| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51816 | τριώνυμο | τρι-ώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {τριωνύμ-ου}: ΜΑΘ. πολυώνυμο με τρεις όρους: (κυρ.) ~ δευτέρου βαθμού (αx2 + βx + γ, όπου τα α, β, γ είναι διάφορα του μηδενός). Η διακρίνουσα του ~ου. Βλ. μον-, δι-ώνυμο. [< γαλλ. trinôme, αγγλ. trinomial] | |
| 51817 | τρίωρος | , η, ο βλ. τρι-, -ωρος | |
| 51818 | τριώροφος | , η, ο βλ. τρι-, -ώροφος | |
| 51819 | τρίωτος | , ος/η, ο τρί-ω-τος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (για αγγείο) με τρεις λαβές: ~ος: αμφορέας. ~η: υδρία. [< αρχ. τρίωτος] | |
| 51821 | τροβαδούρος | [τροβαδοῦρος] τρο-βα-δού-ρος ουσ. (αρσ.) 1. συνθέτης και εκτελεστής συνήθ. ερωτικών τραγουδιών: λαϊκός/ροκ ~. Ο ~ της αγάπης. Πβ. τραγουδιστής, τραγουδοποιός. 2. ΛΟΓΟΤ. (στη Δ. Ευρώπη από τον 11ο έως τον 13ο αι.) πλανόδιος λυρικός ποιητής που συνέθετε και τραγουδούσε ιπποτικά κυρ. τραγούδια. [< γαλλ. troubadour] | |
| 51822 | τρόικα | τρό-ι-κα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ομάδα τριών συνεργαζόμενων προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό επίσημων οργανισμών και ασχολούνται με πολιτικά, διοικητικά και οικονομικά θέματα: υπουργική ~. Η ~ των μεσολαβητών. Συνάντηση/συνεδρίαση της ~ας. 2. (παρωχ.) ρωσικό όχημα που θυμίζει έλκηθρο και το σέρνουν τρία άλογα. [< γαλλ. troïka < ρωσ. troĭka] | |
| 51823 | τροϊκανός | , ή, ό τρο-ϊ-κα-νός επίθ./ουσ. (αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την τρόικα: ~ός: αξιωματούχος/επίτροπος. ~ή: χρηματοδότηση. ~ό: σχέδιο.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (: τα μέλη της τρόικας). | |
| 51824 | τροκάνα | τρο-κά-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. ροκάνα. 2. τροκάνι. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 51825 | τροκάνι | τρο-κά-νι ουσ. (ουδ.) 1. κουδούνα που κρεμιέται στον λαιμό γιδοπροβάτων. ΣΥΝ. τροκάνα (2) 2. ΜΟΥΣ. λαϊκό μουσικό όργανο σαν κουδούνι το οποίο θυμίζει ισοσκελές τραπέζιο. | |
| 51826 | τροκάρ | τρο-κάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. χειρουργικό εργαλείο παρακέντησης με αιχμηρή άκρη ενσωματωμένη σε κυλινδρικό σωλήνα. [< γαλλ. trocart] | |
| 51827 | τρολ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (ΔΙΑΔΙΚΤ., αργκό) πρόσωπο που τρολάρει: ~ σε μπλογκ/τσατ ρουμ/φόρουμ. 2. (στη σκανδιναβική μυθολογία) τέρας μεγάλων διαστάσεων που ζει σε δάση και βουνά: ~ των σπηλαίων. [< 1: αμερικ. troll, 1992, γαλλ. ~, 2005 2: αγγλ. troll] | |
| 51828 | τρολάρισμα | τρο-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπανιότ.) τρολιά, τρόλινγκ (ΔΙΑΔΙΚΤ., αργκό): η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του τρολάρω: ξεκαρδιωτικό ~. Απίστευτα ~ίσματα. [< αμερικ. trolling] | |
| 51829 | τρολάρω | τρο-λά-ρω ρ. (αμτβ.) {τρόλαρ-α} (ΔΙΑΔΙΚΤ., αργκό): διατυπώνω ηλεκτρονικά προκλητικές ή λανθασμένες απόψεις, με σκοπό να διαταράξω μια διαδικτυακή συζήτηση: Μπαίνει στο ίντερνετ και ~ει. [< αμερικ. troll, 1992, γαλλ. troller, 2008] | |
