Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52300-52320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51783τριχίνητρι-χί-νη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. νηματώδες παράσιτο (επιστ. ονομασ. Trichinella spiralis) που προκαλεί τριχίνωση στον άνθρωπο και σε άλλα θηλαστικά. Βλ. ενδοπαράσιτα, -ίνη. [< γαλλ. trichine, αγγλ. trichina]
51784τρίχινος, η, ο τρί-χι-νος επίθ.: που έχει φτιαχτεί από τριχοειδές υλικό ή συνήθ. από τρίχες ζώων: ~ος: σάκος. ~η: βούρτσα. ~ο: γάντι/ένδυμα/ράσο/σφουγγάρι (= λούφα)/ύφασμα. [< αρχ. τρίχινος]
51785τριχίνωσητρι-χί-νω-ση ουσ. (θηλ.) & τριχινίαση: ΙΑΤΡ. ασθένεια που προσβάλλει τους μυς και προκαλείται από την κατανάλωση νωπού ή όχι καλά ψημένου κρέατος, συνήθ. χοιρινού, που είναι μολυσμένο από τριχίνες. Βλ. -ωση2. ΣΥΝ. τριχινέλωση [< γαλλ. trichinose, αγγλ. trichinosis]
51786τριχλωροαιθυλένιοτρι-χλω-ρο-αι-θυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & τριχλωραιθυλένιο: ΧΗΜ. άφλεκτο και άχρωμο υγρό (σύμβ. C2HCl3) που χρησιμοποιείται κυρ. ως βιομηχανικός διαλύτης: Το ~ θεωρείται καρκινογόνο. [< αγγλ. trichloroethylene, περ. 1919, γαλλ. trichloréthylène, 1933]
51787τριχλωρομεθάνιοτρι-χλω-ρο-με-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. χλωροφόρμιο. [< γαλλ. trichlorométhane, αγγλ. trichloromethane]
51788τριχοειδής, ής, ές τρι-χο-ει-δής επίθ. 1. (επιστ.) που μοιάζει με τρίχα, είναι πάρα πολύ λεπτός: ~είς: ρωγμές. (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ής: σωλήνας (: με εξαιρετικά μικρή διατομή). (ΧΗΜ.) ~ής: στήλη (: με μικρή διάμετρο). (ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ.) ~ής: άλγη. ~είς: ρίζες. ~ή: κύτταρα. (ΙΑΤΡ.) ~είς: θηλές (της γλώσσας). Βλ. -ειδής. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. τριχοειδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: λεμφικά τριχοειδή & (σπάν.) λεμφοφόρα τριχοειδή: ΙΑΤΡ. αγγεία που μεταφέρουν τη λέμφο στα λεμφαγγεία, για να καταλήξει τελικά στο φλεβικό σύστημα., τριχοειδή αγγεία & τριχοειδή {σπάν. στον εν.}: ΑΝΑΤ. μικροσκοπικοί αγωγοί μέσα από τους οποίους περνά το αίμα από την αρτηριακή στη φλεβική κυκλοφορία: επιφανειακά/πνευμονικά ~ ~., τριχοειδή φαινόμενα & (σπάν.) τριχοειδικά: ΦΥΣ. που παρουσιάζονται, όταν υγρά έρθουν σε επαφή με τριχοειδή σωλήνα ή με πορώδη μέσα. [< αρχ. τριχοειδής, γαλλ. capillaire, αγγλ. trichoid]
51789τριχοειδικός, ή, ό τρι-χο-ει-δι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα τριχοειδή αγγεία: ~ή: αιμορραγία. ~ό: αίμα/δίκτυο. ΣΥΝ. τριχοειδής (2) ● ΣΥΜΠΛ.: τριχοειδή φαινόμενα βλ. τριχοειδής
51790τριχοθυλάκιοτρι-χο-θυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. θύλακας που περιβάλλει τη ρίζα μίας έως τεσσάρων τριχών: εμφύτευση/μεταμόσχευση ~ίων. Βλ. τριχικός.
