| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51884 | τροποποιητικός | , ή, ό τρο-πο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που τροποποιεί: ~ός: κανονισμός/νόμος. ~ή: αίτηση/απόφαση/δήλωση/οδηγία/σύμβαση. ~ό: διάταγµα/έντυπο/νομοσχέδιο/πρωτόκολλο. ~ές: διατάξεις/πράξεις. Πβ. αναθεωρητικός. Βλ. -ποιητικός. [< γαλλ. modificatif] | |
| 51885 | τροποποιώ | [τροποποιῶ] τρο-πο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τροποποι-εί ..., -ώντας | τροποποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ενεργώ ώστε να γίνουν μερικές, συνήθ. μικρές, αλλαγές: ~ησε τη δημοσίευση/την πρόταση/το σενάριο/το σχέδιο. ~ήθηκε το Σύνταγμα. ~ημένη: εικόνα. ~ημένο: άρθρο/σχέδιο. Πβ. αναθεωρώ, μεταβάλλω, μεταρρυθμίζω. Βλ. -ποιώ. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετικά/γενετικώς τροποποιημένος: ΒΙΟΛ. το γενετικό υλικό του οποίου έχει μεταβληθεί με τεχνητό τρόπο, συνήθ. με την εισαγωγή γονιδίου που προέρχεται από άλλη ποικιλία ή είδος: ~ ~ ιός. ~ ~η: καλλιέργεια/ορμόνη/πατάτα/ποικιλία ρυζιού/σόγια. ~ ~ο: γρασίδι/DNA/καλαμπόκι. ~ ~οι: οργανισμοί (ακρ. ΓΤΟ). ~ ~α: βακτήρια/γονίδια/ζώα/κύτταρα/συστατικά (προϊόντων)/τρόφιμα/φυτά.|| (ως ουσ.) Κίνδυνοι από τα ~ ~α. ΣΥΝ. μεταλλαγμένος (1) [< αγγλ. genetically modified, 1960] [< γαλλ. modifier] | |
| 51887 | τροπόσφαιρα | τρο-πό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. το κατώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας που εκτείνεται από την επιφάνεια της Γης μέχρι την αρχή της στρατόσφαιρας: θέρμανση/όζον της ~ας. Βλ. τροπόπαυση. [< γαλλ. troposphère, πριν από το 1913, αγγλ. troposphere, 1908] | |
| 51888 | τροποσφαιρικός | , ή, ό τρο-πο-σφαι-ρι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που υπάρχει ή συμβαίνει στην τροπόσφαιρα: ~ό: όζον. ~ή: σκέδαση. [< γαλλ. troposphérique, αγγλ. tropospheric] | |
| 51889 | τροτέζα | τρο-τέ-ζα ουσ. (θηλ.) (προφ.-παλαιότ.): πόρνη. [< γαλλ. trotteuse] | |
| 51890 | τροτσκισμός | τρο-τσκι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. η μαρξιστική πολιτική, κοινωνική και οικονομική θεωρία του Λέοντος Τρότσκι, η οποία υποστηρίζει τη διαρκή επανάσταση σε διεθνή κλίμακα. Βλ. λενιν-, μαρξ-, σταλιν-ισμός. [< γαλλ. trotskisme, 1926] | |
| 51891 | τροτσκιστής | τρο-τσκι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του τροτσκισμού. [< γαλλ. trotskiste, 1926] | |
| 51892 | τροτσκιστικός | , ή, ό τρο-τσκι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον τροτσκισμό ή τους τροτσκιστές: ~ή: αριστερά/οργάνωση. ~ό: κίνημα/κόμμα/ρεύμα. ~ές: απόψεις/δυνάμεις. [< γαλλ. trotskiste, 1926] | |
| 51893 | τροτύλη | τρο-τύ-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. τρινιτροτολουόλη. [< αγγλ. trotyl, 1910] | |
| 51894 | τρουακάρ & τρουά-καρ | τρου-α-κάρ επίθ. {άκλ.}: (για ρούχο) που καλύπτει τα τρία τέταρτα περίπου του σώματος, των χεριών ή των ποδιών: παλτό ~. ~ μανίκια (: ως το μέσο του αντιβραχίου). Κάλτσες ~ (: μέχρι το γόνατο). [< γαλλ. trois-quarts, 1900] | |
| 51895 | τρουκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: μεταλλικό αξεσουάρ: διακοσμητικά ~. Χρυσά ~ς. Κουρτίνα/ζώνη/μπότες/τσάντα/φόρεμα με ~ς. Κουμπιά ~. | |
