| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51797 | τρίχορδος | , η, ο βλ. τρι-, -χορδος | |
| 51798 | τριχοτιλλομανία | τρι-χο-τιλ-λο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχολογική διαταραχή που συνίσταται σε επαναλαμβανόμενο τράβηγμα των τριχών της κεφαλής, το οποίο οδηγεί σε αλωπεκία. Βλ. -μανία. [< γαλλ. trichotillomanie, αγγλ. trichotillomania, περ. 1903] | |
| 51799 | τριχοτόμηση | τρι-χο-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.) & τριχοτομία: χωρισμός συνόλου σε τρία ίσα ή ισοδύναμα τμήματα: (ΓΕΩΜ.) ~ γωνίας.|| (μτφ.) ~ του εκλογικού σώματος. Βλ. διχοτόμηση. | |
| 51800 | τριχοτομώ | [τριχοτομῶ] τρι-χο-το-μώ ρ. (μτβ.) {τριχοτομ-εί ..., -ώντας | τριχοτόμ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: διαιρώ κάτι σε τρία ίσα ή ισοδύναμα τμήματα: (ΓΕΩΜ.) Η γωνία ~ήθηκε.|| (μτφ.) Η θέση του αντιπροέδρου ~εί (: διχάζει) το κόμμα. ~είται ένα κράτος. ~ημένη: χώρα. Βλ. διχοτομώ. [< μτγν. τριχοτομῶ, αγγλ. trichotomize] | |
| 51801 | τριχοφάγος | τρι-χο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. γυροειδής αλωπεκία. Βλ. -φάγος. | |
| 51802 | τριχοφυΐα | τρι-χο-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ανάπτυξη τριχών: ανεπιθύμητη/έντονη/πυκνή ~. Αύξηση της/εμφάνιση ~ας. ~ στις μασχάλες/στα πόδια/στο πρόσωπο/στο σώμα. Βλ. -φυΐα. ΣΥΝ. τρίχωση [< μτγν. τριχοφυΐα] | |
| 51803 | τριχόφυτα | τρι-χό-φυ-το ουσ. (ουδ.) (τα) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ): ΒΟΤ. γένος δερματόφυτων που προξενούν μυκητιάσεις στο δέρμα, στα νύχια και στις τρίχες ανθρώπων και ζώων, κυρ. των γατών. Βλ. -φυτο. [< γαλλ. trichophyton, αγγλ. trichophyte] | |
| 51804 | τριχοφυτία | τρι-χο-φυ-τί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δερματική λοίμωξη που οφείλεται στα τριχόφυτα, προκαλεί κνησμό και είναι μεταδοτική. Βλ. πόδι του αθλητή. [< γαλλ. trichophytie, αγγλ. trichophytosis] | |
| 51805 | τρίχρονος | , η, ο βλ. τρι-, -χρονος | |
| 51806 | τριχρωμία | τρι-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. {σπανιότ. στον πληθ.} συνδυασμός τριών χρωμάτων: μπλούζα με ~. ~ καφέ, μπεζ και μαύρου. 2. ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική εκτύπωσης σε όλες τις αποχρώσεις με χρήση τριών βασικών χρωμάτων (κόκκινο, κίτρινο, μπλε) και συνεκδ. η εικόνα ή το έντυπο που προκύπτει. Βλ. μονο-, δι-, τετρα-, πολυ-χρωμία. [< 2: γαλλ. trichromie] | |
| 51807 | τρίχρωμος | , η, ο τρί-χρω-μος επίθ.: που έχει ή συνδυάζει τρία χρώματα: ~η: σημαία. ~ες: γάτες. || ~ο: μελάνι (: για εκτυπωτή).|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~η: σαλάτα (: με τρία διαφορετικά συστατικά). || ~η: κινόα. || (ΣΤΡΑΤ.) ~η: παραλλαγή (πράσινου, καφέ και άσπρου). Πβ. τρικολόρε. Βλ. μονό-, δί-, τετρά-, πολύ-χρωμος. [< μτγν. τρίχρωμος, γαλλ. trichrome, 1902, αγγλ. trichrome, 1918] | |
| 51808 | τρίχωμα | τρί-χω-μα ουσ. (ουδ.) {τριχώμ-ατος} 1. σύνολο από τρίχες που καλύπτουν το σώμα των ανθρώπων (εκτός από το κεφάλι και το πρόσωπο) και ιδ. των ζώων: αραιό/γυαλιστερό/καστανό/κοντό/λαμπερό/λείο/πλούσιο/πυκνό/στιλπνό ~. Ανάπτυξη/απώλεια/περιποίηση/υφή του ~ατος. Το ~ (= η γούνα) της αλεπούς/γάτας. Σκύλοι με μακρύ/σκληρό ~. Πβ. μαλλί. 2. ΒΟΤ. χνουδωτή επιφάνεια στον κορμό και τα φύλλα ορισμένων φυτών με προστατευτικές ιδιότητες: αδενικά ~ατα. [< 1: αρχ. τρίχωμα] | |
