| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51857 | τρόμπας | τρό-μπας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): ηλίθιος ή χασομέρης. | |
| 51858 | τρομπέτα | τρο-μπέ-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. χάλκινο πνευστό όργανο με επιστόμιο, αναδιπλωμένο κυλινδρικό σωλήνα με τρεις βαλβίδες, ο οποίος καταλήγει σε μικρή καμπάνα· χρησιμοποιείται κυρ. σε ορχήστρες: κοντσέρτο για ~. Πβ. σάλπιγγα.|| (κατ' επέκτ.) Άνθη σε σχήμα ~ας. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. τρόμπα (2) [< ιταλ. trombetta, γαλλ. trompette] | |
| 51859 | τρομπετίστας | τρο-μπε-τί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τρομπετίστρια κ. τρομπετίστα}: ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει τρομπέτα: βιρτουόζος ~. ~ της τζαζ. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. trompettiste, ιταλ. trombettista, 1961] | |
| 51860 | τρομπόνι | τρο-μπό-νι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. χάλκινο πνευστό όργανο με επιστόμιο, κυλινδρικό σωλήνα που αναδιπλώνεται, καταλήγει σε καμπάνα και αυξομειώνεται με πιστόνι για την παραγωγή διαφορετικών τόνων: μπάσο/σόλο/τενόρο ~. Κουαρτέτο ~ιών. [< ιταλ. trombone] | |
| 51861 | τρομπονίστας | τρο-μπο-νί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τρομπονίστρια κ. τρομπονίστα}: μουσικός που παίζει τρομπόνι: ~ της τζαζ. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. trombonista] | |
| 51862 | τρομώδης | , ης, ες τρο-μώ-δης επίθ. {τρομώδ-ους | -εις, (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. (για πάθηση) που χαρακτηρίζεται από τρέμουλο: ~ης: κίνηση/παράλυση (= πάρκινσον). Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: τρομώδης νόσος: ΚΤΗΝ. μεταδοτική σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των αιγοπροβάτων., τρομώδες παραλήρημα βλ. παραλήρημα [< αρχ. τρομώδης] | |
| 51863 | τρόπαιο | τρό-παι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -αίου} 1. (λόγ.) σύμβολο νίκης: πολεμικά ~α. Περιέφερε τη σημαία του εχθρού ως ~.|| (κατ' επέκτ.) Κυνηγετικά ~α. Βλ. λάφυρο. 2. (μτφ.-λόγ.) βραβείο, έπαθλο: ασημένιο/βαρύτιμο/πολυπόθητο/χρυσό ~. Απονομή/κατάκτηση/κάτοχος ~αίου. Διεκδικεί/κέρδισε/έχασε το ~.|| (ΑΘΛ.) Μπασκετικό/ποδοσφαιρικό ~. Η ομάδα πήρε/σήκωσε το ευρωπαϊκό ~. Πβ. κύπελλο. Βλ. δάφνες. || (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα-~. 3. (κατά την αρχαιότητα) μνημείο που έστηναν οι νικητές στο πεδίο της μάχης: το ~ των Αθηναίων/της μάχης του Μαραθώνα. [< αρχ. τρόπαιον] | |
| 51864 | τροπαιοθήκη | τρο-παι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έπιπλο ή γενικότ. χώρος φύλαξης βραβείων και συνεκδ. ο συνολικός αριθμός τους: η ~ της ομάδας/του συλλόγου.|| Η αθλήτρια πρόσθεσε στην ~ της ακόμα ένα μετάλλιο. Βλ. -θήκη. | |
| 51865 | τροπαιούχος | , ος/α, ο [τροπαιοῦχος] τρο-παι-ού-χος επίθ. (λόγ.): που κατέχει το τρόπαιο του νικητή: (ΑΘΛ.) ~ος: ομάδα.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της διοργάνωσης. Πβ. θριαμβευτής. Βλ. -ούχος1. ΣΥΝ. τροπαιοφόρος [< μτγν. τροπαιοῦχος] | |