| 51830 | τρόλεϊ | τρό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ηλεκτροκίνητο μέσο μαζικής μεταφοράς, στο οποίο η ρευματοληψία γίνεται με δύο κεραίες που εφάπτονται σε εναέρια ηλεκτροφόρα σύρματα· διαθέτει και ντιζελοκινητήρα για συνέχιση της κυκλοφορίας του σε περίπτωση διακοπής ρεύματος ή φυσικών εμποδίων: οδηγός του ~. Αρθρωτά ~. Οι γραμμές/τα δρομολόγια των ~. Βλ. τρολές. 2. τραπέζι, μεταλλικός σκελετός ή αποσκευή που διαθέτει ροδάκια και χρησιμοποιείται για μεταφορά αντικειμένων: ~ πιάτων. ~-μπαρ.|| ~ αποσκευών/κρεμαστών φακέλων/νοσηλείας. Αναδιπλούμενο ~. Πβ. τροχήλατο.|| (κυρ. ως παραθετικό σύνθ.) Βαλίτσα/τσάντα-~. ● ΦΡ.: αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) βλ. καρούλι [< αγγλ. trolley (car), γαλλ. trolleybus, 1921] | |
| 51831 | τρολές | τρο-λές ουσ. (αρσ.): καθεμιά από τις δύο κεραίες του τρόλεϊ. Βλ. -ές. [< αγγλ. trolley, γαλλ. ~] | |
| 51832 | τρόμαγμα | τρό-μαγ-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τρομάζω: ~ από ξαφνικό θόρυβο. | |
| 51833 | τρομάζω | τρο-μά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρόμα-ξα, τρομά-ξει, -γμένος, τρομάζ-οντας} 1. προκαλώ ή αισθάνομαι έντονο φόβο: Τον ~ει το άγνωστο/η μοναξιά. Η έκρηξη μάς ~ξε πολύ. Με ~ει η διαπίστωση/το ενδεχόμενο/η προοπτική ότι ... Πβ. αγριεύω, (εκ)φοβίζω.|| Δεν ~ει εύκολα. ~ξε από τον δυνατό κεραυνό. ~ στην ιδέα/στη σκέψη ότι ... Πβ. αγριεύομαι, σκιάζω, φοβάμαι, φρικάρω. Βλ. κατα~, ψιλο~. 2. προξενώ ή νιώθω ζωηρή ανησυχία: ~ει τη χώρα η αύξηση της ανεργίας. Δεν την ~ει (: αποθαρρύνει) η πολλή δουλειά.|| ~ξε, όταν τον είδε. Πβ. ξαφνιάζω. 3. (προφ.-επιτατ.) (+ να) δυσκολεύομαι: ~ξε να βρει δουλειά. ~ξαμε να τον/την γνωρίσουμε/ξεφορτωθούμε/ξυπνήσουμε/πείσουμε. ● Μτχ.: τρομαγμένος , η, ο: ~η: φωνή. ~ο: βλέμμα/ζώο/παιδί. Ξύπνησε/πετάχτηκε/φώναξε ~. Οι άνθρωποι έτρεχαν ~οι. Πβ. αγριεμένος. [< μεσν. τρομάζω] | |
| 51834 | τρομακτικός | , ή, ό τρο-μα-κτι-κός επίθ. & (προφ.) τρομαχτικός ΣΥΝ. τρομερός, φοβερός 1. που προξενεί τρόμο: ~ός: εφιάλτης/θόρυβος/σεισμός. ~ή: έκρηξη/εμπειρία/ιστορία/πτώση/σύγκρουση/ταινία. ~ό: ατύχημα/θέαμα/όνειρο/σενάριο. ~ά: γεγονότα/μυστικά. Είναι ~ στην όψη. 2. (μτφ.) που ξεπερνά τα όρια, που προκαλεί κατάπληξη, δέος ή θαυμασμό· πάρα πολύ μεγάλος ή έντονος: ~ή: απλότητα/επιτυχία/ισχύς/ταχύτητα. Έχει ~ή δύναμη/μνήμη. Πβ. απίστευτος, εκπληκτ-, καταπληκτ-ικός.|| ~ός: αριθμός (θυμάτων). ~ή: αύξηση (του κόστους)/ζέστη. ~ό: λάθος. ● επίρρ.: τρομακτικά | |
| 51835 | τρομάρα | τρο-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): φόβος, λαχτάρα: Πήρε μια ~ μόλις τον είδε/το έμαθε! Έμεινε άφωνος από την ~ του. Μ' έπιασε ~! ● ΦΡ.: μια χαρά και δυο τρομάρες (ειρων.): για αρνητική, άσχημη κατάσταση: Είμαι/όλα πάνε ~ ~. Πβ. άστα (να πάνε), μην τα ρωτάς, χάλια., τρομάρα του & τρομάρα να του 'ρθει (ειρων.): για να σχολιαστεί δηκτικά η συμπεριφορά κάποιου: Κάνει και τον συγγραφέα, ~ ~! Τι την ήθελα τη δίαιτα, ~ μου! Παραπονιέσαι κιόλας, ~ σου/να σου 'ρθει! [< μεσν. τρομάρα] | |
| 51836 | τρομαχτικός | βλ. τρομακτικός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