| 51896 | τρούλος | [τροῦλος] τρού-λος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) τρούλλος: ΑΡΧΙΤ. κυλινδρική, θολωτή κατασκευή στη στέγη κυρ. εκκλησιών, που έχει συνήθ. παράθυρα: κεντρικός ~. Χρυσοί ~οι. Η βάση/ο διάκοσμος/η διάμετρος/ο σταυρός/η στήριξη/το ψηφιδωτό του ~ου. Βασιλική με ~ο. Κινδυνεύει να καταρρεύσει ο ~. Πβ. θόλος. Βλ. λοφίο, Παντοκράτορας, τύμπανο. ● Υποκ.: τρουλίσκος (ο) [< μτγν. τροῦλλος] | |
| 51897 | τρουλωτός | , ή, ό τρου-λω-τός επίθ.: ΑΡΧΙΤ. (για οικοδόμημα) που στεγάζεται με τρούλο: ~ός: ναός. Πβ. θολοσκέπαστος. [< μεσν. τρουλ(λ)ωτός] | |
| 51898 | τρούφα | τρού-φα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΑΧΑΡ. σοκολάτα σε κομματάκια ή λεπτούς κόκκους ως γαρνιτούρα σε γλυκίσματα: πολύχρωμη ~. Κέικ/παγωτό με ~. 2. ΒΟΤ. υπόγειο εδώδιμο μανιτάρι (γένος Tuber) που ζει στις ρίζες φυτών και δέντρων, έχει σχήμα περ. στρογγυλό (Tuber magnatum) και φημίζεται για τη γεύση του: λευκή/μαύρη (θερινή/χειμωνιάτικη: Tuber brumale) ~. Καλλιέργεια/συλλογή ~ας.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Πάστα ~ας. Κοτόπουλο με ~. ● τρούφες (οι): ΖΑΧΑΡ. σοκολατένια γλυκίσματα, συνήθ. στρογγυλά, πασπαλισμένα με μικρά κομμάτια σοκολάτας: ~ με καρύδα/κάστανο. ~ με γεύση καφέ. Βλ. κοκ2, μακαρόν. ● Υποκ.: τρουφάκια (τα), τρουφίτσα (η) [< γαλλ. truffe] | |
| 51899 | τροφάλλαξη | τρο-φάλ-λα-ξη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. (στις μέλισσες) μεταφορά της τροφής μέσω του στόματος από τις εργάτριες προς τη βασίλισσα, τους νεαρούς κηφήνες ή τις άλλες εργάτριες. | |
| 51900 | τροφαντός | , ή, ό τρο-φα-ντός επίθ. (προφ.): παχύς, ευτραφής: ~ός: κύριος. ~ή: γυναίκα. ~ό: μωρό. ~ά: μαγουλάκια. Πβ. αφράτος, ζουμπουρλούδικος, καλοθρεμμένος. [< τουρκ. turfanda] | |
| 51901 | τροφεία | [τροφεῖα] τρο-φεί-α ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): δαπάνες για τη διατροφή που καταβάλλονται σε ιδιωτικό συνήθ. φορέα: μηνιαία ~. Τα ~ των παιδικών σταθμών. Επιβολή/κάλυψη/κόστος/πληρωμή (των) ~ων. Βλ. δίδακτρα, νοσήλια. [< αρχ. τροφεῖα] | |
| 51903 | τροφή | τρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. οποιαδήποτε ουσία λαμβάνεται από οργανισμό και του εξασφαλίζει τη συντήρηση και την ανάπτυξή του: βασική/ελαφρά/επαρκής/ιδανική/καθημερινή/κύρια/μαγειρεμένη/πλήρης/ποιοτική/πολύτιμη/υγρή ~. Αλκαλικές/αλλοιωμένες/βιομηχανοποιημένες/βλαβερές/βρεφικές/επεξεργασμένες/έτοιμες/όξινες/παιδικές/τυποποιημένες/υγιεινές/φυσικές/ωμές ~ές. Λήψη/πηγή/στέρηση/χορήγηση ~ής. Απορρόφηση/αφομοίωση/πέψη/συστατικά της ~ής. Διαταραχές πρόσληψης ~ής (βλ. βουλιμία, νευρική ανορεξία). Υπερβολική κατανάλωση ~ής. ~ές πλούσιες σε ασβέστιο (/λιπαρά)/υψηλής θρεπτικής αξίας/φτωχές σε σίδηρο. ~ές ολικής αλέσεως. Ομάδες/(θρεπτικά) συστατικά ~ών. Περιεκτικότητα ~ών σε υδατάνθρακες. Πβ. τρόφιμα, φαγώσιμα. Βλ. δια~, υπερ~.|| Εξασφάλιση/παροχή ~ής και στέγης. Πβ. φαγητό.|| ~ές σκύλων (= σκυλο~)/ψαριών (πβ. ζωο~, βλ. γατο~). Ζώα που κυνηγούν/συλλέγουν την ~ τους. Πουλιά που μεταναστεύουν προς αναζήτηση ~ής. Τα φυτά παράγουν την ~ τους (βλ. αυτότροφος).