Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52400-52420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51897τρουλωτός, ή, ό τρου-λω-τός επίθ.: ΑΡΧΙΤ. (για οικοδόμημα) που στεγάζεται με τρούλο: ~ός: ναός. Πβ. θολοσκέπαστος. [< μεσν. τρουλ(λ)ωτός]
51898τρούφατρού-φα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΑΧΑΡ. σοκολάτα σε κομματάκια ή λεπτούς κόκκους ως γαρνιτούρα σε γλυκίσματα: πολύχρωμη ~. Κέικ/παγωτό με ~. 2. ΒΟΤ. υπόγειο εδώδιμο μανιτάρι (γένος Tuber) που ζει στις ρίζες φυτών και δέντρων, έχει σχήμα περ. στρογγυλό (Tuber magnatum) και φημίζεται για τη γεύση του: λευκή/μαύρη (θερινή/χειμωνιάτικη: Tuber brumale) ~. Καλλιέργεια/συλλογή ~ας.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Πάστα ~ας. Κοτόπουλο με ~.τρούφες (οι): ΖΑΧΑΡ. σοκολατένια γλυκίσματα, συνήθ. στρογγυλά, πασπαλισμένα με μικρά κομμάτια σοκολάτας: ~ με καρύδα/κάστανο. ~ με γεύση καφέ. Βλ. κοκ2, μακαρόν. ● Υποκ.: τρουφάκια (τα), τρουφίτσα (η) [< γαλλ. truffe]
51899τροφάλλαξητρο-φάλ-λα-ξη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. (στις μέλισσες) μεταφορά της τροφής μέσω του στόματος από τις εργάτριες προς τη βασίλισσα, τους νεαρούς κηφήνες ή τις άλλες εργάτριες.
51900τροφαντός, ή, ό τρο-φα-ντός επίθ. (προφ.): παχύς, ευτραφής: ~ός: κύριος. ~ή: γυναίκα. ~ό: μωρό. ~ά: μαγουλάκια. Πβ. αφράτος, ζουμπουρλούδικος, καλοθρεμμένος. [< τουρκ. turfanda]
51901τροφεία[τροφεῖα] τρο-φεί-α ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): δαπάνες για τη διατροφή που καταβάλλονται σε ιδιωτικό συνήθ. φορέα: μηνιαία ~. Τα ~ των παιδικών σταθμών. Επιβολή/κάλυψη/κόστος/πληρωμή (των) ~ων. Βλ. δίδακτρα, νοσήλια. [< αρχ. τροφεῖα]
51903τροφήτρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. οποιαδήποτε ουσία λαμβάνεται από οργανισμό και του εξασφαλίζει τη συντήρηση και την ανάπτυξή του: βασική/ελαφρά/επαρκής/ιδανική/καθημερινή/κύρια/μαγειρεμένη/πλήρης/ποιοτική/πολύτιμη/υγρή ~. Αλκαλικές/αλλοιωμένες/βιομηχανοποιημένες/βλαβερές/βρεφικές/επεξεργασμένες/έτοιμες/όξινες/παιδικές/τυποποιημένες/υγιεινές/φυσικές/ωμές ~ές. Λήψη/πηγή/στέρηση/χορήγηση ~ής. Απορρόφηση/αφομοίωση/πέψη/συστατικά της ~ής. Διαταραχές πρόσληψης ~ής (βλ. βουλιμία, νευρική ανορεξία). Υπερβολική κατανάλωση ~ής. ~ές πλούσιες σε ασβέστιο (/λιπαρά)/υψηλής θρεπτικής αξίας/φτωχές σε σίδηρο. ~ές ολικής αλέσεως. Ομάδες/(θρεπτικά) συστατικά ~ών. Περιεκτικότητα ~ών σε υδατάνθρακες. Πβ. τρόφιμα, φαγώσιμα. Βλ. δια~, υπερ~.|| Εξασφάλιση/παροχή ~ής και στέγης. Πβ. φαγητό.|| ~ές σκύλων (= σκυλο~)/ψαριών (πβ. ζωο~, βλ. γατο~). Ζώα που κυνηγούν/συλλέγουν την ~ τους. Πουλιά που μεταναστεύουν προς αναζήτηση ~ής. Τα φυτά παράγουν την ~ τους (βλ. αυτότροφος).|| (μτφ.) Τα γράμματα είναι ~ για το μυαλό/τη σκέψη/την ψυχή. 2. (λόγ.) αφορμή: Έδωσαν ~ (= λαβή) για σχόλια. Τα ερωτήματά της αποτελούν ~ για διάλογο/για προβληματισμό/προς συζήτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: μασημένη τροφή (μτφ.): γνώσεις, ιδέες, απόψεις που λαμβάνονται έτοιμες από άλλους και δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας: Δεν τρώμε τη ~ ~ που μας δίνουν., ακάθαρτο ζώο/ακάθαρτη τροφή βλ. ακάθαρτος, ενεργειακές τροφές βλ. ενεργειακός, ξηρά τροφή βλ. ξηρός, πνευματική τροφή βλ. πνευματικός, στερεά τροφή βλ. στερεός [< 1: αρχ. τροφή, γαλλ. nourriture]
