Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52420-52440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51921τροφοσυλλέκτηςτρο-φο-συλ-λέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΑΝΘΡΩΠ. άνθρωπος-μέλος πρωτόγονης ομάδας κατά την εποχή του Λίθου που τρεφόταν με ρίζες φυτών, καρπούς δέντρων και ωμό κρέας: η ζωή του κυνηγού-~η. Κοινωνία των ~ών. [< αγγλ. food-gatherer]
51922τροφοσυλλεκτικός, ή, ό τρο-φο-συλ-λε-κτι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται με τον τροφοσυλλέκτη: ~ό: στάδιο. ~ές: κοινωνίες.
51923τροχαδάκιτρο-χα-δά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): τρέξιμο μικρής έντασης, κυρ. για προθέρμανση ή άσκηση: ελαφρύ/επιτόπιο ~. Βλ. τζόκινγκ.
51924τροχάδηντρο-χά-δην επίρρ. (λόγ.) 1. με τρέξιμο, τρέχοντας: Έρχεται/έφυγε ~. Βλ. -δην.|| (ως ουσ.) Ελαφρύ ~. Επί τόπου ~ (: για προθέρμανση). Κάνει ~. ΑΝΤ. βάδην, σημειωτόν 2. (μτφ.) πολύ γρήγορα και συνήθ. απρόσεκτα: Το θέμα πέρασε ~ στη συνέλευση. ● ΦΡ.: επί τροχάδην/επιτροχάδην (λόγ.): βιαστικά και συχνά χωρίς τη δέουσα προσοχή: Είμαι αναγκασμένος να αναφερθώ ~ ~ στα ζητήματα.|| (ως επίθ.) ~ ~ ανάγνωση. [< μτγν. τροχάδην]
51925τροχάζειτρο-χά-ζει ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ.} (λόγ.): (κυρ. για άλογο) καλπάζει ελαφρά, με τροχασμό: Ο ίππος ~ περήφανα. Βλ. τριποδίζει. [< αρχ. τροχάζω]
51926τροχαϊκός, ή, ό τρο-χα-ϊ-κός επίθ.: ΜΕΤΡ. που σχετίζεται με τον τροχαίο: ~ός: ρυθµός. ~ό: μέτρο. [< μτγν. τροχαϊκός]
51927τροχαίος[τροχαῖος] τρο-χαί-ος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας που αποτελείται στη νεοελληνική μετρική από μία τονισμένη και μία άτονη συλλαβή και στην αρχαία ελληνική από μία μακρά και μία βραχεία· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος στίχος. Βλ. ανάπαιστος, δάκτυλος, ίαμβος. [< αρχ. τροχαῖος, γαλλ. trochée, αγγλ. trochee]
51928τροχαίος, α, ο [τροχαῖος] τρο-χαί-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τα τροχοφόρα: ~ος: εξοπλισμός. ~α: κίνηση/παράβαση. ~ο: υλικό. ● Ουσ.: Τροχαία (η): τομέας της Αστυνομίας υπεύθυνος για την κυκλοφορία στους δρόμους και τη λήψη μέτρων για την ασφαλή κίνηση των τροχοφόρων και των πεζών: τα σήματα/συνεργεία της ~ας. Καλώ την ~. Τον έγραψε/σταμάτησε η ~ για υπερβολική ταχύτητα. Επί ποδός/σε επιφυλακή/σε ετοιμότητα βρίσκεται η ~ για την ασφαλή μετακίνηση των εκδρομέων., τροχαίος (ο) (προφ.): τροχονόμος. ● ΣΥΜΠΛ.: τροχαίο ατύχημα/δυστύχημα & (προφ.) τροχαίο: που προκαλείται από τροχοφόρο: θανατηφόρο ~ ~. ~ ~ σημειώθηκε/συνέβη στην παραλιακή. Τραυματίστηκε σε ~. ΣΥΝ. αυτοκινητιστικό (ατύχημα/δυστύχημα)
