Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52380-52400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51877τροπολογώ[τροπολογῶ] τρο-πο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {τροπολογ-εί, -ήσει | -ούνται, -ηθεί}: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. επιφέρω αλλαγή, συνήθ. σε νομοσχέδιο, μέσω τροπολογίας. Βλ. -λογώ. [< πβ. μτγν. τροπολογῶ 'μιλώ αλληγορικά', γαλλ. amender]
51878τροπομυοσίνητρο-πο-μυ-ο-σί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που παίζει ρυθμιστικό ρόλο στη συστολή των μυών. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. tropomyosin, 1946]
51879τροπονίνητρο-πο-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που επιδρά στην τροπομυοσίνη και επιτρέπει τη συστολή των μυών: καρδιακή ~. Επίπεδα ~ης. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. troponin, 1966]
51880τροπόπαυσητρο-πό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. ατμοσφαιρικό στρώμα μεταξύ τροπόσφαιρας και στρατόσφαιρας: ύψος της ~ης. [< γαλλ. tropopause, 1936, αγγλ. ~, 1918]
51881τροποποίησητρο-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τροποποιώ: ~ της άδειας (κυκλοφορίας εμβολίου)/των διατάξεων/των δρομολογίων/του κανονισμού (λειτουργίας ενός οργανισμού)/του καταστατικού (π.χ. σωματείου)/του ποινικού κώδικα/της προκήρυξης/του προϋπολογισμού. Προτεινόμενες ~ήσεις. Αποδοχή των ~ήσεων. Έκανα ~ήσεις (= αλλαγές) στο αρχικό μου πρόγραμμα. Προβαίνει σε ~ήσεις. Πβ. αναθεώρηση.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ συμπεριφοράς. (ΒΙΟΛ.) Γενετική ~. Πβ. μεταβολή. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ.-αγγλ. modification]
51882τροποποιήσιμος, η, ο τρο-πο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να τροποποιηθεί: ~ο: ασφάλιστρο/λογότυπο. (Μη) ~οι παράγοντες κινδύνου. Πβ. μετατρέψιμος. Βλ. -ιμος. [< γαλλ.-αγγλ. modifiable]
51883τροποποιητήςτρο-πο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) (επιστ.): στοιχείο ή διαδικασία που τροποποιεί κάτι: (ΠΛΗΡΟΦ.) λίστα ~ών (εικόνας, σχεδίου). (ΒΙΟΛ.) Γονίδια ~ές. (ΒΙΟΧ.) Αλλοστερικοί/βιολογικοί ~ές. [< γαλλ. modificateur, αγγλ. modifier]
51884τροποποιητικός, ή, ό τρο-πο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που τροποποιεί: ~ός: κανονισμός/νόμος. ~ή: αίτηση/απόφαση/δήλωση/οδηγία/σύμβαση. ~ό: διάταγµα/έντυπο/νομοσχέδιο/πρωτόκολλο. ~ές: διατάξεις/πράξεις. Πβ. αναθεωρητικός. Βλ. -ποιητικός. [< γαλλ. modificatif]
51885τροποποιώ[τροποποιῶ] τρο-πο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τροποποι-εί ..., -ώντας | τροποποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ενεργώ ώστε να γίνουν μερικές, συνήθ. μικρές, αλλαγές: ~ησε τη δημοσίευση/την πρόταση/το σενάριο/το σχέδιο. ~ήθηκε το Σύνταγμα. ~ημένη: εικόνα. ~ημένο: άρθρο/σχέδιο. Πβ. αναθεωρώ, μεταβάλλω, μεταρρυθμίζω. Βλ. -ποιώ. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετικά/γενετικώς τροποποιημένος: ΒΙΟΛ. το γενετικό υλικό του οποίου έχει μεταβληθεί με τεχνητό τρόπο, συνήθ. με την εισαγωγή γονιδίου που προέρχεται από άλλη ποικιλία ή είδος: ~ ~ ιός. ~ ~η: καλλιέργεια/ορμόνη/πατάτα/ποικιλία ρυζιού/σόγια. ~ ~ο: γρασίδι/DNA/καλαμπόκι. ~ ~οι: οργανισμοί (ακρ. ΓΤΟ). ~ ~α: βακτήρια/γονίδια/ζώα/κύτταρα/συστατικά (προϊόντων)/τρόφιμα/φυτά.|| (ως ουσ.) Κίνδυνοι από τα ~ ~α. ΣΥΝ. μεταλλαγμένος (1) [< αγγλ. genetically modified, 1960] [< γαλλ. modifier]
