| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51777 | τριχασμός | τρι-χα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. διαίρεση σε τρία τμήματα: ~ της στεφανιαίας αρτηρίας. 2. (καταχρ.-εμφατ.) διχασμός. | |
| 51778 | τριχιά | τρι-χιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σχοινί, συνήθ. χοντρό, από τρίχες ζώου. ● ΦΡ.: κάνω την τρίχα τριχιά: υπερβάλλω, μεγαλοποιώ κάτι ασήμαντο: ~ει ~ για να τον λυπηθούν. [< μτγν. τριχία] | |
| 51779 | τριχίαση | τρι-χί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση των βλεφάρων κατά την οποία οι βλεφαρίδες στρέφονται προς τον βολβό, βλάπτοντας τον επιπεφυκότα και τον κερατοειδή. Βλ. εντρόπιο, -ίαση. [< μτγν. τριχίασις, γαλλ.-αγγλ. trichiasis] | |
| 51780 | τριχίδιο | τρι-χί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. (επιστ.) τρίχα μικρού μεγέθους: ~α στα πόδια αράχνης/σαύρας. 2. ΒΟΤ. πολύ μικρός τριχοειδής σχηματισμός στη ρίζα και στα φύλλα των φυτών: απορροφητικά/ριζικά ~α. 3. ΒΙΟΛ. κυτταρική απόληξη που μοιάζει με μικροσκοπική τρίχα. Βλ. -ίδιο. [< μτγν. τριχίδιον 'σαρδέλα με κόκαλα σαν τρίχες' 2: γαλλ. poil] | |
| 51781 | τριχικός | , ή, ό τρι-χι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στην τρίχα: ~ός: θύλακας. ~ό: θυλάκιο (= τριχοθυλάκιο). | |
| 51782 | τριχινέλωση | τρι-χι-νέ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τριχίνωση. [< αγγλ. trichinellosis, 1958] | |
| 51783 | τριχίνη | τρι-χί-νη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. νηματώδες παράσιτο (επιστ. ονομασ. Trichinella spiralis) που προκαλεί τριχίνωση στον άνθρωπο και σε άλλα θηλαστικά. Βλ. ενδοπαράσιτα, -ίνη. [< γαλλ. trichine, αγγλ. trichina] | |
| 51784 | τρίχινος | , η, ο τρί-χι-νος επίθ.: που έχει φτιαχτεί από τριχοειδές υλικό ή συνήθ. από τρίχες ζώων: ~ος: σάκος. ~η: βούρτσα. ~ο: γάντι/ένδυμα/ράσο/σφουγγάρι (= λούφα)/ύφασμα. [< αρχ. τρίχινος] | |
| 51785 | τριχίνωση | τρι-χί-νω-ση ουσ. (θηλ.) & τριχινίαση: ΙΑΤΡ. ασθένεια που προσβάλλει τους μυς και προκαλείται από την κατανάλωση νωπού ή όχι καλά ψημένου κρέατος, συνήθ. χοιρινού, που είναι μολυσμένο από τριχίνες. Βλ. -ωση2. ΣΥΝ. τριχινέλωση [< γαλλ. trichinose, αγγλ. trichinosis] | |
| 51786 | τριχλωροαιθυλένιο | τρι-χλω-ρο-αι-θυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & τριχλωραιθυλένιο: ΧΗΜ. άφλεκτο και άχρωμο υγρό (σύμβ. C2HCl3) που χρησιμοποιείται κυρ. ως βιομηχανικός διαλύτης: Το ~ θεωρείται καρκινογόνο. [< αγγλ. trichloroethylene, περ. 1919, γαλλ. trichloréthylène, 1933] | |
| 51787 | τριχλωρομεθάνιο | τρι-χλω-ρο-με-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. χλωροφόρμιο. [< γαλλ. trichlorométhane, αγγλ. trichloromethane] | |