| 51866 | τροπαιοφόρος | , ος/α, ο τρο-παι-ο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): τροπαιούχος: ~ος: στρατηλάτης.|| (ΑΘΛ.) ~ος: αθλητής.|| (ΕΚΚΛΗΣ., ως προσωνύμιο) Άγιος Γεώργιος ο ~.|| (μτφ.-εμφατ.) Νικητής και ~. Πβ. θριαμβευτής. Βλ. -φόρος. [< μτγν. τροπαιοφόρος] | |
| 51867 | τροπάριο & τροπάρι | τρο-πά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {τροπαρί-ου} 1. ΕΚΚΛΗΣ. μικρό λειτουργικό άσμα που ψάλλεται ή διαβάζεται στις ορθόδοξες εκκλησιαστικές ακολουθίες: αναστάσιμα/βυζαντινά/δοξαστικά/κατανυκτικά/νεκρώσιμα ~α. ~α των αίνων/κανόνων. Tο ~ της Kασσιανής. Τα ~α της Μεγάλης Εβδομάδος/του Όρθρου/των Χριστουγέννων. Βλ. απολυτίκιο, στιχηρό. 2. (μτφ.-προφ., συνήθ. στον τ. τροπάρι) οτιδήποτε επαναλαμβάνεται επίμονα και κουραστικά: Άρχισε/συνεχίζει το γνωστό/ίδιο ~ (πβ. μοτίβο). Τώρα βρήκε άλλο ~. Πβ. χαβάς. ● ΦΡ.: αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά βλ. αλλάζω [< 1: μεσν. τροπάριον < αρχ. τρόπος] | |
| 51868 | τροπέτο | τρο-πέ-το ουσ. (ουδ.) (αργκό): κατεστραμμένο από τρακάρισμα αυτοκίνητο που διατίθεται για ανταλλακτικά: ~α μπροστά (= εμπρόσθια ~α)/πίσω. Μάντρα με ~α. Πωλείται ~. Βλ. μεταχειρισμένος. | |
| 51869 | τροπή | τρο-πή ουσ. (θηλ.) 1. αλλαγή στην εξέλιξη ή στην κατεύθυνση: απρόσμενη/αρνητική/δραματική/δυσάρεστη/ευχάριστη ~. ~ προς το καλύτερο/χειρότερο. Nέα ~ στο πρωτάθλημα. Η ~ των γεγονότων/του παιχνιδιού. Το θέμα/η υπόθεση πήρε άλλη/άσχημη ~.|| ~ σε φυγή του στόλου/στρατού. 2. μεταβολή, τροποποίηση: (ΓΛΩΣΣ.) Η ~ του φθόγγου [s] σε [r] μεταξύ δύο φωνηέντων (= ρωτακισμός).|| (ΜΑΘ.) ~ (= μετα~) κλασμάτων σε δεκαδικούς.|| (ΝΟΜ.) ~ προσημείωσης σε υποθήκη. 3. ΑΣΤΡΟΝ. ηλιοστάσιο: θερινή/χειμερινή ~. [< αρχ. τροπή] | |
| 51870 | τρόπιδα | τρό-πι-δα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) τρόπις 1. ΝΑΥΤ. (επίσ.) καρίνα. 2. ΟΡΝΙΘ. πλατύ οστό στο στέρνο των πτηνών. 3. ΒΟΤ. το κατώτερο από τα πέντε πέταλα της στεφάνης των ψυχανθών. Βλ. πέτασος. [< 1: αρχ. τρόπις] | |
| 51871 | τροπικοποίηση | τρο-πι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. μεταβολή του κλίματος μιας περιοχής σε τροπικό: ~ της Μεσογείου. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. tropicalization, 1944, γαλλ. tropicalisation, 1950] | |
| 51872 | τροπικός | , ή, ό τρο-πι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη διακεκαυμένη ζώνη ή έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτή: ~ός: ιός/κυκλώνας/παράδεισος. ~ή: ζούγκλα/ιατρική (: για τις νόσους που εκδηλώνονται στις ~ές περιοχές)/καταιγίδα/πανίδα/φύση. ~ό: κλίμα (: πολύ θερμό και με υγρασία)/νησί. ~ές: ασθένειες/βροχές/θάλασσες/χώρες. ~ά: λουλούδια/φρούτα (π.χ. ανανάς, γκουάβα, μάνγκο, μπανάνα)/φυτά/ψάρια.|| ~ός: κήπος. ~ή: βλάστηση (: πυκνή)/ζέστη (: πολύ μεγάλη)/παραλία. Πβ. εξωτικός. Βλ. υπο~. 2. ΓΛΩΣΣ. που δηλώνει τρόπο, απαντά στην ερώτηση "πώς;" ή αναφέρεται στην τροπικότητα: ~ή: μετοχή (λ.χ. παίζοντας). ~ό: επίρρημα (π.χ. γρήγορα).|| ~ές: εκφράσεις (όπως: κατά τη γνώμη μου). 3. