Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52340-52360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51823τροϊκανός, ή, ό τρο-ϊ-κα-νός επίθ./ουσ. (αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την τρόικα: ~ός: αξιωματούχος/επίτροπος. ~ή: χρηματοδότηση. ~ό: σχέδιο.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (: τα μέλη της τρόικας).
51824τροκάνατρο-κά-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. ροκάνα. 2. τροκάνι. [< λ. ηχομιμητ.]
51825τροκάνιτρο-κά-νι ουσ. (ουδ.) 1. κουδούνα που κρεμιέται στον λαιμό γιδοπροβάτων. ΣΥΝ. τροκάνα (2) 2. ΜΟΥΣ. λαϊκό μουσικό όργανο σαν κουδούνι το οποίο θυμίζει ισοσκελές τραπέζιο.
51826τροκάρτρο-κάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. χειρουργικό εργαλείο παρακέντησης με αιχμηρή άκρη ενσωματωμένη σε κυλινδρικό σωλήνα. [< γαλλ. trocart]
51827τρολουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (ΔΙΑΔΙΚΤ., αργκό) πρόσωπο που τρολάρει: ~ σε μπλογκ/τσατ ρουμ/φόρουμ. 2. (στη σκανδιναβική μυθολογία) τέρας μεγάλων διαστάσεων που ζει σε δάση και βουνά: ~ των σπηλαίων. [< 1: αμερικ. troll, 1992, γαλλ. ~, 2005 2: αγγλ. troll]
51828τρολάρισματρο-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπανιότ.) τρολιά, τρόλινγκ (ΔΙΑΔΙΚΤ., αργκό): η ενέργεια και ιδ. το αποτέλεσμα του τρολάρω: ξεκαρδιωτικό ~. Απίστευτα ~ίσματα. [< αμερικ. trolling]
51829τρολάρωτρο-λά-ρω ρ. (αμτβ.) {τρόλαρ-α} (ΔΙΑΔΙΚΤ., αργκό): διατυπώνω ηλεκτρονικά προκλητικές ή λανθασμένες απόψεις, με σκοπό να διαταράξω μια διαδικτυακή συζήτηση: Μπαίνει στο ίντερνετ και ~ει. [< αμερικ. troll, 1992, γαλλ. troller, 2008]
51830τρόλεϊτρό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ηλεκτροκίνητο μέσο μαζικής μεταφοράς, στο οποίο η ρευματοληψία γίνεται με δύο κεραίες που εφάπτονται σε εναέρια ηλεκτροφόρα σύρματα· διαθέτει και ντιζελοκινητήρα για συνέχιση της κυκλοφορίας του σε περίπτωση διακοπής ρεύματος ή φυσικών εμποδίων: οδηγός του ~. Αρθρωτά ~. Οι γραμμές/τα δρομολόγια των ~. Βλ. τρολές. 2. τραπέζι, μεταλλικός σκελετός ή αποσκευή που διαθέτει ροδάκια και χρησιμοποιείται για μεταφορά αντικειμένων: ~ πιάτων. ~-μπαρ.|| ~ αποσκευών/κρεμαστών φακέλων/νοσηλείας. Αναδιπλούμενο ~. Πβ. τροχήλατο.|| (κυρ. ως παραθετικό σύνθ.) Βαλίτσα/τσάντα-~. ● ΦΡ.: αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) βλ. καρούλι [< αγγλ. trolley (car), γαλλ. trolleybus, 1921]
51831τρολέςτρο-λές ουσ. (αρσ.): καθεμιά από τις δύο κεραίες του τρόλεϊ. Βλ. -ές. [< αγγλ. trolley, γαλλ. ~]
51832τρόμαγματρό-μαγ-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τρομάζω: ~ από ξαφνικό θόρυβο.
51833τρομάζωτρο-μά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρόμα-ξα, τρομά-ξει, -γμένος, τρομάζ-οντας} 1. προκαλώ ή αισθάνομαι έντονο φόβο: Τον ~ει το άγνωστο/η μοναξιά. Η έκρηξη μάς ~ξε πολύ. Με ~ει η διαπίστωση/το ενδεχόμενο/η προοπτική ότι ... Πβ. αγριεύω, (εκ)φοβίζω.|| Δεν ~ει εύκολα. ~ξε από τον δυνατό κεραυνό. ~ στην ιδέα/στη σκέψη ότι ... Πβ. αγριεύομαι, σκιάζω, φοβάμαι, φρικάρω. Βλ. κατα~, ψιλο~. 2. προξενώ ή νιώθω ζωηρή ανησυχία: ~ει τη χώρα η αύξηση της ανεργίας. Δεν την ~ει (: αποθαρρύνει) η πολλή δουλειά.|| ~ξε, όταν τον είδε. Πβ. ξαφνιάζω. 3. (προφ.-επιτατ.) (+ να) δυσκολεύομαι: ~ξε να βρει δουλειά. ~ξαμε να τον/την γνωρίσουμε/ξεφορτωθούμε/ξυπνήσουμε/πείσουμε. ● Μτχ.: τρομαγμένος , η, ο: ~η: φωνή. ~ο: βλέμμα/ζώο/παιδί. Ξύπνησε/πετάχτηκε/φώναξε ~. Οι άνθρωποι έτρεχαν ~οι. Πβ. αγριεμένος. [< μεσν. τρομάζω]
