Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52280-52300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51762τρίτροχος, η, ο βλ. τρι-, -τροχος
51763τρίτωναςτρί-τω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) τρίτων 1. ΖΩΟΛ. αμφίβιο με μικρό σώμα και μακριά ουρά (γένος Triturus), που μοιάζει με σαλαμάνδρα: λοφιοφόρος ~. Βλ. ουροδελή. 2. ΖΩΟΛ. μεγάλο θαλάσσιο γαστερόποδο (επιστ. ονομασ. Charonia tritonis) με σκληρό σπειροειδές όστρακο: Οι ~ες έχουν χαρακτηριστεί ως απειλούμενο είδος στη Μεσόγειο. 3. ΑΣΤΡΟΝ. ο μεγαλύτερος φυσικός δορυφόρος του πλανήτη Ποσειδώνα. ● ΣΥΜΠΛ.: αλπικός τρίτωνας βλ. αλπικός [< αρχ. Τρίτων, γαλλ. triton, αγγλ. Triton]
51764τριτώνειτρι-τώ-νει ρ. (αμτβ.) {τρίτω-σε, τριτώ-σει} (προφ.): γίνεται για τρίτη συνεχή φορά: ~ το καλό. ~σαν οι νίκες της ομάδας.τριτώνω (μτβ.): κάνω κάτι για τρίτη φορά: ~σε τα χρυσά μετάλλια (: έχει πάρει τρεις φορές την πρώτη θέση). ● ΦΡ.: τρίτωσε το κακό: για δυσάρεστο συμβάν που ακολουθεί δύο προηγούμενα και σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη σημαίνει το τέλος της κακοτυχίας.
51765τριφασικός, ή, ό τρι-φα-σι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που παράγει, φέρει τριφασικό ρεύμα ή λειτουργεί με αυτό: ~ός: κινητήρας/μετασχηματιστής/μετρητής/πίνακας. ~ή: γεννήτρια/γραμμή/παροχή ρεύματος/συσκευή/τάση. ~ό: κύκλωμα/φορτίο. ~ά: δίκτυα. ~ή είσοδος/έξοδος μετατροπέα. Βλ. μονο-, δι-, πολυ-φασικός. ● ΣΥΜΠΛ.: τριφασικό ρεύμα & τριφασικό (το): σύστημα από τρία εναλλασσόμενα μονοφασικά ρεύματα. [< γαλλ. triphasé, αγγλ. triphasic, 1901]
51766τρίφατσος, η, ο τρί-φα-τσος επίθ. (λαϊκό): (για κτίσμα ή οικόπεδο) που έχει τρεις όψεις: ~η: πολυκατοικία. ~ο: κατάστημα/κτίριο/(οροφο)διαμέρισμα. Βλ. δίφατσος.
51768τριφτός, ή, ό τρι-φτός επίθ.: που έχει τριφτεί: (ΖΑΧΑΡ.) ~ή: μηλόπιτα (: με ~ή ζύμη). Κυδώνι ~ό (: γλυκό του κουταλιού από ψιλοκομμένα κομμάτια κυδωνιού). [< αρχ. τριπτός]
51769τριφύλλιτρι-φύλ-λι ουσ. (ουδ.) {τριφυλλ-ιού}: ΒΟΤ. ποώδες φυτό της οικογένειας των ψυχανθών (γένος Trifolium) με φύλλα χωρισμένα στα τρία· χρησιμοποιείται ευρέως ως ζωοτροφή: καλλιέργεια ~ιού. Κόκκινο ~ (: επιστ. ονομασ. Trifolium pratense). Ήμερο (= μηδική)/τετράφυλλο/τυχερό ~ (βλ. γούρι).|| (κατ' επέκτ.) Έχει στον λαιμό ένα ~ (: μενταγιόν με το αντίστοιχο σχήμα). ● ΦΡ.: ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) βλ. Μάης [< μτγν. τριφύλλιον ‘μικρό τριφύλλι’]
51770τρίφυλλος, η, ο βλ. τρι-, -φυλλος
51771τριφωνίατρι-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. εκτέλεση τραγουδιού από τρεις φωνές ή όργανα: Η χορωδία ερμήνευσε σε ~ πολλά τραγούδια. Βλ. δι-, τετρα-φωνία. [< γαλλ. triphonie, αγγλ. triphony]
51772τρίφωνος, η, ο τρί-φω-νος επίθ. ΜΟΥΣ. 1. που εκτελείται με τρεις φωνές ή απαρτίζεται από αυτές: ~ο: τραγούδι. Ασκήσεις ~ης σύνθεσης.|| ~η: χορωδία. Βλ. δί-, τετρά-φωνος. 2. που αποτελείται από τρεις νότες: ~ες: συγχορδίες. [< μτγν. τρίφωνος ‘που έχει τρεις φωνές’, γερμ. dreistimmig]
51773τριφωσφορικός, ή, ό τρι-φω-σφο-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που εμπεριέχει τρεις φωσφορικές ομάδες: ~ή: ινοσιτόλη. ~ό: νάτριο/νουκλεοτίδιο/οξύ. ~ά: άλατα. Βλ. διφωσφορικός. ● ΣΥΜΠΛ.: τριφωσφορική αδενοσίνη: νουκλεοσίδιο (σύμβ. C10H16N5O13P3)που τροφοδοτεί με ενέργεια τις κυτταρικές διεργασίες μέσω της ενζυμικής υδρόλυσης. [< αγγλ. adenosine triphosphate, 1932, ATP, 1939, γαλλ. adénosin triphosphate, 1939] [< αγγλ. triphosphoric, γαλλ. triphosphorique]