| 51809 | τρίχωρος | , η, ο τρί-χω-ρος επίθ.: που έχει τρεις χώρους: ~η: σουίτα. ~α: διαμερίσματα. Βλ. μονό-, δί-χωρος. | |
| 51810 | τρίχωση | τρί-χω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): τριχοφυΐα: ~ του προσώπου. Βλ. υπερ~. [< αρχ. τρίχωσις· πβ. γαλλ. trichose, αγγλ. trichosis] | |
| 51811 | τριχωτός | , ή, ό τρι-χω-τός επίθ.: που έχει πολλές τρίχες: ~ός: άνδρας. ~ή: πλάτη. ~ό: στήθος. ~ά: πόδια/χέρια. Πβ. δασύτριχος, μαλλιαρός. ΑΝΤ. άτριχος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ά: κύτταρα (: βρίσκονται στα αυτιά και έχουν τριχοειδείς απολήξεις). ● Ουσ.: τριχωτό (το): σύνολο από τρίχες σε συγκεκριμένο μέρος του σώματος: περιποίηση του ~ού (της κεφαλής). Τραύμα στο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τριχωτή γλώσσα & μέλαινα τριχωτή γλώσσα: ΙΑΤΡ. υπερτροφία και επιμήκυνση των τριχοειδών θηλών της γλώσσας, που μπορεί να αποκτήσει καφέ, κίτρινο ή μαύρο χρώμα. [< αρχ. τριχωτός] | |
| 51812 | τριψήφιος | , α, ο βλ. τρι-, -ψήφιος | |
| 51767 | τρίψιμο | τρί-φτης ουσ. (αρσ.) 1. κουζινικό σκεύος ή εργαλείο με εγκοπές ή προεξοχές στην επιφάνειά του για το τρίψιμο και κομμάτιασμα κυρ. τυριών και λαχανικών: ηλεκτρικός ~ πιπεριού. ~ για καρυκεύματα. Κρεμμύδι τριμμένο στον ~η.|| (κατ' επέκτ.) ~ες καπνού. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα λείανσης υλικών ή επιφανειών: θραυστήρες και ~ες. 3. ειδικό σφουγγάρι ή βούρτσα για τρίψιμο του σώματος: ~ πλάτης.|| ~ες κάλων. [< πβ. μτγν. τρίπτης ‘που τρίβει όσους κάνουν θερμόλουτρο’, 1: γαλλ. râpe] | |
| 51813 | τρίψιμο | τρί-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {τριψίμ-ατος}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τρίβω: ~ των δοντιών/των ματιών/της μύτης.|| ~ του πιπεριού/τυριού. Βλ. άλεσμα.|| Ο λεκές θέλει ~ για να καθαρίσει. Απορρυπαντικό που αφαιρεί τη βρομιά χωρίς ~.|| ~ δαπέδων/μαρμάρων/πατωμάτων. Σύρμα για ~ (μαγειρικών σκευών). Τα ασημικά θέλουν ~ για να γυαλίσουν. Πβ. γυάλισμα.|| Το ~ (του σώματος) με οινόπνευμα (= εντριβή). [< μεσν. τρίψιμον] | |
| 51814 | τριωδία | τρι-ω-δί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. σύνθεση που ερμηνεύεται από τρεις φωνές. Πβ. τερτσέτο, τρίο, τριφωνία. Βλ. μον-, δι-ωδία. | |
| 51815 | τριώδιο | τρι-ώ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {τριωδί-ου} (κ. με κεφαλ. Τ) ΕΚΚΛΗΣ. 1. η χρονική περίοδος από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι την Καθαρά Δευτέρα: Ανοίγει/αρχίζει/μπαίνει το ~. Κλείνει το ~. Πβ. Αποκριά. Βλ. Μεγάλη Σαρακοστή. 2. σύντομος κανόνας με τρεις ωδές που ψάλλεται στον Όρθρο (με εξαίρεση τα Σάββατα και τις Κυριακές) την περίοδο από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο και το λειτουργικό βιβλίο που περιλαμβάνει αυτούς τους κανόνες: τα ~α της Μεγάλης Εβδομάδας.|| Δοξαστικά του ~ου. [< μεσν. τριώδιον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