. φαρμακερός [< αρχ. τρίτος, γαλλ. tiers, αγγλ. third]
51760τριτοταγής, ής, ές τρι-το-τα-γής επίθ. {τριτοταγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΧΗΜ. (για οργανική ένωση) στην οποία ένα άτομο άνθρακα είναι συνδεδεμένο με τρία άλλα και το τέταρτο υποκαθίσταται από ένα άτομο υδρογόνου: ~ής: αλκοόλη/αμίνη. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τριτοταγής δομή: ΒΙΟΧ. η τρισδιάστατη διάταξη της αναδίπλωσης της πολυπεπτιδικής ή της πολυνουκλεοτιδικής αλυσίδας. Βλ. πρωτο-, δευτερο-, τεταρτο-ταγής. [< αγγλ. tertiary structure, 1952]
51761τριτότοκος, η, ο τρι-τό-το-κος επίθ. (λόγ.): που έχει γεννηθεί τρίτος κατά σειρά σε μια οικογένεια: ~ος: γιος. ~η: κόρη. Βλ. πρωτό-, δευτερό-τοκος. [< μτγν. τριτότοκος]
51762τρίτροχος, η, ο βλ. τρι-, -τροχος
51763τρίτωναςτρί-τω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) τρίτων 1. ΖΩΟΛ. αμφίβιο με μικρό σώμα και μακριά ουρά (γένος Triturus), που μοιάζει με σαλαμάνδρα: λοφιοφόρος ~. Βλ. ουροδελή. 2. ΖΩΟΛ. μεγάλο θαλάσσιο γαστερόποδο (επιστ. ονομασ. Charonia tritonis) με σκληρό σπειροειδές όστρακο: Οι ~ες έχουν χαρακτηριστεί ως απειλούμενο είδος στη Μεσόγειο. 3. ΑΣΤΡΟΝ. ο μεγαλύτερος φυσικός δορυφόρος του πλανήτη Ποσειδώνα. ● ΣΥΜΠΛ.: αλπικός τρίτωνας βλ. αλπικός [< αρχ. Τρίτων, γαλλ. triton, αγγλ. Triton]
51764τριτώνειτρι-τώ-νει ρ. (αμτβ.) {τρίτω-σε, τριτώ-σει} (προφ.): γίνεται για τρίτη συνεχή φορά: ~ το καλό. ~σαν οι νίκες της ομάδας.τριτώνω (μτβ.): κάνω κάτι για τρίτη φορά: ~σε τα χρυσά μετάλλια (: έχει πάρει τρεις φορές την πρώτη θέση). ● ΦΡ.: τρίτωσε το κακό: για δυσάρεστο συμβάν που ακολουθεί δύο προηγούμενα και σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη σημαίνει το τέλος της κακοτυχίας.
51765τριφασικός, ή, ό τρι-φα-σι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που παράγει, φέρει τριφασικό ρεύμα ή λειτουργεί με αυτό: ~ός: κινητήρας/μετασχηματιστής/μετρητής/πίνακας. ~ή: γεννήτρια/γραμμή/παροχή ρεύματος/συσκευή/τάση. ~ό: κύκλωμα/φορτίο. ~ά: δίκτυα. ~ή είσοδος/έξοδος μετατροπέα. Βλ. μονο-, δι-, πολυ-φασικός. ● ΣΥΜΠΛ.: τριφασικό ρεύμα & τριφασικό (το): σύστημα από τρία εναλλασσόμενα μονοφασικά ρεύματα. [< γαλλ. triphasé, αγγλ. triphasic, 1901]
51766τρίφατσος, η, ο τρί-φα-τσος επίθ. (λαϊκό): (για κτίσμα ή οικόπεδο) που έχει τρεις όψεις: ~η: πολυκατοικία. ~ο: κατάστημα/κτίριο/(οροφο)διαμέρισμα. Βλ. δίφατσος.
