Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52260-52280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51742ΤρίτηΤρί-τη ουσ. (θηλ.): η τρίτη ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή) και δεύτερη εργάσιμη. Βλ. Δευτέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Τρίτη (συντομ. Μ. Τρίτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Τρίτη της Μεγάλης Εβδομάδας. ● ΦΡ.: Τρίτη και δεκατρείς (ενν. του μηνός): γρουσούζικη ημέρα σύμφωνα με τη δοξασία. Πβ. Παρασκευή και δεκατρείς. [< μτγν. Τρίτη]
51743τριτημόριοτρι-τη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. (επιστ.) καθένα από τα τρία ίσα μέρη στα οποία μπορεί να διαιρεθεί ένα ενιαίο σύνολο: (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Άνω/κάτω/μέσο ~ του προσώπου. Πβ. τρίτο. 2. ΜΟΥΣ. υποδιαίρεση του τόνου στο ένα τρίτο. Βλ. τεταρτημόριο. [< αρχ. τριτημόριον]
51744τρίτιοτρί-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό βαρύ ισότοπο του υδρογόνου (σύμβ. Τ, 3H ή H3), του οποίου ο πυρήνας περιέχει ένα πρωτόνιο και δύο νετρόνια. Βλ. πρώτιο, δευτέριο. [< αγγλ. tritium, 1933, < νεολατ. ~ < αρχ. τρίτος,  γαλλ. ~, 1937]
51745τριτο- & τριτό- & τριτ-: το τακτικό αριθμητικό τρίτος ως α' συνθετικό κυρ. ουσιαστικών και επιθέτων: τριτ-αγωνιστής.|| Τριτο-βάθμιος/~ετής.|| Τριτό-κλιτος. Βλ. πρωτο-, δευτερο-.
51746τριτοβάθμιος, α, ο τρι-το-βάθ-μι-ος επίθ.: που αντιπροσωπεύει τον τρίτο βαθμό ιεραρχίας, σειράς, φάσης ή σχετίζεται με αυτόν: ~α: επιτροπή/(συνεταιριστική) οργάνωση/περίθαλψη/φροντίδα (βλ. λ.). ~α: (συνδικαλιστικά) όργανα.|| ~α: σχολή. ~ο: εκπαιδευτικό ίδρυμα. ~ες: σπουδές. Κατάρτιση σε ~ο επίπεδο. Βλ. πανεπιστημιακός.|| ~ος: βιολογικός καθαρισμός. ~α: επεξεργασία λυμάτων.|| (ΜΑΘ.) ~α: εξίσωση (: στην οποία η μεγαλύτερη δύναμη αγνώστου ή μεταβλητής είναι ο κύβος). Βλ. -βάθμιος. ● ΣΥΜΠΛ.: τριτοβάθμια εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση [< γαλλ. de troisième degré, αγγλ. tertiary]
51747ΤριτογενέςΤρι-το-γε-νές ουσ. (ουδ.) {Τριτογενούς}: ΓΕΩΛ. η πρώτη περίοδος του καινοζωικού αιώνα (περ. 65.000.000 έως 2.000.000 χρόνια πριν). Βλ. Ηώ-, Μειό-, Ολιγό-, Παλαιό-, Πλειό-καινο· Νεο-, Παλαιο-, Τεταρτο-γενές. [< γαλλ. tertiaire]
51748τριτογενής, ής, ές τρι-το-γε-νής επίθ. 1. (επιστ.) που συμβαίνει ή δημιουργείται σε μια τρίτη φάση ή ακολουθία: ~ής: επεξεργασία (αποβλήτων)/καύση/(ΟΙΚΟΝ.) παραγωγή/πρόληψη (: ενν. της υποτροπής ασθένειας). ~ή: χρώματα. Βλ. -γενής, τριτοπαθής. 2. ΓΕΩΛ. που αναφέρεται στο Τριτογενές: ~ής: περίοδος. ● επίρρ.: τριτογενώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τριτογενής τομέας: ΟΙΚΟΝ. σύνολο οικονομικών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει το εμπόριο, τον τουρισμό με την εστίαση, τις μεταφορές και επικοινωνίες, τις τραπεζοασφαλιστικές εργασίες και τις λοιπές υπηρεσίες του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Βλ. πρωτο-, δευτερο-γενής τομέας. [< αρχ. τριτογενής, γαλλ. tertiaire, αγγλ. tertiary]
51749τριτοετής, ής, ές βλ. -ετής, τριτο-
51750τριτοκλασάτος, η, ο [τριτοκλασᾶτος] τρι-το-κλα-σά-τος επίθ. (προφ.): που είναι αρκετά χαμηλής αξίας και σπουδαιότητας, τρίτης κατηγορίας: ~ο: ξενοδοχείο. ~οι: ηθοποιοί. ~α: στελέχη. Βλ. -άτος, πρωτο-, δευτερο-κλασάτος.