51906τροφικός, ή, ό τρο-φι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην τροφή: ~ή: ασφάλεια/δηλητηρίαση/δυσανεξία. ~ό: δίκτυο (: διάγραμμα που απεικονίζει τις ~ές σχέσεις των οργανισμών μιας βιοκοινότητας). ~οί: παράγοντες. ~ές: αλλεργίες/ανάγκες/απαιτήσεις/ιδιότητες/πηγές/προτιμήσεις/συνήθειες. ~ά: αλλεργιογόνα/αποθέματα/προϊόντα/συμπληρώματα/υπολείµµατα. Πβ. δια~. 2. που έχει σχέση με τη θρέψη: (ΙΑΤΡ.) ~ές: διαταραχές. ● ΣΥΜΠΛ.: τροφικό επίπεδο: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. καθεμία από τις πέντε ιεραρχημένες ομάδες οργανισμών οικοσυστήματος, δηλαδή τα πράσινα φυτά, τα φυτοφάγα ζώα, τα κατώτερα και τα ανώτερα σαρκοφάγα και τέλος τα σαπροφάγα. [< αγγλ. trophic level, 1942] , διατροφική πυραμίδα βλ. πυραμίδα, τροφική αλυσίδα βλ. αλυσίδα, τροφικό πλέγμα βλ. πλέγμα [< μτγν. τροφικός, γαλλ. alimentaire, trophique]
51907τρόφιματρό-φι-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {τροφίμ-ων, σπάν. στον εν. τρόφιμο}: το σύνολο των προϊόντων που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων: ακατάλληλα/αλλοιωμένα/γενετικά τροποποιημένα (: μεταλλαγμένα, νεοφανή)/διαιτητικά/επεξεργασμένα/κατεψυγμένα/κονσερβοποιημένα/νοθευμένα/νωπά/οικολογικά/όξινα/(προ)συσκευασμένα/τυποποιημένα/φυσικά ~. Βιολογικά/οργανικά ~. ~ ζωικής/φυτικής προέλευσης. ~ μακράς διαρκείας. Αποθήκευση/ασφάλεια/βιομηχανία/βιοτεχνολογία/διανομή/έλεγχος/έλλειψη/εμπόριο/επάρκεια/κατανάλωση/παραγωγή/συντήρηση/συσκευασία (των) ~ων. Ενεργειακή/θερμιδική/θρεπτική αξία των ~ων. ~ με βιταμίνες/λίγες θερμίδες. ~ πλούσια σε ασβέστιο/κάλιο. Πβ. τροφή, φαγώσιμα. ● ΣΥΜΠΛ.: λειτουργικά τρόφιμα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τα οποία χάρη σε ορισμένα φυσικά ή πρόσθετα συστατικά τους μπορούν να προλάβουν την εκδήλωση ασθενειών ή να βελτιώσουν την υγεία. Βλ. πρε-, προ-βιοτικά, συμβιωτικά., τεχνολογία τροφίμων: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κλάδος που ασχολείται με την επεξεργασία των τροφίμων (συντήρηση, συσκευασία, μεταφορά, διακίνηση) καθώς και την παραγωγή νέων ειδών. [< αγγλ. food technology] , χημεία τροφίμων: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΧΗΜ. κλάδος που μελετά τις χημικές διαδικασίες και αλληλεπιδράσεις των συστατικών των τροφίμων κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας τους και ύστερα από αυτήν. [< αγγλ. food chemistry] , πρόσθετα (τροφίμων) βλ. πρόσθετος, Τράπεζα Τροφίμων βλ. τράπεζα [< μτγν. τρόφιμα, γαλλ.-αγγλ. aliment]
