| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51844 | τρομοκρατώ | [τρομοκρατῶ] τρο-μο-κρα-τώ ρ. (μτβ.) {τρομοκρατ-είς ..., -ώντας | τρομοκράτ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. προκαλώ τρόμο ή μεγάλη ανησυχία, πανικοβάλλω: Η εγκληματικότητα ~εί τον κόσμο. Τους εκβίαζε και τους ~ούσε. Με ~εί η ιδέα/σκέψη ότι ... ~ήθηκαν από την ξαφνική επίθεση/τα οικονομικά μέτρα. ~ήθηκε, όταν άκουσε τα νέα. Πβ. εκφοβ-, τραμπουκ-, φοβερ-ίζω, τρομάζω. Βλ. κατα~. 2. επιβάλλομαι με βίαια μέσα, ασκώ τρομοκρατία: ~ούν τον άμαχο πληθυσμό. ● Μτχ.: τρομοκρατημένος , η, ο: ~η: συνείδηση. ~ο: βλέμμα/ζώο/παιδί/πλήθος/ύφος. ~οι: κάτοικοι. Αισθάνεται/έδειχνε ~. Είναι ακόμα ~ και σοκαρισμένος με αυτό που συνέβη. Ήταν ~η από το εύρος των ζημιών. [< γαλλ. terroriser] | |
| 51845 | τρομολαγνεία | τρο-μο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αρρωστημένη ευχαρίστηση που νιώθει κάποιος, όταν τρομοκρατεί τους άλλους ή παρατηρεί γύρω του τον τρόμο: οικονομική ~. Βλ. εξουσιο-, θεσμο-λαγνεία, κατατρομοκράτηση. | |
| 51846 | τρομολαγνικός | , ή, ό τρο-μο-λα-γνι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την τρομολαγνεία: ~ή: υστερία. ~ό: κλίμα. ~ά: άρθρα. | |
| 51847 | τρομολάγνος | τρο-μο-λά-γνος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από τρομολαγνεία: Οι ~οι σκορπίζουν τον φόβο στους πολίτες.|| (ως επίθ.) ~α: σενάρια (= τρομολαγνικά). Βλ. -λάγνος. | |
| 51848 | τρομομέτρα | τρο-μο-μέ-τρα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.-συνήθ. ειρων.): μέτρα για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας: σκληρά ~. | |
| 51849 | τρομονόμος | τρο-μο-νό-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.-συνήθ. ειρων.-μειωτ.): νόμος για την πάταξη της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος: διατάξεις του ~ου. Ψηφίστηκε ο νέος ~.|| (κατ' επέκτ.) Θέσπιση ~ων (: αυταρχικών νομοθετικών ρυθμίσεων). Βλ. -νόμος. | |
| 44334 | τρόμος | [ῥῖγος] ρί-γος ουσ. (ουδ.): τρεμούλιασμα λόγω ψύχους, πυρετού ή δυνατής συγκίνησης: Έχει/νιώθει ~η (= κρυάδες). ΣΥΝ. τουρτούρισμα.|| Ερωτικό ~. ~η ενθουσιασμού/ευτυχίας/τρόμου. Κύματα ~ους. Ανατροπή/διαπίστωση που προκαλεί ~. Ένα ~ διέτρεξε το σώμα της. Και μόνο που ακούς τη λέξη «πόλεμος» σε πιάνει ~. Πβ. ανατριχίλα, σκίρτημα, σύγκρυο, τρέμουλο, φρικίαση. ● ΣΥΜΠΛ.: ρίγη ηδονής: έντονο αίσθημα ευχαρίστησης και ιδ. σαρκικής απόλαυσης. [< αρχ. ῥῖγος] | |
| 51850 | τρόμος | τρό-μος ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} έντονος και ξαφνικός φόβος: απόλυτος/πυρηνικός ~. Ο ~ απέναντι/μπροστά στο άγνωστο. Νύχτα ~ου για μια ηλικιωμένη. Με πιάνει ~ στην ιδέα/στη σκέψη ότι ... Tην κατέλαβε/κυρίεψε ~. Μεγάλη πυρκαγιά έσπειρε/προκάλεσε/σκόρπισε τον ~ο στους κατοίκους. Δημιουργούν κλίμα ~ου και απόγνωσης. Πβ. πανικός.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Νυχτερινοί ~οι. Βλ. εφιάλτης, παραϋπνίες.|| (συνεκδ., όποιος ή ό,τι τρομάζει:) Ο μπαμπούλας είναι ο ~ (= το φόβητρο) των μικρών παιδιών. 2. ΙΑΤΡ. φυσιολογικό ή παθολογικό τρέμουλο: γεροντικός/ιδιοπαθής/οικογενής/παρεγκεφαλιδικός/στατικός ~. ~ ενεργείας/ηρεμίας. ~ των άκρων. Πβ. τρεμούλα, τρεμούλιασμα. Βλ. πάρκινσον. ● τρόμου: για οτιδήποτε προξενεί μεγάλη ταραχή: σενάρια ~ (= τρομοκρατικά, τρομοσενάρια). Ταινίες ~ (βλ. γκραν γκινιόλ). Βιβλία/ιστορίες μεταφυσικού/υπερφυσικού ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ο φόβος/τρόμος του κενού: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τάση καλλιτέχνη να γεμίζει ασφυκτικά τις επιφάνειες των εικαστικών του συνθέσεων. [< λατ. horror vacui, κατ’ επίδραση της αριστοτελικής φυσικής] , ισορροπία (του) τρόμου βλ. ισορροπία ● ΦΡ.: το μεροκάματο του τρόμου βλ. μεροκάματο, φόβος και τρόμος βλ. φόβος [< αρχ. τρόμος] | |
