Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5220-5240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4301αντασφαλιστικός, ή, ό [ἀντασφαλιστικός] α-ντα-σφα-λι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την αντασφάλιση: ~ός: διακανονισμός. ~ή: κάλυψη. ● επίρρ.: αντασφαλιστικά
4302αντασφάλιστρα[ἀντασφάλιστρα] α-ντα-σφά-λι-στρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αντασφάλιστρο}: ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται στον αντασφαλιστή ως αποζημίωση.
4303αντάτζιο[ἀντάτζιο] α-ντά-τζι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ., σπάν. ως επίρρ.} & (σπάν.) αντάτζο: ΜΟΥΣ. σύνθεση γραμμένη σε αργό ρυθμό: ερωτικό/μελαγχολικό ~. Βλ. αλέγκρο, αντάντε. [< ιταλ. adagio]
4304ανταύγεια

[ἀνταύγειες] α-νταύ-γει-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. ανταύγεια} 1. (κυρ. για βαφή που γίνεται σε τούφες μαλλιών) ανοιχτές, φωτεινές αποχρώσεις: κόκκινες/ξανθές ~. Έκανε ~. Πβ. μες.|| (σπανιότ.) Τοπάζι με χρυσές ~. 2. (συνήθ. λογοτ.) αντανάκλαση φωτός: ~ του ηλιοβασιλέματος. Οι αχνές ~ των φώτων της πόλης. Πβ. ακτινοβολία, αντιφέγγισμα, λάμψη. [< αρχ. ἀνταύγεια, γαλλ. reflet]

4305άντε[ἄντε] ά-ντε επιφών. (προφ.) & (συνήθ. ιδιωμ.) άιντε & (λαϊκό) άντες προς δήλωση 1. προτροπής, παρακίνησης, αποπομπής: ~ με το καλό! ~ ντε, μην κάθεστε! ~ ρε παιδιά! ~ στην ευχή του Θεού και της Παναγίας ~ και με τη νίκη! ~ και στα δικά σου/και στις χαρές σου! (σε γιορτή:) ~ και του χρόνου! (+ προστ.) ~ έλα/κουνήσου/ξύπνα/τελείωνε! ~ να πηγαίνουμε! (υβριστ.) ~ πνίξου/στα τσακίδια/(χάσου) από 'δω! Βλ. άι. 2. δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: ~ πάλι! ~ τώρα να βγάλεις άκρη! 3. παραχώρησης: ~, να σε βοηθήσω/(να) πάω (αν και βαριέμαι)! ~ να δούμε (τι θα γίνει)! Θα τελειώσει σε πέντε ~ δέκα το πολύ λεπτά. 4. έκπληξης, απορίας: ~, της είπε τέτοιο πράγμα (= μη μου λες! σοβαρά;); (ειρων.) ~, καλέ, δεν το ήξερα! ● ΦΡ.: άντε γεια (προφ.) 1. ως αποχαιρετισμός: Τα λέμε, ~ ~! Πβ. μάκια, μπάι, τσάο, φιλάκια. 2. (αργκό) πειρακτικά για κατάσταση χαμένη, που δεν διορθώνεται ή για (νεαρό συνήθ.) πρόσωπο που είναι στον κόσμο του: Καλά, μέχρι να ξαναπάρει μπρος η μηχανή, ~ ~!|| Δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του, είναι (πολύ) ~ ~ (το άτομο)! Πβ. τζαζ, φευγάτος., δεν είμαι άντε άντε (προφ.): όποιος κι όποιος, τυχαίος: Έχω τελειώσει και ένα πανεπιστήμιο, ~ ~!|| Τι με πέρασες; Άντε, άντε;, άι/άντε στον κόρακα! βλ. κόρακας [< τουρκ. haydi]
4306αντέγγραφο[ἀντέγγραφο] α-ντέγ-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. πράξη που ακυρώνει ή τροποποιεί προηγούμενη. [< γαλλ. contre-lettre]
4307αντεγκληματικός, ή, ό [ἀντεγκληματικός] α-ντε-γκλη-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που στοχεύει στην καταπολέμηση του εγκλήματος: ~ή: πολιτική. ~ές: δράσεις. Πβ. αντιτρομοκρατικός. [< μτγν. ἀντεγκληματικός 'που περιέχει αντέγκληση']
4308αντεγκλήσεις[ἀντεγκλήσεις] α-ντε-γκλή-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {-ήσεων | σπανιότ. στον εν. αντέγκληση} (λόγ.): ανταλλαγή κατηγοριών, προκλήσεων: δημόσιες/προσωπικές ~. Εν μέσω ~ήσεων. Θέμα που προκάλεσε συζητήσεις και ~. Πβ. αλληλοκατηγορίες, διαξιφισμός, διαπληκτισμός, λογομαχία. [< γαλλ. récriminations]
4309αντέδρασαβλ. αντιδρώ
4310αντεθνικός, ή, ό [ἀντεθνικός] α-ντε-θνι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο έθνος και τα συμφέροντά του: ~ή: δράση/πολιτική/προπαγάνδα. ~ά: συνθήματα. Κείμενο ~ού περιεχομένου/χαρακτήρα. Βλ. αντικρατικός. ΑΝΤ. πατριωτικός ● επίρρ.: αντεθνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. antinational]
4311αντεισαγγελέαςβλ. αντιεισαγγελέας
4312αντεισήγησηβλ. αντιεισήγηση
4313αντεκδίκηση[ἀντεκδίκηση] α-ντεκ-δί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ανταπόδοση του κακού για λόγους εκδίκησης: αιματηρή ~. Απειλούν με/ζητούν ~. Πβ. αντίποινα, αυτοδικία, βεντέτα, ρεβάνς. [< γαλλ. contre-vengeance]
4314αντεκδικούμαι[ἀντεκδικοῦμαι] α-ντεκ-δι-κού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αντεκδικ-είσαι ..., (σπάν.) -ήθηκα, -ηθεί} (λόγ.): ανταποδίδω εκδίκηση. Βλ. τιμωρώ.