| 51788 | τριχοειδής | , ής, ές τρι-χο-ει-δής επίθ. 1. (επιστ.) που μοιάζει με τρίχα, είναι πάρα πολύ λεπτός: ~είς: ρωγμές. (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ής: σωλήνας (: με εξαιρετικά μικρή διατομή). (ΧΗΜ.) ~ής: στήλη (: με μικρή διάμετρο). (ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ.) ~ής: άλγη. ~είς: ρίζες. ~ή: κύτταρα. (ΙΑΤΡ.) ~είς: θηλές (της γλώσσας). Βλ. -ειδής. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. τριχοειδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: λεμφικά τριχοειδή & (σπάν.) λεμφοφόρα τριχοειδή: ΙΑΤΡ. αγγεία που μεταφέρουν τη λέμφο στα λεμφαγγεία, για να καταλήξει τελικά στο φλεβικό σύστημα., τριχοειδή αγγεία & τριχοειδή {σπάν. στον εν.}: ΑΝΑΤ. μικροσκοπικοί αγωγοί μέσα από τους οποίους περνά το αίμα από την αρτηριακή στη φλεβική κυκλοφορία: επιφανειακά/πνευμονικά ~ ~., τριχοειδή φαινόμενα & (σπάν.) τριχοειδικά: ΦΥΣ. που παρουσιάζονται, όταν υγρά έρθουν σε επαφή με τριχοειδή σωλήνα ή με πορώδη μέσα. [< αρχ. τριχοειδής, γαλλ. capillaire, αγγλ. trichoid] | |
| 51789 | τριχοειδικός | , ή, ό τρι-χο-ει-δι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα τριχοειδή αγγεία: ~ή: αιμορραγία. ~ό: αίμα/δίκτυο. ΣΥΝ. τριχοειδής (2) ● ΣΥΜΠΛ.: τριχοειδή φαινόμενα βλ. τριχοειδής | |
| 51790 | τριχοθυλάκιο | τρι-χο-θυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. θύλακας που περιβάλλει τη ρίζα μίας έως τεσσάρων τριχών: εμφύτευση/μεταμόσχευση ~ίων. Βλ. τριχικός. | |
| 51791 | τριχομονάδες | τρι-χο-μο-νά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τριχομονάδα}: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. μαστιγοφόρα πρωτόζωα (επιστ. ονομασ. Trichomonas vaginalis) που παρασιτούν στον οργανισμό του ανθρώπου ή ορισμένων ζώων, προκαλώντας φλεγμονές: μόλυνση από ~. Βλ. τριχομονάδωση. [< γαλλ. trichomonas, αγγλ. trichomonad] | |
| 51792 | τριχομοναδικός | , ή, ό τρι-χο-μο-να-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται στις τριχομονάδες: ~ή: κολπίτιδα. | |
| 51793 | τριχομονάδωση | τρι-χο-μο-νά-δω-ση ουσ. (θηλ.) & τριχομονίαση: ΙΑΤΡ. σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα του γεννητικού συστήματος του ανθρώπου που προκαλείται από τις τριχομονάδες. Βλ. αφροδίσια νοσήματα, μετρονιδαζόλη, παρασίτωση, -ωση2. [< αγγλ. trichomoniasis, 1915] | |
| 51794 | τριχοπίλημα | τρι-χο-πί-λη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. συμπαγής μάζα που σχηματίζεται από τρίχες ή φυτικά υπολείμματα στο στομάχι ορισμένων ζώων και σπανιότ. του ανθρώπου. [< αγγλ. trichobezoar, γαλλ. (tricho)bézoard] | |
| 51795 | τριχόπτερα | τρι-χό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -πτέρων | σπάν. στον εν. τριχόπτερο}: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων (επιστ. ονομασ. Trichoptera) που μοιάζουν με τις νυχτοπεταλούδες, έχουν τέσσερα μεμβρανώδη φτερά, τα οποία καλύπτονται από τριχίδια, και υδρόβιες προνύμφες. Βλ. λεπιδό-, υμενό-πτερα. | |
| 51796 | τριχόπτωση | τρι-χό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πτώση των μαλλιών του ανθρώπου ή του τριχώματος ζώων: ανδρική/γυναικεία/εποχική (: δύο φορές τον χρόνο)/παθολογική/φυσιολογική ~. Τονωτικές αμπούλες/φάρμακα για την ~. Σαμπουάν κατά της ~ης. Προϊόν που καταπολεμά την/προκαλεί ~. Βλ. αλωπεκία, φαλάκρα.|| ~ σε σκύλους. Βλ. -πτωση. [< γαλλ. chute des cheveux] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