51886τρόποςτρό-πος ουσ. (αρσ.) 1. μέσο, σύστημα, μέθοδος: άμεσος/απλός/αποτελεσµατικός/γνωστός/εναλλακτικός/ευέλικτος/εύκολος/πρακτικός ~. ~ αξιοποίησης (του ελεύθερου χρόνου)/δήλωσης (π.χ. συμμετοχής)/διάκρισης (των ικανοτήτων)/διδασκαλίας/επικοινωνίας/κατασκευής/λειτουργίας (συσκευής)/οργάνωσης/σκέψης/συμπεριφοράς/σύνδεσης (σωμάτων καλοριφέρ)/υπολογισμού/χρήσης (προϊόντος). ~οι αντιμετώπισης (φαινομένου)/αποστολής (μηνύματος)/διασκέδασης/μάθησης/μεταφοράς/πληρωμής/προστασίας/συνεργασίας. ~ εφαρμογής ενός σχεδίου. Το διαδίκτυο άλλαξε τον ~ο που επικοινωνούμε. Δεν βρίσκει ~ο να επιστρέψει. Δεν υπάρχει ~ διαφυγής/~ να πειστεί. Θα βοηθήσει με όποιον ~ο μπορεί/με τον δικό του ~ο. Το κενό πρέπει να καλυφθεί με άλλον ~ο. Έχει αποδείξει με πολλούς/χίλιους ~ους την αξία του.|| Με τους ακόλουθους ~ους. Με αυτό τον ~ο/Κατ' αυτόν τον ~ο (= έτσι) η εργασία γίνεται ευκολότερη. Μιλά με τέτοιον ~ο, ώστε να γίνεται κατανοητή (= έτσι ώστε).|| Διάλεξε με τυχαίο ~ο (= τυχαία). Δικαιολογήθηκε με έξυπνο ~ο (= έξυπνα). 2. συμπεριφορά: απαράδεκτος/άψογος ~. Δεν είναι ~ αυτός! Δεν μου αρέσουν οι ~οι του.|| Με τον ~ο του στάθηκε στο πλευρό τους. Προσπάθησε με τον ~ο της να τους πλησιάσει. Πβ. φέρσιμο.|| Έχει κακούς/καλούς/λεπτούς/ωραίους ~ους. Δεν έχει ~ους (: είναι ανάγωγος). Κάποιος πρέπει να του μάθει ~ους. Πβ. διαγωγή. 3. ΜΟΥΣ. το είδος της κλίμακας από την οποία έχουν ληφθεί οι φθόγγοι μουσικής σύνθεσης: αιολικός/δωρικός/πεντατονικός/φρύγιος ~. Ελάσσων/μείζων ~. Εκκλησιαστικοί ~οι. 4. ΝΟΜ. (σε διαθήκη ή δωρεά) υποχρέωση που επιβάλλεται σε κληρονόμο με όρο να την εκπληρώσει: εκτέλεση του ~ου. Κληροδοσίες υπό ~ο. 5. ΓΡΑΜΜ. ποιόν ενεργείας. ● ΣΥΜΠΛ.: τρόπος ζωής: σύνολο δραστηριοτήτων, αντιλήψεων, συμπεριφορών κοινωνικής ομάδας ή ανθρώπου: αστικός/δυτικός/καθημερινός/καταναλωτικός/κυρίαρχος/νομαδικός/παραδοσιακός/σύγχρονος/υγιεινός/φυσικός ~ ~. Ακολουθώ/αφομοιώνω/επιβάλλω/επιλέγω/υιοθετώ έναν ~ο ~.|| Η γυμναστική/ποίηση είναι για μένα ~ ~. Έχει κάνει το τραγούδι ~ ~., μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός ● ΦΡ.: έχει (έναν/τον) τρόπο να: μπορεί, έχει την ικανότητα: ~ τον ~ο να σε κερδίζει αμέσως. ~ έναν ~ο να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Δεν έχει ~ο να υπερασπιστεί τον εαυτό του., έχει τον τρόπο του (προφ., συνήθ. ως υπονοούμενο για κάποιον εύπορο): τα βολεύει, τα καταφέρνει: Μην ανησυχείς γι' αυτήν, ~ ~ της., κατά/με κάποιο(ν) τρόπο & (λόγ.) τρόπον τινά: κάπως: Προσπαθεί ~ ~ να τον προσεγγίσει. Με το ύφος του επιβάλλει ~ ~ την άποψή του. ΣΥΝ. υπό/κατά μία έννοια, με κάθε τρόπο & (λόγ.) διά παντός τρόπου & παντί τρόπω: με οποιοδήποτε μέσο: Διευκολύνει/ενισχύει ~ ~ το έργο τους. Με στήριξαν ~ ~.