51908τροφιμογενής, ής, ές τρο-φι-μο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για ασθένεια) που προκαλείται από την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων: ~είς: λοιμώξεις. ~ή: νοσήματα. Βλ. -γενής. [< αγγλ. food-borne]
51909τρόφιμοςτρό-φι-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {τροφίμ-ου} (επίσ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που διαβιώνει σε ειδικό χώρο, όπου του παρέχεται τροφή, στέγη και περίθαλψη ή είναι έγκλειστος σε σωφρονιστικό κατάστημα: ~οι ασύλου/γηροκομείου/ιδρύματος/φρενοκομείου/φυλακών/ψυχιατρείου. Πβ. εσωτερικός. Βλ. οικότροφος. [< αρχ. τρόφιμος ‘θρεμμένος, μεγαλωμένος’]
51910τροφοβλάστητρο-φο-βλά-στη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. στιβάδα κυττάρων που περιβάλλει το έμβρυο, εμφυτεύεται στον βλεννογόνο της μήτρας και παίζει διατροφικό ρόλο, μέχρι να δημιουργηθεί ο πλακούντας: βιοψία/λήψη ~ης. Κύτταρα της ~ης. Βλ. χοριοκαρκίνωμα. [< γαλλ. trophoblaste, 1903, αγγλ. trophoblast]
51911τροφοβλαστικός, ή, ό τρο-φο-βλα-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τροφοβλάστη: ~ή: νόσος της κύησης (βλ. μύλη κύηση, χοριοκαρκίνωμα). ~οί: όγκοι. [< γαλλ. trophoblastique, αγγλ. trophoblastic]
51912τροφογνωσίατρο-φο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): γνώση των ομάδων και των συστατικών των τροφών.
51913τροφοδοσίατρο-φο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. τροφοδότηση 1. χορήγηση τροφίμων ή άλλων αγαθών σε πολυπληθείς ομάδες ατόμων: ~ κοινωνικών εκδηλώσεων/χώρων μαζικής εστίασης (πβ. κέτερινγκ). ~ του πληθυσμού/στρατού. ~ και υδροδοσία των αθλητών κατά τη διάρκεια ποδηλατικού αγώνα. Σπουδάζει ειδικός ξενοδοχειακών υπηρεσιών και ~ας. Πβ. επισιτισμός, σίτιση.|| ~ του νησιού με νερό/ρεύμα. 2. εφοδιασμός επιχείρησης με προϊόντα: ανεπαρκής/μειωμένη ~. ~ της αγοράς/εστιατορίων/καταστημάτων/κυλικείων. ~ των πρατηρίων με καύσιμα. Διαχείριση/οχήματα ~ας. Προβλήματα στην ~. Πβ. ανεφοδιασμός. 3. συνεχής παροχή των αναγκαίων ενεργειακών ή υλικών στοιχείων για τη λειτουργία και συντήρηση μηχανημάτων, συστημάτων ή κατ' επέκτ. ζωντανών οργανισμών: ηλεκτρική ~. ~ του αυτοκινήτου/του πλοίου/της μηχανής. ~ χαρτιού εκτυπωτή. ~ δικτύων με φυσικό αέριο. Βύσματα/διακοπή/καλώδια/κυκλώματα ~ας συσκευής. Μηχανισμός ~ας καυσίμου σε κινητήρα. (ΠΛΗΡΟΦ.) Σύστημα αδιάλειπτης ~ας (= UPS).|| ~ των κυττάρων με θρεπτικά συστατικά. Βλ. -δοσία. [< γαλλ. alimentation]
51914τροφοδότηςτρο-φο-δό-της ουσ. (αρσ.) , τροφοδότρια (η) 1. (λόγ.) αυτός που εξασφαλίζει την παροχή τροφίμων ή ενεργειακών προϊόντων σε ομάδες ανθρώπων ή επιχειρήσεις: ~ της οικογένειας. ~ες πλοίων.|| ~ πετρελαίου/φυσικού αερίου. ~ σε πρώτες ύλες. Βασικός ~ της αγοράς. (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. Πβ. προμηθευτής. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για την τροφοδότηση συσκευής: (αυτόματος) ~ εγγράφων/ρολού/χαρτιού (σε εκτυπωτή). ~ μπαταρίας/ρεύματος. ~ με αναστροφή. Βλ. υπερ~. 3. {κ. θηλ. τροφοδότρα} (ως επίθ., μτφ.-λογοτ.) που προσφέρει ζωή ή βοήθεια σε κάποιον: ~ης: ήλιος. ~τρια: δύναμη. ~τρα: γη/πηγή. Πβ. ζωο-γόνος, -δότης. ● ΣΥΜΠΛ.: τροφοδότης λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. από τον οποίο μετακινούνται χρήματα σε άλλους λογαριασμούς. [< μεσν. τροφοδότης, αγγλ. feeder]