51751τριτόκλιτος, η, ο τρι-τό-κλι-τος επίθ. {κυρ. στο ουδ. πληθ.}: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα) που κλίνεται σύμφωνα με την τρίτη κλίση της παραδοσιακής γραμματικής: (ως ουσ.) Το ουσιαστικό "πόλις" ανήκει στα ~α. Βλ. πρωτό-, δευτερό-κλιτος.
51752τριτοκοσμικός, ή, ό τρι-το-κο-σμι-κός επίθ. 1. (μτφ.-μειωτ.) που χαρακτηρίζεται από υπανάπτυξη, κυρ. στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα: ~ή: αθλιότητα (π.χ. των χωματερών)/νοοτροπία/πολιτική/συμπεριφορά/χώρα (πβ. καθυστερημένη, υπανάπτυκτη). ~ό: καθεστώς/κράτος/σύστημα (υγείας). ~ές: αντιλήψεις (= οπισθοδρομικές)/εικόνες/καταστάσεις/συνθήκες (εργασίας). ~ά: φαινόμενα. ~ού τύπου/χαρακτήρα. 2. που σχετίζεται με τον Τρίτο Κόσμο. [< 2: αγγλ. third world, 1958, γαλλ. tiers-mondiste, 1974]
51753τριτοκοσμικότητατρι-το-κο-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του τριτοκοσμικού: Δεν τιμά κανένα μας η ~.
51754τριτολογίατρι-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τρίτη αγόρευση ομιλητή για συγκεκριμένο θέμα σε επίσημη συνήθ. συνεδρίαση (στη Βουλή ή σε δικαστήριο): ~ του πρωθυπουργού. Βλ. πρωτο-, δευτερο-λογία.
51755τριτολογώ[τριτολογῶ] τρι-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {τριτολογ-εί ..., -ώντας | τριτολόγ-ησε, -ήσει} (επίσ.): κάνω τριτολογία: Ο ομιλητής μπορεί να ~ήσει για πέντε λεπτά. Βλ. πρωτο-, δευτερο-λογώ.
51756τρίτομος, η, ο βλ. -τομος, τρι-
51757τριτοπαθής, ής, ές τρι-το-πα-θής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για παθολογική κατάσταση) που εμφανίζεται σε τρίτη φάση ως επακόλουθο άλλης: ~ υπερπαραθυρεοειδισμός. Βλ. πρωτο-, δευτερο-παθής, τριτογενής. [< γαλλ. tertiaire]
51758τριτοπρόσωπος, η, ο τρι-το-πρό-σω-πος επίθ.: που αναφέρεται ή γίνεται στο τρίτο πρόσωπο: (ΓΡΑΜΜ.) ~η: αντωνυμία.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~η: αφήγηση. Βλ. -πρόσωπος, πρωτοπρόσωπος. ● ΣΥΜΠΛ.: τριτοπρόσωπα ρήματα: ΓΡΑΜΜ. που απαντούν μόνο στο γ' ενικό ή/και πληθυντικό πρόσ., όπως επείγει/επείγουν, συμβαίνει/συμβαίνουν, πρέπει, αποφασίζεται, έγκειται, ενδέχεται, εννοείται, πρόκειται. Βλ. απρόσωπος. [< πβ. μτγν. επίρρ. τριτοπροσώπως]
51759τρίτος, η, ο τρί-τος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 3ος, Γ' ή γ', ΙII) 1. που αντιπροσωπεύει τον αριθμό τρία (3) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: γύρος/λόγος/τόμος/χρόνος. ~η: άσκηση/έκδοση (βιβλίου)/σύνοδος/φάση/φορά. ~ο: βήμα/έτος/κεφάλαιο/μέρος/στάδιο/συνέδριο/τεύχος. Είναι Ελληνίδα ~ης γενιάς. Περιμένουν το ~ο τους παιδί.|| Η ~η εξουσία (: η δικαστική).|| Αλέξανδρος ο ~ (Γ') ο Μακεδών (= ο Μέγας). 2. που βρίσκεται αμέσως μετά τον δεύτερο σε μια ιεραρχική κλίμακα: ~ο: βραβείο.|| (μειωτ.) Προϊόντα ~ης διαλογής. Βιβλία/ξενοδοχεία/πολίτες ~ης κατηγορίας.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ο: πρόσωπο. ~η: κλίση. 3. που συνδέεται με τρίτο βαθμό συγγένειας: ~ος: ξάδελφος. 4. εναλλακτικός, άλλος: μια ~η ανάγνωση/εκδοχή/ερμηνεία/θεώρηση/λύση (πβ. ενδιάμεσος)/ματιά.