4315αντεκκλησιαστικός, ή, ό βλ. αντιεκκλησιαστικός
4316αντέκταση[ἀντέκταση] α-ντέ-κτα-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. Ελληνική) μετατροπή βραχύχρονου φωνήεντος μιας συλλαβής στο αντίστοιχο μακρόχρονο, για να αναπληρωθεί ημίφωνο (λ, μ, ν, ρ, σ) που εξέπεσε μετά τη συλλαβή, π.χ. λυθέντς > λυθείς. [< μτγν. ἀντέκτασις 'ανταπόδοση', γερμ. Ersatzdehnung]
4317αντένα[ἀντένα] α-ντέ-να ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. κεραία που λαμβάνει ή μεταδίδει ηλεκτρομαγνητικά κύματα: δορυφορική ~. ~ αυτοκινήτου/ραδιοφώνου/ραντάρ/τηλεόρασης/υποβρυχίου. 2. (κατ' επέκτ.) υποστηρικτικός φορέας που συνδέεται με κάποιο κεντρικό όργανο: πολιτιστικές ~ες. Περιφερειακές ~ες εξυπηρέτησης. 3. ΝΑΥΤ. λεπτή και μακριά ράβδος στην οποία στερεώνονται πανιά (συνήθ. ιστιοφόρου πλοίου): σταυρωτές ~ες. ΣΥΝ. κεραία (2) 4. ΑΘΛ. (στο βόλεϊ) καθεμία από τις δύο εύκαμπτες ράβδους που βρίσκονται στις δύο αντίθετες πλευρές του φιλέ. [< 1,2,4: γαλλ. antenne, αγγλ. antenna 3: μεσν. αντένα]
4318αντενδείκνυται[ἀντενδείκνυται] α-ντεν-δεί-κνυ-ται ρ. (αμτβ.) {αντενδείκνυνται, μόνο στο ενεστ. θ.}: (συνήθ. ΙΑΤΡ.) δεν είναι ή δεν θεωρείται κατάλληλο, επωφελές: Εμβόλιο που ~ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (= δεν συνιστάται). ΑΝΤ. ενδείκνυται [< μτγν. ἀντενδείκνυμαι ‘δίνω αντίθετες ενδείξεις (για συμπτώματα)’]
4319αντένδειξη[ἀντένδειξη] α-ντέν-δει-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κατάσταση, δεδομένο που απαγορεύει τη χρήση συγκεκριμένου θεραπευτικού μέσου: απόλυτη ~ (ιδ. για εγκυμοσύνη). Παρενέργειες και ~είξεις φαρμάκων. ~είξεις χορήγησης (αντισυλληπτικών). Η τρίτη ηλικία δεν αποτελεί ~ για χειρουργική επέμβαση. ΑΝΤ. ένδειξη (3) 2. (σπάν.-λόγ.) ένδειξη που αντικρούει άλλη. Βλ. αντεπιχείρημα, αντιπρόταση. [< 1: μτγν. ἀντένδειξις, γαλλ. contre-indication 2: μεσν. αντένδειξις]
4320αντενέργεια[ἀντενέργεια] α-ντε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δράση που αποβλέπει στην αντιμετώπιση των ενεργειών άλλου. Βλ. αντί-δραση, -πραξη. [< γαλλ. action contraire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.