|| (μτφ.) Τα γράμματα είναι ~ για το μυαλό/τη σκέψη/την ψυχή. 2. (λόγ.) αφορμή: Έδωσαν ~ (= λαβή) για σχόλια. Τα ερωτήματά της αποτελούν ~ για διάλογο/για προβληματισμό/προς συζήτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: μασημένη τροφή (μτφ.): γνώσεις, ιδέες, απόψεις που λαμβάνονται έτοιμες από άλλους και δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας: Δεν τρώμε τη ~ ~ που μας δίνουν., ακάθαρτο ζώο/ακάθαρτη τροφή βλ. ακάθαρτος, ενεργειακές τροφές βλ. ενεργειακός, ξηρά τροφή βλ. ξηρός, πνευματική τροφή βλ. πνευματικός, στερεά τροφή βλ. στερεός [< 1: αρχ. τροφή, γαλλ. nourriture] | |
| 51906 | τροφικός | , ή, ό τρο-φι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην τροφή: ~ή: ασφάλεια/δηλητηρίαση/δυσανεξία. ~ό: δίκτυο (: διάγραμμα που απεικονίζει τις ~ές σχέσεις των οργανισμών μιας βιοκοινότητας). ~οί: παράγοντες. ~ές: αλλεργίες/ανάγκες/απαιτήσεις/ιδιότητες/πηγές/προτιμήσεις/συνήθειες. ~ά: αλλεργιογόνα/αποθέματα/προϊόντα/συμπληρώματα/υπολείµµατα. Πβ. δια~. 2. που έχει σχέση με τη θρέψη: (ΙΑΤΡ.) ~ές: διαταραχές. ● ΣΥΜΠΛ.: τροφικό επίπεδο: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. καθεμία από τις πέντε ιεραρχημένες ομάδες οργανισμών οικοσυστήματος, δηλαδή τα πράσινα φυτά, τα φυτοφάγα ζώα, τα κατώτερα και τα ανώτερα σαρκοφάγα και τέλος τα σαπροφάγα. [< αγγλ. trophic level, 1942] , διατροφική πυραμίδα βλ. πυραμίδα, τροφική αλυσίδα βλ. αλυσίδα, τροφικό πλέγμα βλ. πλέγμα [< μτγν. τροφικός, γαλλ. alimentaire, trophique] | |
| 51907 | τρόφιμα | τρό-φι-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {τροφίμ-ων, σπάν. στον εν. τρόφιμο}: το σύνολο των προϊόντων που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων: ακατάλληλα/αλλοιωμένα/γενετικά τροποποιημένα (: μεταλλαγμένα, νεοφανή)/διαιτητικά/επεξεργασμένα/κατεψυγμένα/κονσερβοποιημένα/νοθευμένα/νωπά/οικολογικά/όξινα/(προ)συσκευασμένα/τυποποιημένα/φυσικά ~. Βιολογικά/οργανικά ~. ~ ζωικής/φυτικής προέλευσης. ~ μακράς διαρκείας. Αποθήκευση/ασφάλεια/βιομηχανία/βιοτεχνολογία/διανομή/έλεγχος/έλλειψη/εμπόριο/επάρκεια/κατανάλωση/παραγωγή/συντήρηση/συσκευασία (των) ~ων. Ενεργειακή/θερμιδική/θρεπτική αξία των ~ων. ~ με βιταμίνες/λίγες θερμίδες. ~ πλούσια σε ασβέστιο/κάλιο. Πβ. τροφή, φαγώσιμα. ● ΣΥΜΠΛ.: λειτουργικά τρόφιμα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τα οποία χάρη σε ορισμένα φυσικά ή πρόσθετα συστατικά τους μπορούν να προλάβουν την εκδήλωση ασθενειών ή να βελτιώσουν την υγεία. Βλ. πρε-, προ-βιοτικά, συμβιωτικά., τεχνολογία τροφίμων: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κλάδος που ασχολείται με την επεξεργασία των τροφίμων (συντήρηση, συσκευασία, μεταφορά, διακίνηση) καθώς και την παραγωγή νέων ειδών. [< αγγλ. food technology] , χημεία τροφίμων: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΧΗΜ. κλάδος που μελετά τις χημικές διαδικασίες και αλληλεπιδράσεις των συστατικών των τροφίμων κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας τους και ύστερα από αυτήν. [< αγγλ. food chemistry] , πρόσθετα (τροφίμων) βλ. πρόσθετος, Τράπεζα Τροφίμων βλ. τράπεζα [< μτγν. τρόφιμα, γαλλ.-αγγλ. aliment] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