|| (επίσ.) Υπήκοοι ~ων χωρών (: εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης). ● Ουσ.: τρίτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Γ'). 2. ταχύτητα οχήματος: Έβαλε ~. 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού: 2 στην ~ (23 = 2 × 2 × 2). Υψώνουμε τον αριθμό στην ~. ΣΥΝ. κύβος (3) 4. ΜΟΥΣ. διάστημα τριών φθόγγων που περιέχει δύο τόνους ή έναν τόνο και ένα ημιτόνιο., τρίτο (το): καθένα από τα τρία ίσα μέρη συνόλου: το ένα ~ του πληθυσμού. Τα δύο ~α της επιφάνειας. Πβ. τριτημόριο., τρίτος (ο) 1. ενν. όροφος: Ανέβηκε/μένει στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Mάρτιος: Γεννήθηκε στις 28/3/... (εικοσιοκτώ ~ου). 3. πρόσωπο ή φορέας που δεν συμμετέχει σε σχέση ή ζήτημα μεταξύ δύο πλευρών· πρόσωπο άσχετο με ορισμένη υπόθεση ή συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων: (επίσ.) αστική ευθύνη/οφειλές/υπηρεσίες/χρέη προς ~ους. Εισφορές/φόροι υπέρ ~ων. Πωλήσεις για λογαριασμό ~ων. Τα στοιχεία δεν γνωστοποιούνται σε ~ους.|| Ένας ~ θα μπουρούσε να δώσει λύση. Δεν υπολογίζει τα σχόλια (των) ~ων. Έμαθε τα νέα από ~ους/μέσω ~ων. 4. ΝΑΥΤ. ο τρίτος στην ιεραρχία καπετάνιος ή μηχανικός. Βλ. ανθυποπλοίαρχος. ● επίρρ.: τρίτον (λόγ.): στην τρίτη θέση σε απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: (κατά) πρώτον ..., (κατά) δεύτερον ... και (κατά) ~ ... Βλ. -ον2. ● ΣΥΜΠΛ.: τρίτη θέση: οικονομική θέση στο κατάστρωμα πλοίου: Ταξιδεύει (στην) ~ ~., τρίτο μάτι: διαίσθηση: Τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από το ~ του ~. Πβ. διόραση, έκτη αίσθηση, ενόραση. [< αγγλ. third eye] , Τρίτος Κόσμος: οι αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής: τα παιδιά/τα προβλήματα του ~ου ~ου. Οικονομική βοήθεια προς τα κράτη του ~ου ~ου. Βλ. ανεπτυγμένες/αναπτυγμένες χώρες, Τέταρτος Κόσμος, υπανάπτυκτες χώρες. [< γαλλ. Tiers-Monde, 1952] , η τρίτη διάσταση βλ. διάσταση, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, το Τρίτο Ράιχ βλ. ράιχ, το τρίτο φύλο βλ. φύλο, τρίτη ηλικία βλ. ηλικία ● ΦΡ.: ανάκριση τρίτου βαθμού βλ. ανάκριση, ένα τρίτο μάτι βλ. μάτι, ο τρίτος δρόμος βλ. δρόμος, στενές επαφές τρίτου τύπου βλ. επαφή, στους δύο τρίτος δεν χωρεί/χωρά(ει) βλ. χωρώ, τελευταίος (/δεύτερος/τρίτος) και καταϊδρωμένος βλ. καταϊδρωμένος, τρίτη και φαρμακερή βλ. φαρμακερός [< αρχ. τρίτος, γαλλ. tiers, αγγλ. third]
51760τριτοταγής, ής, ές τρι-το-τα-γής επίθ. {τριτοταγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΧΗΜ. (για οργανική ένωση) στην οποία ένα άτομο άνθρακα είναι συνδεδεμένο με τρία άλλα και το τέταρτο υποκαθίσταται από ένα άτομο υδρογόνου: ~ής: αλκοόλη/αμίνη. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τριτοταγής δομή: ΒΙΟΧ. η τρισδιάστατη διάταξη της αναδίπλωσης της πολυπεπτιδικής ή της πολυνουκλεοτιδικής αλυσίδας. Βλ. πρωτο-, δευτερο-, τεταρτο-ταγής. [< αγγλ. tertiary structure, 1952]
51761τριτότοκος, η, ο τρι-τό-το-κος επίθ. (λόγ.): που έχει γεννηθεί τρίτος κατά σειρά σε μια οικογένεια: ~ος: γιος. ~η: κόρη. Βλ. πρωτό-, δευτερό-τοκος. [< μτγν. τριτότοκος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.