51915τροφοδότησητρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τροφοδοσία: αυτόματη ~. ~ ηλεκτρικών συσκευών/του καυστήρα/του κινητήρα. ~ με ενέργεια. ~ μεμονωμένων φύλλων (σε εκτυπωτή).|| ~ των ιστών με οξυγόνο.|| ~ του πληθυσμού. ~ της πόλης με νερό. Αδιάλειπτη ~ με ηλεκτρικό ρεύμα.|| ~ των καταστημάτων/των τραπεζών. Ομαλή ~ της αγοράς. Πβ. (αν)εφοδιασμός. Βλ. -δότηση, αυτο~, υπερ~. 2. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) μεταβίβαση της μπάλας σε συμπαίκτη, ώστε να εκδηλωθεί επίθεση: ~ των επιθετικών/των ψηλών (ενν. παικτών). Βλ. πάσα. 3. (μτφ.) ενίσχυση: ~ της βίας/του ενδιαφέροντος. [< 1: γαλλ. alimentation]
51916τροφοδοτικός, ή, ό τρο-φο-δο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον τροφοδότη ή την τροφοδοσία: ~ός: αγωγός. ~ή: αντλία/γραμμή/διάταξη/εταιρεία/μονάδα. ~ό: σύστημα. ● Ουσ.: τροφοδοτικό (το): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που παρέχει ηλεκτρική ενέργεια: ~ για ενισχυτές μπαταρίας/υπολογιστή. ~ ισχύος ... βατ. Αναβάθμιση ~ού. Κάηκε το ~. [< αγγλ. power supply, 1968]
51917τροφοδοτώ[τροφοδοτῶ] τρο-φο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {τροφοδοτ-είς ..., -ώντας | τροφοδότ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος) (λόγ.) 1. παρέχω συστηματικά τρόφιμα σε ομάδα ανθρώπων· κυρ. γενικότ. εφοδιάζω συνεχώς με τα απαραίτητα μέσα, αγαθά ή προϊόντα: ~ούν με οπωροκηπευτικά/με ψάρια τους καταναλωτές. Πβ. σιτίζω.|| Ο σταθμός ~εί το δίκτυο με ηλεκτρισμό. Τους ~ούσαν με όπλα. Η συσκευή ~είται από μπαταρία/με ρεύμα. Τα πρατήρια ~ήθηκαν με καύσιμα.|| Οι υδατάνθρακες ~ούν τον οργανισμό με ενέργεια.|| ~εί την ιστοσελίδα με αξιόπιστες πληροφορίες. Πβ. δίνω, προμηθεύω, χορηγώ. Βλ. αυτοτροφοδοτούμαι. 2. (μτφ.) ενισχύω: ~ούν τις συγκρούσεις. ~εί τις προσδοκίες/τις συζητήσεις/τις φήμες. Οι εξελίξεις ~ούν την ανησυχία του λαού. Πβ. τρέφω. 3. ΑΘΛ. δίνω την μπάλα σε συμπαίκτη, για να προωθηθεί στην αντίπαλη εστία. Βλ. πασάρω, -δοτώ. [< 1: μεσν. τροφοδοτώ, γαλλ. alimenter 2: γαλλ. ~ 3: αγγλ. feed]
51918τροφοπενίατρο-φο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. παθολογική κατάσταση φυτών και δέντρων, που οφείλεται σε ανεπαρκή τροφοδοσία τους, κυρ. λόγω έλλειψης θρεπτικών στοιχείων του εδάφους: ~ μαγνησίου/σιδήρου/φωσφόρου/ψευδαργύρου.
51919τροφόςτρο-φός ουσ. (θηλ.) (λόγ.-παλαιότ.): παραμάνα, βάγια. || (κυριολ. & μτφ.) μητέρα-~ (: το πανεπιστήμιο από το οποίο αποφοίτησε κάποιος). [< αρχ. τροφός· πβ. γαλλ. alma mater, 1890 < λατ. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.