Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52340-52360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51838τρομοδίκητρο-μο-δί-κη ουσ. (θηλ.) (προφ.): δίκη τρομοκράτη: μάρτυρας σε ~.
51839τρομοκράτηςτρο-μο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τρομοκράτισσα} 1. πρόσωπο που συμμετέχει σε τρομοκρατική οργάνωση: ισλαμιστής (βλ. τζιχαντιστής)/καταζητούμενος/ύποπτος ~. Έκδοση/συλλήψεις/υπόθαλψη ~ών. Βλ. -κράτης. 2. (μτφ.) αυτός που επιβάλλεται με την άσκηση βίας και την πρόκληση τρόμου: Ο διευθυντής του είναι πραγματικός ~. Ιδεολογικοί ~ες. [< γαλλ. terroriste]
51840τρομοκράτησητρο-μο-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): πρόκληση τρόμου: ~ των αμάχων/του λαού. Απόπειρα/κρούσμα ~ης. Πβ. εκφοβισμός, κατα~. [< γαλλ. terrorisation]
51841τρομοκρατίατρο-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. πράξεις βίας (όπως τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών, δολοφονίες, απαγωγές, αεροπειρατείες) από τρομοκρατικές οργανώσεις για την επίτευξη κυρ. πολιτικών στόχων και κατ' επέκτ. οποιαδήποτε βίαιη ενέργεια ή συμπεριφορά: διεθνής/εγχώρια/οργανωμένη/παγκόσμια/τυφλή (: που ασκείται χωρίς διάκριση) ~. Ύποπτος για ~. Εξάλειψη/εξάπλωση/καταπολέμηση/καταστολή/πρόληψη της ~ας. Θύμα ~ας. Μέτρα κατά της ~ας (πβ. αντι~).|| Φασιστική ~. Η ~ του καθεστώτος.|| (ΙΣΤ.) Κόκκινη (ερυθρά)/λευκή/μαύρη ~. 2. (μτφ.) εκφοβισμός, άσκηση κυρ. ιδεολογικής ή ψυχολογικής βίας με σκοπό την επιβολή: θρησκευτική/καθημερινή/κοινωνική/(παρα)κρατική/μαζική/οικολογική (= οικο~)/πνευματική/πολιτική/πυρηνική ~. Επικρατεί κλίμα ~ας. Η ~ της εξουσίας/των ισχυρών/των ΜΜΕ. Οικονομική ~ εναντίον/σε βάρος των πολιτών. Ασκείται ~ στους αντιπάλους. Εργάζονται υπό/ζουν σε καθεστώς ~ας. Βλ. κυβερνο~, -κρατία. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογική τρομοκρατία: βιοτρομοκρατία. [< γαλλ. terrorisme]
51842τρομοκρατικός, ή, ό τρο-μο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τρομοκρατία ή/και τον τρομοκράτη: ~ός: πυρήνας. ~ή: απειλή/δράση/επίθεση. ~ό: γεγονός/δίκτυο/πλήγμα/σχέδιο/χτύπημα. ~οί: στόχοι. ~ές: διασυνδέσεις/ενέργειες/μέθοδοι. ~ά: εγκλήματα/όπλα. Σε ~ό κλοιό.|| (μτφ.) ~ή: απόλυση/πρακτική. ● επίρρ.: τρομοκρατικά ● ΣΥΜΠΛ.: τρομοκρατική οργάνωση/ομάδα: σύνολο ατόμων που δρουν παράνομα, ασκώντας βία για εκφοβισμό και επίτευξη πολιτικών ή άλλων στόχων: ποινική δίωξη για συμμετοχή σε ~ ~. Αρχηγός/γιάφκα/προκήρυξη ~ής ~ης. [< γαλλ. terroriste]
51843τρομοκρατολογίατρο-μο-κρα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόγος σχετικά με την τρομοκρατία, με σκοπό συνήθ. την πρόκληση φόβου στους πολίτες: κλίμα/σενάρια ~ας. Βλ. -λογία.
51844τρομοκρατώ[τρομοκρατῶ] τρο-μο-κρα-τώ ρ. (μτβ.) {τρομοκρατ-είς ..., -ώντας | τρομοκράτ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. προκαλώ τρόμο ή μεγάλη ανησυχία, πανικοβάλλω: Η εγκληματικότητα ~εί τον κόσμο. Τους εκβίαζε και τους ~ούσε. Με ~εί η ιδέα/σκέψη ότι ... ~ήθηκαν από την ξαφνική επίθεση/τα οικονομικά μέτρα. ~ήθηκε, όταν άκουσε τα νέα. Πβ. εκφοβ-, τραμπουκ-, φοβερ-ίζω, τρομάζω. Βλ. κατα~. 2. επιβάλλομαι με βίαια μέσα, ασκώ τρομοκρατία: ~ούν τον άμαχο πληθυσμό. ● Μτχ.: τρομοκρατημένος , η, ο: ~η: συνείδηση. ~ο: βλέμμα/ζώο/παιδί/πλήθος/ύφος. ~οι: κάτοικοι. Αισθάνεται/έδειχνε ~. Είναι ακόμα ~ και σοκαρισμένος με αυτό που συνέβη. Ήταν ~η από το εύρος των ζημιών. [< γαλλ. terroriser]
51845τρομολαγνείατρο-μο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αρρωστημένη ευχαρίστηση που νιώθει κάποιος, όταν τρομοκρατεί τους άλλους ή παρατηρεί γύρω του τον τρόμο: οικονομική ~. Βλ. εξουσιο-, θεσμο-λαγνεία, κατατρομοκράτηση.
51846τρομολαγνικός, ή, ό τρο-μο-λα-γνι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την τρομολαγνεία: ~ή: υστερία. ~ό: κλίμα. ~ά: άρθρα.