51768τριφτός, ή, ό τρι-φτός επίθ.: που έχει τριφτεί: (ΖΑΧΑΡ.) ~ή: μηλόπιτα (: με ~ή ζύμη). Κυδώνι ~ό (: γλυκό του κουταλιού από ψιλοκομμένα κομμάτια κυδωνιού). [< αρχ. τριπτός]
51769τριφύλλιτρι-φύλ-λι ουσ. (ουδ.) {τριφυλλ-ιού}: ΒΟΤ. ποώδες φυτό της οικογένειας των ψυχανθών (γένος Trifolium) με φύλλα χωρισμένα στα τρία· χρησιμοποιείται ευρέως ως ζωοτροφή: καλλιέργεια ~ιού. Κόκκινο ~ (: επιστ. ονομασ. Trifolium pratense). Ήμερο (= μηδική)/τετράφυλλο/τυχερό ~ (βλ. γούρι).|| (κατ' επέκτ.) Έχει στον λαιμό ένα ~ (: μενταγιόν με το αντίστοιχο σχήμα). ● ΦΡ.: ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) βλ. Μάης [< μτγν. τριφύλλιον ‘μικρό τριφύλλι’]
51770τρίφυλλος, η, ο βλ. τρι-, -φυλλος
51771τριφωνίατρι-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. εκτέλεση τραγουδιού από τρεις φωνές ή όργανα: Η χορωδία ερμήνευσε σε ~ πολλά τραγούδια. Βλ. δι-, τετρα-φωνία. [< γαλλ. triphonie, αγγλ. triphony]
51772τρίφωνος, η, ο τρί-φω-νος επίθ. ΜΟΥΣ. 1. που εκτελείται με τρεις φωνές ή απαρτίζεται από αυτές: ~ο: τραγούδι. Ασκήσεις ~ης σύνθεσης.|| ~η: χορωδία. Βλ. δί-, τετρά-φωνος. 2. που αποτελείται από τρεις νότες: ~ες: συγχορδίες. [< μτγν. τρίφωνος ‘που έχει τρεις φωνές’, γερμ. dreistimmig]
51773τριφωσφορικός, ή, ό τρι-φω-σφο-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που εμπεριέχει τρεις φωσφορικές ομάδες: ~ή: ινοσιτόλη. ~ό: νάτριο/νουκλεοτίδιο/οξύ. ~ά: άλατα. Βλ. διφωσφορικός. ● ΣΥΜΠΛ.: τριφωσφορική αδενοσίνη: νουκλεοσίδιο (σύμβ. C10H16N5O13P3)που τροφοδοτεί με ενέργεια τις κυτταρικές διεργασίες μέσω της ενζυμικής υδρόλυσης. [< αγγλ. adenosine triphosphate, 1932, ATP, 1939, γαλλ. adénosin triphosphate, 1939] [< αγγλ. triphosphoric, γαλλ. triphosphorique]
51774τρίφωτος, η, ο βλ. τρι-, -φωτος
51775τρίχατρί-χα ουσ. (θηλ.) 1. νηματοειδής σχηματισμός από κερατίνη που αποτελείται από ρίζα, η οποία βρίσκεται στο τριχοθυλάκιο, και από ελεύθερο στέλεχος: γερή/ίσια ~. Άγριες/άσπρες/γκρίζες/μακριές/μαλακές ~ες. Σκληρές ~ες (πβ. γουρουνότριχες). ~ες της κεφαλής/της μασχάλης/του προσώπου. Τα λέπια της ~ας. Αύξηση/πτώση (= τριχόπτωση)/πυκνότητα/χρώμα των ~ών. Η ~ ταλαιπωρείται, σπάει και γίνεται θαμπή. Κερί που αφαιρεί τις ~ες από τη ρίζα (βλ. αποτρίχωση).|| (απειλητ.) Θα σου βγάλω το μαλλί ~-~.|| ~ες της γάτας/του σκύλου.|| (συνεκδ., το σύνολο των ~ών:) Έχει λεπτή/χοντρή ~. Πβ. μαλλιά, τρίχωμα. Βλ. βολβός, θηλή, θύλακας, χνούδι, χόριο. 2. καθετί που μοιάζει με τρίχα: πλαστικές ~ες. Βούρτσες με φυσική ~. Πινέλο με συνθετική ~. Οδοντόβουρτσα με μαλακές ~ες.|| (ΒΟΤ.) ~ες στα φύλλα φυτών. 3. ελατήριο του μηχανισμού ρολογιών. ● Υποκ.: τριχίτσα (η), τριχούλα (η) ● ΦΡ.: δεν άγγιξα/δεν πείραξα ούτε τρίχα (προφ.): δεν προκάλεσα κανένα απολύτως κακό: Δεν άγγιξαν/πείραξαν ούτε ~ από τους αμάχους., κρέμεται από μια τρίχα (προφ.): διατρέχει μεγάλο κίνδυνο, βρίσκεται σε κατάσταση αβεβαιότητας: Η ειρήνη/η ζωή του ~ ~. ΣΥΝ. κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) & μου σηκώθηκαν οι τρίχες (της κεφαλής) (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος ανατριχιάζει, τρομάζει, εκπλήσσεται δυσάρεστα ή εξοργίζεται: ~ ~ από το κρύο. Ήρθε ο λογαριασμός και ~ ~. Και μόνο που το θυμάμαι μου σηκώνεται ~. ΣΥΝ. μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί, στην τρίχα/πένα (προφ.): άψογα, κομψά: βαμμένη και χτενισμένη ~ ~. Είναι/ντύνεται πάντα ~ ~. Έχει το σπίτι ~ ~., τρίχες κατσαρές & τρίχες (προφ.-επιτατ.): ανοησίες, βλακείες, σαχλαμάρες: Τσακώθηκαν για ~ ~. Λες τρίχες! Πβ. μπαρούφα, μπούρδα, χαζομάρα.|| (ειρων.) Ποια τεχνολογία και ~ ~! Πβ. και πράσιν(α) άλογα, κουραφέξαλα., κάνω την τρίχα τριχιά βλ. τριχιά, παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα βλ. λίγο [< μεσν. τρίχα]
51776τρίχαςτρί-χας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): ανόητος άντρας: Πάλι βλακείες λέει ο ~! ΣΥΝ. σαχλαμάρας, σάχλας

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.