| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4294 | αντάρτικο | [ἀντάρτικο] α-ντάρ-τι-κο ουσ. (ουδ.) 1. τακτική, κίνημα άτακτων πολεμιστών: ~ στα βουνά. Πβ. ανταρτοπόλεμος.|| ~ (των) πόλεων (: λαϊκές οργανώσεις ένοπλης βίας). 2. ΙΣΤ. η Εθνική Αντίσταση κατά των Γερμανών και των συμμάχων τους στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. ● ΣΥΜΠΛ.: δεύτερο αντάρτικο: ΙΣΤ. το ένοπλο σώμα που συγκροτήθηκε από τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και ο εμφύλιος πόλεμος που ακολούθησε· συνεκδ. η περίοδος του Εμφυλίου: Πολέμησε στο ~ ~. ● ΦΡ.: σηκώνω αντάρτικο (σπάν.-λαϊκό-μτφ.): επαναστατώ, εξεγείρομαι. | |
| 4295 | αντάρτικος | , η, ο [ἀντάρτικος] α-ντάρ-τι-κος επίθ. & (λόγ.) ανταρτικός 1. που σχετίζεται με τους αντάρτες κυρ. της Εθνικής Αντίστασης: ~ος: στρατός. ~η: ομάδα. ~ες: οργανώσεις. 2. (μτφ.) επαναστατικός, ανατρεπτικός, ανυπότακτος: ~η: ψυχή (πβ. απείθαρχη, ασυμβίβαστη, ατίθαση).|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ο: ψηφοδέλτιο. Βλ. διασπαστικός. [< μεσν. ανταρτικός] | |
| 4296 | ανταρτοπόλεμος | [ἀνταρτοπόλεμος] α-νταρ-το-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) 1. ένοπλες επιχειρήσεις ανταρτών. Πβ. αντάρτικο, κλεφτοπόλεμος. 2. ΙΣΤ. ο εμφύλιος πόλεμος της περιόδου 1946-1949. Πβ. συμμοριτοπόλεμος. | |
| 4297 | αντασφάλεια | [ἀντασφάλεια] α-ντα-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αντασφάλιση. | |
| 4298 | αντασφαλίζω | [ἀντασφαλίζω] α-ντα-σφα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {αντασφάλι-σε, -σει, αντασφαλί-στηκε, -στεί, -σμένος}: ΟΙΚΟΝ. εκχωρώ σε άλλον ασφαλιστή ή ασφαλιστική εταιρεία μέρος ή το σύνολο των υποχρεώσεων που ανέλαβα ως ασφαλιστής. [< γαλλ. réassurer] | |
| 4299 | αντασφάλιση | [ἀντασφάλιση] α-ντα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αντασφαλίζω: προαιρετική/συμβατική ~. ~ κινδύνων. Μικτές ~ίσεις. ~ίσεις ζωής. ΣΥΝ. αντασφάλεια [< γαλλ. réassurance, αγγλ. reinsurance] | |
| 4300 | αντασφαλιστής | [ἀντασφαλιστής] α-ντα-σφα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {(θηλ.) αντασφαλίστρια}: ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο ή φορέας που αντασφαλίζει: (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. [< γαλλ. réassureur, αγγλ. reinsurer] | |
| 4301 | αντασφαλιστικός | , ή, ό [ἀντασφαλιστικός] α-ντα-σφα-λι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την αντασφάλιση: ~ός: διακανονισμός. ~ή: κάλυψη. ● επίρρ.: αντασφαλιστικά | |
| 4302 | αντασφάλιστρα | [ἀντασφάλιστρα] α-ντα-σφά-λι-στρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αντασφάλιστρο}: ΟΙΚΟΝ. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται στον αντασφαλιστή ως αποζημίωση. | |
| 4303 | αντάτζιο | [ἀντάτζιο] α-ντά-τζι-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ., σπάν. ως επίρρ.} & (σπάν.) αντάτζο: ΜΟΥΣ. σύνθεση γραμμένη σε αργό ρυθμό: ερωτικό/μελαγχολικό ~. Βλ. αλέγκρο, αντάντε. [< ιταλ. adagio] | |