51847τρομολάγνοςτρο-μο-λά-γνος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από τρομολαγνεία: Οι ~οι σκορπίζουν τον φόβο στους πολίτες.|| (ως επίθ.) ~α: σενάρια (= τρομολαγνικά). Βλ. -λάγνος.
51848τρομομέτρατρο-μο-μέ-τρα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.-συνήθ. ειρων.): μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας: σκληρά ~.
51849τρομονόμοςτρο-μο-νό-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.-συνήθ. ειρων.-μειωτ.): νόμος για την πάταξη της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος: διατάξεις του ~ου. Ψηφίστηκε ο νέος ~.|| (κατ' επέκτ.) Θέσπιση ~ων (: αυταρχικών νομοθετικών ρυθμίσεων). Βλ. -νόμος.
44334τρόμος

[ῥῖγος] ρί-γος ουσ. (ουδ.): τρεμούλιασμα λόγω ψύχους, πυρετού ή δυνατής συγκίνησης: Έχει/νιώθει ~η (= κρυάδες). ΣΥΝ. τουρτούρισμα.|| Ερωτικό ~. ~η ενθουσιασμού/ευτυχίας/τρόμου. Κύματα ~ους. Ανατροπή/διαπίστωση που προκαλεί ~. Ένα ~ διέτρεξε το σώμα της. Και μόνο που ακούς τη λέξη «πόλεμος» σε πιάνει ~. Πβ. ανατριχίλα, σκίρτημα, σύγκρυο, τρέμουλο, φρικίαση. ● ΣΥΜΠΛ.: ρίγη ηδονής: έντονο αίσθημα ευχαρίστησης και ιδ. σαρκικής απόλαυσης. [< αρχ. ῥῖγος]

51850τρόμοςτρό-μος ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} έντονος και ξαφνικός φόβος: απόλυτος/πυρηνικός ~. Ο ~ απέναντι/μπροστά στο άγνωστο. Νύχτα ~ου για μια ηλικιωμένη. Με πιάνει ~ στην ιδέα/στη σκέψη ότι ... Tην κατέλαβε/κυρίεψε ~. Μεγάλη πυρκαγιά έσπειρε/προκάλεσε/σκόρπισε τον ~ο στους κατοίκους. Δημιουργούν κλίμα ~ου και απόγνωσης. Πβ. πανικός.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Νυχτερινοί ~οι. Βλ. εφιάλτης, παραϋπνίες.|| (συνεκδ., όποιος ή ό,τι τρομάζει:) Ο μπαμπούλας είναι ο ~ (= το φόβητρο) των μικρών παιδιών. 2. ΙΑΤΡ. φυσιολογικό ή παθολογικό τρέμουλο: γεροντικός/ιδιοπαθής/οικογενής/παρεγκεφαλιδικός/στατικός ~. ~ ενεργείας/ηρεμίας. ~ των άκρων. Πβ. τρεμούλα, τρεμούλιασμα. Βλ. πάρκινσον.τρόμου: για οτιδήποτε προξενεί μεγάλη ταραχή: σενάρια ~ (= τρομοκρατικά, τρομοσενάρια). Ταινίες ~ (βλ. γκραν γκινιόλ). Βιβλία/ιστορίες μεταφυσικού/υπερφυσικού ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ο φόβος/τρόμος του κενού: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τάση καλλιτέχνη να γεμίζει ασφυκτικά τις επιφάνειες των εικαστικών του συνθέσεων. [< λατ. horror vacui, κατ’ επίδραση της αριστοτελικής φυσικής] , ισορροπία (του) τρόμου βλ. ισορροπία ● ΦΡ.: το μεροκάματο του τρόμου βλ. μεροκάματο, φόβος και τρόμος βλ. φόβος [< αρχ. τρόμος]
51851τρομοσενάριοτρο-μο-σε-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. ειρων.): εικασία που προκαλεί τρόμο: ~α (= σενάρια τρόμου) για τη γρίπη.
51852τρομοϋστερίατρο-μο-ϋ-στε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.) 1. υπερβολικές εκδηλώσεις τρόμου για την τρομοκρατία: παγκόσμια ~. Κλίμα ~ας. 2. υστερία τρόμου: δημοσιονομική ~.
51853τρομοφοβίατρο-μο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): φοβία για την τρομοκρατία: Σπέρνει την ~. Βλ. -φοβία.
51854τρόμπατρό-μπα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) αντλία αέρα ή νερού: απορροφητική/ηλεκτρική/πλαστική ~. ~ ελαστικών/μπάλας/ποδηλάτου/ποδιού/υψηλής πίεσης/χεριού.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Υδραυλική ~. ~ βενζίνης/λαδιού. Ακτινική ~ φρένου. Πβ. τουλούμπα. Βλ. αεραντλία, υδραντλία. 2. ΜΟΥΣ. τρομπέτα. ● ΣΥΜΠΛ.: τρόμπα μαρίνα 1. ΜΟΥΣ. & τρομπέτα μαρίνα: μουσικό όργανο με λεπτό μακρόστενο σχήμα και μία ή δύο χορδές. 2. ΝΑΥΤ. & τρομπαμαρίνα: (παρωχ.) τηλεβόας πλοίων. Πβ. μπουρού. [< ιταλ. tromba marina, γαλλ. trombette marine] [< ιταλ. tromba]
51855τρομπάρισματρο-μπά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τρομπάρω: Αφαιρεί τον αέρα με ~. Βλ. -ισμα.
51856τρομπάρωτρο-μπά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρόμπαρ-ε κ. τρομπάρ-ισε} (προφ.): διοχετεύω αέριο ή αντλώ υγρό με τη χρήση τρόμπας. [< ιταλ. trombare]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.