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τον μουσικό τρόπο ή την τροπική μουσική: ~ή: ανάλυση (συνθέσεων)/αντίστιξη. ~ό: σύστημα (βλ. τονικό). ~ές: κλίμακες. 4. ΑΣΤΡΟΝ. που αναφέρεται στις τροπές του ήλιου. ● Ουσ.: τροπικοί (οι): ΓΕΩΓΡ. η διακεκαυμένη/τροπική ζώνη. ● ΣΥΜΠΛ.: τροπική μουσική: ΜΟΥΣ. που βασίζεται στη μελωδία και στον ρυθμό και όχι στην αρμονία: η ~ ~ της Ανατολής., τροπικό ρήμα: ΓΛΩΣΣ. που εκφράζει τη στάση του ομιλητή σε όσα λέει (κυρ. τα "μπορεί" και "πρέπει"). [< αγγλ. modal (verb), 1959] , τροπικός (κύκλος): ΓΕΩΔ. ο Τροπικός του Αιγόκερω ή ο Τροπικός του Καρκίνου., Τροπικός του Αιγόκερω & (σπάν.) Νότιος Τροπικός: ΓΕΩΔ. νοητός παράλληλος της Γης που βρίσκεται νότια από τον ισημερινό και σε απόσταση 23° 27' από αυτόν: Κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος βρίσκεται στον ~ό ~. [< γαλλ. Tropique du Capricorne] , Τροπικός του Καρκίνου & (σπάν.) Βόρειος Τροπικός: ΓΕΩΔ. νοητός παράλληλος της Γης που βρίσκεται βόρεια από τον ισημερινό και σε απόσταση 23° 27' από αυτόν: Κατά το θερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος βρίσκεται στον ~ό ~. [< γαλλ. Tropique du Cancer] , διακεκαυμένη/τροπική ζώνη βλ. διακεκαυμένος, ηλιακό/τροπικό έτος βλ. έτος, τροπική μόρωση βλ. μόρωση, τροπικό δάσος βλ. δάσος [< 1,4: αρχ. τροπικός, γαλλ. tropique, tropical, αγγλ. tropic(al) 2: αγγλ. modal] | |
| 51873 | τροπικότητα | τρο-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. σημασιολογική κατηγορία που αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ο ομιλητής εκφράζει τη στάση του σε όσα λέει (όπως βεβαιότητα, επιθυμία, προτροπή, απαγόρευση, απειλή): δείκτες ~ας (: ας, θα, να). Βλ. -ότητα, πολυ~. 2. ΜΟΥΣ. μουσική γραφή βασισμένη στο σύστημα των τρόπων. Βλ. τονικότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: δεοντική τροπικότητα βλ. δεοντικός, επιστημική τροπικότητα βλ. επιστημικός [< αγγλ. modality, γαλλ. modalité] | |
| 51874 | τρόπις | βλ. τρόπιδα | |
| 51875 | τροπισμός | τρο-πι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. τάση των μη μετακινούμενων οργανισμών, κυρ. φυτών, να αυξάνουν κάποιο όργανό τους ή να αλλάζουν προσανατολισμό, αντιδρώντας σε εξωτερικά φυσικά ή χημικά ερεθίσματα, όπως φως, θερμοκρασία, βαρύτητα, υγρασία, αφή: αρνητικός/θετικός ~. ΣΥΝ. τακτισμός. Βλ. γεω~, φωτο~. 2. (σπάν.-μτφ.) ροπή, κλίση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. tropisme, 1900, αγγλ. tropism] | |
| 51876 | τροπολογία | τρο-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {τροπολογι-ών}: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. κείμενο μικρής έκτασης για τη συμπλήρωση ή την τροποποίηση προγενέστερων διατάξεων άρθρου, νομοσχεδίου, καταστατικού, ψηφίσματος: ειδική/επίμαχη/κυβερνητική/συνταγματική ~. Απόρριψη/απόσυρση/υιοθέτηση/ψήφιση της ~ας. Συζήτηση των ~ών. Έγινε δεκτή η ~. Πέρασε/υπερψηφίστηκε η ~. Κατατέθηκε η ~ για τις γονικές παροχές. Ο βουλευτής τάχθηκε εναντίον/υπέρ της ~ας. Βλ. -λογία. [< πβ. μτγν. τροπολογία 'αλληγορική έκφραση', γαλλ. amendement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