51791τριχομονάδεςτρι-χο-μο-νά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τριχομονάδα}: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. μαστιγοφόρα πρωτόζωα (επιστ. ονομασ. Trichomonas vaginalis) που παρασιτούν στον οργανισμό του ανθρώπου ή ορισμένων ζώων, προκαλώντας φλεγμονές: μόλυνση από ~. Βλ. τριχομονάδωση. [< γαλλ. trichomonas, αγγλ. trichomonad]
51792τριχομοναδικός, ή, ό τρι-χο-μο-να-δι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται στις τριχομονάδες: ~ή: κολπίτιδα.
51793τριχομονάδωσητρι-χο-μο-νά-δω-ση ουσ. (θηλ.) & τριχομονίαση: ΙΑΤΡ. σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα του γεννητικού συστήματος του ανθρώπου που προκαλείται από τις τριχομονάδες. Βλ. αφροδίσια νοσήματα, μετρονιδαζόλη, παρασίτωση, -ωση2. [< αγγλ. trichomoniasis, 1915]
51794τριχοπίληματρι-χο-πί-λη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. συμπαγής μάζα που σχηματίζεται από τρίχες ή φυτικά υπολείμματα στο στομάχι ορισμένων ζώων και σπανιότ. του ανθρώπου. [< αγγλ. trichobezoar, γαλλ. (tricho)bézoard]
51795τριχόπτερατρι-χό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -πτέρων | σπάν. στον εν. τριχόπτερο}: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων (επιστ. ονομασ. Trichoptera) που μοιάζουν με τις νυχτοπεταλούδες, έχουν τέσσερα μεμβρανώδη φτερά, τα οποία καλύπτονται από τριχίδια, και υδρόβιες προνύμφες. Βλ. λεπιδό-, υμενό-πτερα.
51796τριχόπτωσητρι-χό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πτώση των μαλλιών του ανθρώπου ή του τριχώματος ζώων: ανδρική/γυναικεία/εποχική (: δύο φορές τον χρόνο)/παθολογική/φυσιολογική ~. Τονωτικές αμπούλες/φάρμακα για την ~. Σαμπουάν κατά της ~ης. Προϊόν που καταπολεμά την/προκαλεί ~. Βλ. αλωπεκία, φαλάκρα.|| ~ σε σκύλους. Βλ. -πτωση. [< γαλλ. chute des cheveux]
51797τρίχορδος, η, ο βλ. τρι-, -χορδος
51798τριχοτιλλομανίατρι-χο-τιλ-λο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχολογική διαταραχή που συνίσταται σε επαναλαμβανόμενο τράβηγμα των τριχών της κεφαλής, το οποίο οδηγεί σε αλωπεκία. Βλ. -μανία. [< γαλλ. trichotillomanie, αγγλ. trichotillomania, περ. 1903]
51799τριχοτόμησητρι-χο-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.) & τριχοτομία: χωρισμός συνόλου σε τρία ίσα ή ισοδύναμα τμήματα: (ΓΕΩΜ.) ~ γωνίας.|| (μτφ.) ~ του εκλογικού σώματος. Βλ. διχοτόμηση.
51800τριχοτομώ[τριχοτομῶ] τρι-χο-το-μώ ρ. (μτβ.) {τριχοτομ-εί ..., -ώντας | τριχοτόμ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: διαιρώ κάτι σε τρία ίσα ή ισοδύναμα τμήματα: (ΓΕΩΜ.) Η γωνία ~ήθηκε.|| (μτφ.) Η θέση του αντιπροέδρου ~εί (: διχάζει) το κόμμα. ~είται ένα κράτος. ~ημένη: χώρα. Βλ. διχοτομώ. [< μτγν. τριχοτομῶ, αγγλ. trichotomize]
51801τριχοφάγοςτρι-χο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. γυροειδής αλωπεκία. Βλ. -φάγος.
51802τριχοφυΐατρι-χο-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ανάπτυξη τριχών: ανεπιθύμητη/έντονη/πυκνή ~. Αύξηση της/εμφάνιση ~ας. ~ στις μασχάλες/στα πόδια/στο πρόσωπο/στο σώμα. Βλ. -φυΐα. ΣΥΝ. τρίχωση [< μτγν. τριχοφυΐα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.