| 51851 | τρομοσενάριο | τρο-μο-σε-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. ειρων.): εικασία που προκαλεί τρόμο: ~α (= σενάρια τρόμου) για τη γρίπη. | |
| 51852 | τρομοϋστερία | τρο-μο-ϋ-στε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.) 1. υπερβολικές εκδηλώσεις τρόμου για την τρομοκρατία: παγκόσμια ~. Κλίμα ~ας. 2. υστερία τρόμου: δημοσιονομική ~. | |
| 51853 | τρομοφοβία | τρο-μο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): φοβία για την τρομοκρατία: Σπέρνει την ~. Βλ. -φοβία. | |
| 51855 | τρομπάρισμα | τρο-μπά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τρομπάρω: Αφαιρεί τον αέρα με ~. Βλ. -ισμα. | |
| 51856 | τρομπάρω | τρο-μπά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρόμπαρ-ε κ. τρομπάρ-ισε} (προφ.): διοχετεύω αέριο ή αντλώ υγρό με τη χρήση τρόμπας. [< ιταλ. trombare] | |
| 51857 | τρόμπας | τρό-μπας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): ηλίθιος ή χασομέρης. | |
| 51858 | τρομπέτα | τρο-μπέ-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. χάλκινο πνευστό όργανο με επιστόμιο, αναδιπλωμένο κυλινδρικό σωλήνα με τρεις βαλβίδες, ο οποίος καταλήγει σε μικρή καμπάνα· χρησιμοποιείται κυρ. σε ορχήστρες: κοντσέρτο για ~. Πβ. σάλπιγγα.|| (κατ' επέκτ.) Άνθη σε σχήμα ~ας. Βλ. -έτα. ΣΥΝ. τρόμπα (2) [< ιταλ. trombetta, γαλλ. trompette] | |
| 51859 | τρομπετίστας | τρο-μπε-τί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τρομπετίστρια κ. τρομπετίστα}: ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει τρομπέτα: βιρτουόζος ~. ~ της τζαζ. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. trompettiste, ιταλ. trombettista, 1961] | |
| 51860 | τρομπόνι | τρο-μπό-νι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. χάλκινο πνευστό όργανο με επιστόμιο, κυλινδρικό σωλήνα που αναδιπλώνεται, καταλήγει σε καμπάνα και αυξομειώνεται με πιστόνι για την παραγωγή διαφορετικών τόνων: μπάσο/σόλο/τενόρο ~. Κουαρτέτο ~ιών. [< ιταλ. trombone] | |
| 51861 | τρομπονίστας | τρο-μπο-νί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τρομπονίστρια κ. τρομπονίστα}: μουσικός που παίζει τρομπόνι: ~ της τζαζ. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. trombonista] | |
| 51862 | τρομώδης | , ης, ες τρο-μώ-δης επίθ. {τρομώδ-ους | -εις, (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. (για πάθηση) που χαρακτηρίζεται από τρέμουλο: ~ης: κίνηση/παράλυση (= πάρκινσον). Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: τρομώδης νόσος: ΚΤΗΝ. μεταδοτική σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των αιγοπροβάτων., τρομώδες παραλήρημα βλ. παραλήρημα [< αρχ. τρομώδης] | |
| 51863 | τρόπαιο | τρό-παι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -αίου} 1. (λόγ.) σύμβολο νίκης: πολεμικά ~α. Περιέφερε τη σημαία του εχθρού ως ~.|| (κατ' επέκτ.) Κυνηγετικά ~α. Βλ. λάφυρο. 2. (μτφ.-λόγ.) βραβείο, έπαθλο: ασημένιο/βαρύτιμο/πολυπόθητο/χρυσό ~. Απονομή/κατάκτηση/κάτοχος ~αίου. Διεκδικεί/κέρδισε/έχασε το ~.|| (ΑΘΛ.) Μπασκετικό/ποδοσφαιρικό ~. Η ομάδα πήρε/σήκωσε το ευρωπαϊκό ~. Πβ. κύπελλο. Βλ. δάφνες. || (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα-~. 3. (κατά την αρχαιότητα) μνημείο που έστηναν οι νικητές στο πεδίο της μάχης: το ~ των Αθηναίων/της μάχης του Μαραθώνα. [< αρχ. τρόπαιον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