51834τρομακτικός, ή, ό τρο-μα-κτι-κός επίθ. & (προφ.) τρομαχτικός ΣΥΝ. τρομερός, φοβερός 1. που προξενεί τρόμο: ~ός: εφιάλτης/θόρυβος/σεισμός. ~ή: έκρηξη/εμπειρία/ιστορία/πτώση/σύγκρουση/ταινία. ~ό: ατύχημα/θέαμα/όνειρο/σενάριο. ~ά: γεγονότα/μυστικά. Είναι ~ στην όψη. 2. (μτφ.) που ξεπερνά τα όρια, που προκαλεί κατάπληξη, δέος ή θαυμασμό· πάρα πολύ μεγάλος ή έντονος: ~ή: απλότητα/επιτυχία/ισχύς/ταχύτητα. Έχει ~ή δύναμη/μνήμη. Πβ. απίστευτος, εκπληκτ-, καταπληκτ-ικός.|| ~ός: αριθμός (θυμάτων). ~ή: αύξηση (του κόστους)/ζέστη. ~ό: λάθος. ● επίρρ.: τρομακτικά
51835τρομάρατρο-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): φόβος, λαχτάρα: Πήρε μια ~ μόλις τον είδε/το έμαθε! Έμεινε άφωνος από την ~ του. Μ' έπιασε ~! ● ΦΡ.: μια χαρά και δυο τρομάρες (ειρων.): για αρνητική, άσχημη κατάσταση: Είμαι/όλα πάνε ~ ~. Πβ. άστα (να πάνε), μην τα ρωτάς, χάλια., τρομάρα του & τρομάρα να του 'ρθει (ειρων.): για να σχολιαστεί δηκτικά η συμπεριφορά κάποιου: Κάνει και τον συγγραφέα, ~ ~! Τι την ήθελα τη δίαιτα, ~ μου! Παραπονιέσαι κιόλας, ~ σου/να σου 'ρθει! [< μεσν. τρομάρα]
51836τρομαχτικόςβλ. τρομακτικός
51838τρομοδίκητρο-μο-δί-κη ουσ. (θηλ.) (προφ.): δίκη τρομοκράτη: μάρτυρας σε ~.
51839τρομοκράτηςτρο-μο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τρομοκράτισσα} 1. πρόσωπο που συμμετέχει σε τρομοκρατική οργάνωση: ισλαμιστής (βλ. τζιχαντιστής)/καταζητούμενος/ύποπτος ~. Έκδοση/συλλήψεις/υπόθαλψη ~ών. Βλ. -κράτης. 2. (μτφ.) αυτός που επιβάλλεται με την άσκηση βίας και την πρόκληση τρόμου: Ο διευθυντής του είναι πραγματικός ~. Ιδεολογικοί ~ες. [< γαλλ. terroriste]
51840τρομοκράτησητρο-μο-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): πρόκληση τρόμου: ~ των αμάχων/του λαού. Απόπειρα/κρούσμα ~ης. Πβ. εκφοβισμός, κατα~. [< γαλλ. terrorisation]
51841τρομοκρατίατρο-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. πράξεις βίας (όπως τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών, δολοφονίες, απαγωγές, αεροπειρατείες) από τρομοκρατικές οργανώσεις για την επίτευξη κυρ. πολιτικών στόχων και κατ' επέκτ. οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια ή συμπεριφορά: διεθνής/εγχώρια/οργανωμένη/παγκόσμια/τυφλή (: που ασκείται χωρίς διάκριση) ~. Ύποπτος για ~. Εξάλειψη/εξάπλωση/καταπολέμηση/καταστολή/πρόληψη της ~ας. Θύμα ~ας. Μέτρα κατά της ~ας (πβ. αντι~).|| Φασιστική ~. Η ~ του καθεστώτος.|| (ΙΣΤ.) Κόκκινη (ερυθρά)/λευκή/μαύρη ~. 2. (μτφ.) εκφοβισμός, άσκηση κυρ. ιδεολογικής ή ψυχολογικής βίας με σκοπό την επιβολή: θρησκευτική/καθημερινή/κοινωνική/(παρα)κρατική/μαζική/οικολογική (= οικο~)/πνευματική/πολιτική/πυρηνική ~. Επικρατεί κλίμα ~ας. Η ~ της εξουσίας/των ισχυρών/των ΜΜΕ. Οικονομική ~ εναντίον/σε βάρος των πολιτών. Ασκείται ~ στους αντιπάλους. Εργάζονται υπό/ζουν σε καθεστώς ~ας. Βλ. κυβερνο~, -κρατία. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική τρομοκρατία: βιοτρομοκρατία. [< γαλλ. terrorisme]
51842τρομοκρατικός, ή, ό τρο-μο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τρομοκρατία ή/και τον τρομοκράτη: ~ός: πυρήνας. ~ή: απειλή/δράση/επίθεση. ~ό: γεγονός/δίκτυο/πλήγμα/σχέδιο/χτύπημα. ~οί: στόχοι. ~ές: διασυνδέσεις/ενέργειες/μέθοδοι. ~ά: εγκλήματα/όπλα. Σε ~ό κλοιό.|| (μτφ.) ~ή: απόλυση/πρακτική. ● επίρρ.: τρομοκρατικά ● ΣΥΜΠΛ.: τρομοκρατική οργάνωση/ομάδα: σύνολο ατόμων που δρουν παράνομα, ασκώντας βία για εκφοβισμό και επίτευξη πολιτικών ή άλλων στόχων: ποινική δίωξη για συμμετοχή σε ~ ~. Αρχηγός/γιάφκα/προκήρυξη ~ής ~ης. [< γαλλ. terroriste]
51843τρομοκρατολογίατρο-μο-κρα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόγος σχετικά με την τρομοκρατία, με σκοπό συνήθ. την πρόκληση φόβου στους πολίτες: κλίμα/σενάρια ~ας. Βλ. -λογία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.