51774τρίφωτος, η, ο βλ. τρι-, -φωτος
51775τρίχατρί-χα ουσ. (θηλ.) 1. νηματοειδής σχηματισμός από κερατίνη που αποτελείται από ρίζα, η οποία βρίσκεται στο τριχοθυλάκιο, και από ελεύθερο στέλεχος: γερή/ίσια ~. Άγριες/άσπρες/γκρίζες/μακριές/μαλακές ~ες. Σκληρές ~ες (πβ. γουρουνότριχες). ~ες της κεφαλής/της μασχάλης/του προσώπου. Τα λέπια της ~ας. Αύξηση/πτώση (= τριχόπτωση)/πυκνότητα/χρώμα των ~ών. Η ~ ταλαιπωρείται, σπάει και γίνεται θαμπή. Κερί που αφαιρεί τις ~ες από τη ρίζα (βλ. αποτρίχωση).|| (απειλητ.) Θα σου βγάλω το μαλλί ~-~.|| ~ες της γάτας/του σκύλου.|| (συνεκδ., το σύνολο των ~ών:) Έχει λεπτή/χοντρή ~. Πβ. μαλλιά, τρίχωμα. Βλ. βολβός, θηλή, θύλακας, χνούδι, χόριο. 2. καθετί που μοιάζει με τρίχα: πλαστικές ~ες. Βούρτσες με φυσική ~. Πινέλο με συνθετική ~. Οδοντόβουρτσα με μαλακές ~ες.|| (ΒΟΤ.) ~ες στα φύλλα φυτών. 3. ελατήριο του μηχανισμού ρολογιών. ● Υποκ.: τριχίτσα (η), τριχούλα (η) ● ΦΡ.: δεν άγγιξα/δεν πείραξα ούτε τρίχα (προφ.): δεν προκάλεσα κανένα απολύτως κακό: Δεν άγγιξαν/πείραξαν ούτε ~ από τους αμάχους., κρέμεται από μια τρίχα (προφ.): διατρέχει μεγάλο κίνδυνο, βρίσκεται σε κατάσταση αβεβαιότητας: Η ειρήνη/η ζωή του ~ ~. ΣΥΝ. κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) & μου σηκώθηκαν οι τρίχες (της κεφαλής) (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος ανατριχιάζει, τρομάζει, εκπλήσσεται δυσάρεστα ή εξοργίζεται: ~ ~ από το κρύο. Ήρθε ο λογαριασμός και ~ ~. Και μόνο που το θυμάμαι μου σηκώνεται ~. ΣΥΝ. μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί, στην τρίχα/πένα (προφ.): άψογα, κομψά: βαμμένη και χτενισμένη ~ ~. Είναι/ντύνεται πάντα ~ ~. Έχει το σπίτι ~ ~., τρίχες κατσαρές & τρίχες (προφ.-επιτατ.): ανοησίες, βλακείες, σαχλαμάρες: Τσακώθηκαν για ~ ~. Λες τρίχες! Πβ. μπαρούφα, μπούρδα, χαζομάρα.|| (ειρων.) Ποια τεχνολογία και ~ ~! Πβ. και πράσιν(α) άλογα, κουραφέξαλα., κάνω την τρίχα τριχιά βλ. τριχιά, παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα βλ. λίγο [< μεσν. τρίχα]
51776τρίχαςτρί-χας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): ανόητος άντρας: Πάλι βλακείες λέει ο ~! ΣΥΝ. σαχλαμάρας, σάχλας
51777τριχασμόςτρι-χα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. διαίρεση σε τρία τμήματα: ~ της στεφανιαίας αρτηρίας. 2. (καταχρ.-εμφατ.) διχασμός.
51778τριχιάτρι-χιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σχοινί, συνήθ. χοντρό, από τρίχες ζώου. ● ΦΡ.: κάνω την τρίχα τριχιά: υπερβάλλω, μεγαλοποιώ κάτι ασήμαντο: ~ει ~ για να τον λυπηθούν. [< μτγν. τριχία]
51779τριχίασητρι-χί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση των βλεφάρων κατά την οποία οι βλεφαρίδες στρέφονται προς τον βολβό, βλάπτοντας τον επιπεφυκότα και τον κερατοειδή. Βλ. εντρόπιο, -ίαση. [< μτγν. τριχίασις, γαλλ.-αγγλ. trichiasis]
51780τριχίδιοτρι-χί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. (επιστ.) τρίχα μικρού μεγέθους: ~α στα πόδια αράχνης/σαύρας. 2. ΒΟΤ. πολύ μικρός τριχοειδής σχηματισμός στη ρίζα και στα φύλλα των φυτών: απορροφητικά/ριζικά ~α. 3. ΒΙΟΛ. κυτταρική απόληξη που μοιάζει με μικροσκοπική τρίχα. Βλ. -ίδιο. [< μτγν. τριχίδιον 'σαρδέλα με κόκαλα σαν τρίχες' 2: γαλλ. poil]
51781τριχικός, ή, ό τρι-χι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στην τρίχα: ~ός: θύλακας. ~ό: θυλάκιο (= τριχοθυλάκιο).
51782τριχινέλωσητρι-χι-νέ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τριχίνωση. [< αγγλ. trichinellosis, 1958]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.