| 4304 | ανταύγεια | [ἀνταύγειες] α-νταύ-γει-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. ανταύγεια} 1. (κυρ. για βαφή που γίνεται σε τούφες μαλλιών) ανοιχτές, φωτεινές αποχρώσεις: κόκκινες/ξανθές ~. Έκανε ~. Πβ. μες.|| (σπανιότ.) Τοπάζι με χρυσές ~. 2. (συνήθ. λογοτ.) αντανάκλαση φωτός: ~ του ηλιοβασιλέματος. Οι αχνές ~ των φώτων της πόλης. Πβ. ακτινοβολία, αντιφέγγισμα, λάμψη. [< αρχ. ἀνταύγεια, γαλλ. reflet] | |
| 4305 | άντε | [ἄντε] ά-ντε επιφών. (προφ.) & (συνήθ. ιδιωμ.) άιντε & (λαϊκό) άντες προς δήλωση 1. προτροπής, παρακίνησης, αποπομπής: ~ με το καλό! ~ ντε, μην κάθεστε! ~ ρε παιδιά! ~ στην ευχή του Θεού και της Παναγίας ~ και με τη νίκη! ~ και στα δικά σου/και στις χαρές σου! (σε γιορτή:) ~ και του χρόνου! (+ προστ.) ~ έλα/κουνήσου/ξύπνα/τελείωνε! ~ να πηγαίνουμε! (υβριστ.) ~ πνίξου/στα τσακίδια/(χάσου) από 'δω! Βλ. άι. 2. δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: ~ πάλι! ~ τώρα να βγάλεις άκρη! 3. παραχώρησης: ~, να σε βοηθήσω/(να) πάω (αν και βαριέμαι)! ~ να δούμε (τι θα γίνει)! Θα τελειώσει σε πέντε ~ δέκα το πολύ λεπτά. 4. έκπληξης, απορίας: ~, της είπε τέτοιο πράγμα (= μη μου λες! σοβαρά;); (ειρων.) ~, καλέ, δεν το ήξερα! ● ΦΡ.: άντε γεια (προφ.) 1. ως αποχαιρετισμός: Τα λέμε, ~ ~! Πβ. μάκια, μπάι, τσάο, φιλάκια. 2. (αργκό) πειρακτικά για κατάσταση χαμένη, που δεν διορθώνεται ή για (νεαρό συνήθ.) πρόσωπο που είναι στον κόσμο του: Καλά, μέχρι να ξαναπάρει μπρος η μηχανή, ~ ~!|| Δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του, είναι (πολύ) ~ ~ (το άτομο)! Πβ. τζαζ, φευγάτος., δεν είμαι άντε άντε (προφ.): όποιος κι όποιος, τυχαίος: Έχω τελειώσει και ένα πανεπιστήμιο, ~ ~!|| Τι με πέρασες; Άντε, άντε;, άι/άντε στον κόρακα! βλ. κόρακας [< τουρκ. haydi] | |
| 4306 | αντέγγραφο | [ἀντέγγραφο] α-ντέγ-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. πράξη που ακυρώνει ή τροποποιεί προηγούμενη. [< γαλλ. contre-lettre] | |
| 4307 | αντεγκληματικός | , ή, ό [ἀντεγκληματικός] α-ντε-γκλη-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που στοχεύει στην καταπολέμηση του εγκλήματος: ~ή: πολιτική. ~ές: δράσεις. Πβ. αντιτρομοκρατικός. [< μτγν. ἀντεγκληματικός 'που περιέχει αντέγκληση'] | |
| 4308 | αντεγκλήσεις | [ἀντεγκλήσεις] α-ντε-γκλή-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {-ήσεων | σπανιότ. στον εν. αντέγκληση} (λόγ.): ανταλλαγή κατηγοριών, προκλήσεων: δημόσιες/προσωπικές ~. Εν μέσω ~ήσεων. Θέμα που προκάλεσε συζητήσεις και ~. Πβ. αλληλοκατηγορίες, διαξιφισμός, διαπληκτισμός, λογομαχία. [< γαλλ. récriminations] | |
| 4309 | αντέδρασα | βλ. αντιδρώ | |
| 4310 | αντεθνικός | , ή, ό [ἀντεθνικός] α-ντε-θνι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο έθνος και τα συμφέροντά του: ~ή: δράση/πολιτική/προπαγάνδα. ~ά: συνθήματα. Κείμενο ~ού περιεχομένου/χαρακτήρα. Βλ. αντικρατικός. ΑΝΤ. πατριωτικός ● επίρρ.: αντεθνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. antinational] | |
| 4311 | αντεισαγγελέας | βλ. αντιεισαγγελέας | |
| 4312 | αντεισήγηση | βλ. αντιεισήγηση | |
| 4313 | αντεκδίκηση | [ἀντεκδίκηση] α-ντεκ-δί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ανταπόδοση του κακού για λόγους εκδίκησης: αιματηρή ~. Απειλούν με/ζητούν ~. Πβ. αντίποινα, αυτοδικία, βεντέτα, ρεβάνς. [< γαλλ. contre-vengeance] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