|| Το μήνυμα πρέπει να δοθεί ~ ~ (= εξάπαντος, οπωσδήποτε) σε όλους., με τι/ποιον τρόπο; & (λογ.) τίνι τρόπω;: πώς: ~ ~ θα έρθει;, με τον ένα(ν) ή τον άλλο τρόπο: έτσι ή αλλιώς: Θα το μάθαινε ~ ~. Απασχόλησε, ~ ~, κριτικούς και συγγραφείς., με τρόπο (προφ.) 1. κατάλληλα ή ευγενικά, διακριτικά: Προσπάθησε να του το πει ~ ~, ώστε να μη θυμώσει. Της είπε ~ ~ ότι ενοχλήθηκε. 2. κρυφά: Άφησε το δώρο ~ ~ και έφυγε., τρόπος του λέγειν (λόγ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν λέγεται κυριολεκτικά: Πήρε το καπελάκι του, ~ ~, κι έγινε καπνός. Πβ. ας πούμε, που λέει ο λόγος., κατ' ουδένα(ν) τρόπο βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, κατά περίεργο τρόπο βλ. περίεργος, με επίσημο τρόπο βλ. επίσημος, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα [< 1,2,3: αρχ. τρόπος, γαλλ. mode]
51887τροπόσφαιρατρο-πό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. το κατώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας που εκτείνεται από την επιφάνεια της Γης μέχρι την αρχή της στρατόσφαιρας: θέρμανση/όζον της ~ας. Βλ. τροπόπαυση. [< γαλλ. troposphère, πριν από το 1913, αγγλ. troposphere, 1908]
51888τροποσφαιρικός, ή, ό τρο-πο-σφαι-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που υπάρχει ή συμβαίνει στην τροπόσφαιρα: ~ό: όζον. ~ή: σκέδαση. [< γαλλ. troposphérique, αγγλ. tropospheric]
51889τροτέζατρο-τέ-ζα ουσ. (θηλ.) (προφ.-παλαιότ.): πόρνη. [< γαλλ. trotteuse]
51890τροτσκισμόςτρο-τσκι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. η μαρξιστική πολιτική, κοινωνική και οικονομική θεωρία του Λέοντος Τρότσκι, η οποία υποστηρίζει τη διαρκή επανάσταση σε διεθνή κλίμακα. Βλ. λενιν-, μαρξ-, σταλιν-ισμός. [< γαλλ. trotskisme, 1926]
51891τροτσκιστήςτρο-τσκι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του τροτσκισμού. [< γαλλ. trotskiste, 1926]
51892τροτσκιστικός, ή, ό τρο-τσκι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον τροτσκισμό ή τους τροτσκιστές: ~ή: αριστερά/οργάνωση. ~ό: κίνημα/κόμμα/ρεύμα. ~ές: απόψεις/δυνάμεις. [< γαλλ. trotskiste, 1926]
51893τροτύλητρο-τύ-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. τρινιτροτολουόλη. [< αγγλ. trotyl, 1910]
51894τρουακάρ & τρουά-καρτρου-α-κάρ επίθ. {άκλ.}: (για ρούχο) που καλύπτει τα τρία τέταρτα περίπου του σώματος, των χεριών ή των ποδιών: παλτό ~. ~ μανίκια (: ως το μέσο του αντιβραχίου). Κάλτσες ~ (: μέχρι το γόνατο). [< γαλλ. trois-quarts, 1900]
51895τρουκουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: μεταλλικό αξεσουάρ: διακοσμητικά ~. Χρυσά ~ς. Κουρτίνα/ζώνη/μπότες/τσάντα/φόρεμα με ~ς. Κουμπιά ~.
51896τρούλος[τροῦλος] τρού-λος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) τρούλλος: ΑΡΧΙΤ. κυλινδρική, θολωτή κατασκευή στη στέγη κυρ. εκκλησιών, που έχει συνήθ. παράθυρα: κεντρικός ~. Χρυσοί ~οι. Η βάση/ο διάκοσμος/η διάμετρος/ο σταυρός/η στήριξη/το ψηφιδωτό του ~ου. Βασιλική με ~ο. Κινδυνεύει να καταρρεύσει ο ~. Πβ. θόλος. Βλ. λοφίο, Παντοκράτορας, τύμπανο. ● Υποκ.: τρουλίσκος (ο) [< μτγν. τροῦλλος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.