51929τροχαλίατρο-χα-λί-α ουσ. (θηλ.) {τροχαλι-ών}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός για την ανύψωση ή έλξη βαρών, που αποτελείται από έναν κυκλικό δίσκο από το κέντρο του οποίου διέρχεται άξονας, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται· κατά μήκος του δίσκου υπάρχει αυλάκι στο οποίο προσαρμόζεται σχοινί, αλυσίδα ή ιμάντας για την άσκηση δύναμης ή αντίστασης: αλουμινένια/κινητή ~. ~ στροφάλου. Σύστημα ~ών. Πβ. καρούλι, τρόχιλος. Βλ. τροχός.|| (ΓΥΜΝ.) Υψηλή/χαμηλή ~ κοιλιακών/πλάτης. Έλξεις/μπάρα ~ας. Πβ. μακαράς. [< αρχ. τροχαλία]
51930τρόχαλοτρό-χα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρή πέτρα με ακανόνιστο σχήμα, χαλίκι: ~α βράχων. [< τρόχαλος]
51931τρόχαλοςτρό-χα-λος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. σωρός από τρόχαλα. 2. ξερολιθιά. [< μτγν. τροχαλός ‘στρογγυλός’]
51932τροχαντήραςτρο-χα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. καθεμία από τις δύο αποφύσεις στην άνω απόληξη του μηριαίου οστού, όπου προσφύονται οι μύες: ελάσσων/μείζων ~. 2. ΖΩΟΛ. μέρος κάθε ποδιού των εντόμων. Βλ. -τήρας. [< 1: μτγν. τροχαντήρ 1,2: γαλλ.-αγγλ. trochanter]
51933τροχασμόςτρο-χα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σχετικά γρήγορος βηματισμός αλόγου. Βλ. καλπασμός, τριποδισμός.|| (κατ' επέκτ., ΜΗΧΑΝΟΛ.) Πλήμνες ελεύθερου ~ού. [< μτγν. τροχασμός]
51934τροχείο[τροχεῖο] τρο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. τροχιστήριο: ~ κοπτικών εργαλείων. 2. μηχάνημα για τρόχισμα: ~ δίσκων ξύλου. Πβ. τροχιστής. [< αρχ. τρόχιον ‘τροχίσκος, ροδέλα’]
51935τροχήλατος, ος/η, ο τρο-χή-λα-τος επίθ. (λόγ.): που κινείται με ρόδες: ~ος: κάδος (απορριμμάτων)/πυροσβεστήρας. ~η: βαλίτσα/βάση στήριξης/πολυθρόνα/τσάντα. ~ο: αμαξίδιο/κάθισμα/καρότσι/μηχάνημα/τραπέζι. ΣΥΝ. τροχοφόρος ● Ουσ.: τροχήλατο (το): έπιπλο με ράφια για τη μεταφορά αντικειμένων: ~ νοσηλείας. Πβ. τρόλεϊ. [< αρχ. τροχήλατος]
51936τροχιάτρο-χιά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. η κίνηση ουράνιου σώματος γύρω από ένα άλλο που το συγκρατεί με τη βαρυτική του έλξη: έκκεντρη/κυκλική/μέση/πολική/χαμηλή ~. Η ~ της Γης/σελήνης. ~ κομήτη. Επίπεδο/κλίση/περίοδος ~ιάς. Αλλαγή της ~ιάς του αστεροειδούς. Οι αστέρες/πλανήτες ακολουθούν ελλειπτική ~. Το διαστημόπλοιο βρίσκεται/μπήκε σε ~ γύρω από τον Άρη. Ο δορυφόρος τέθηκε σε ~/εκτός ~ιάς. 2. (μτφ.) πορεία: σε αναπτυξιακή/ανοδική/αρνητική/αυξητική/θετική/καθοδική/πτωτική ~ οι αγορές/οι τιμές του πετρελαίου. Βρίσκονται σε ~ ανανέωσης/ανόδου/νίκης/(πρόωρων) εκλογών/σύγκρουσης. Η χώρα θα επανέλθει σε ~ ανάκαμψης. Σε ~ υλοποίησης εισέρχεται η συμφωνία. Η ομάδα μπήκε σε ~ πρόκρισης/σε νέα ~/στην τελική ~. Διέγραψε λαμπρή ~ στο μουσικό στερέωμα. Πβ. κατεύθυνση, φορά. 3. ΦΥΣ. το σύνολο των σημείων από τα οποία περνά ένα σώμα κατά τη διάρκεια της κίνησής του: κλειστή/σπειροειδής ~. Περιοδικές ~ιές. Η ακτίνα της ~ιάς που διαγράφει σωματίδιο. Μπάλα που κινείται σε/ακολουθεί ευθύγραμμη ~. Η ηλεκτρομαγνητική δύναμη κρατά τα ηλεκτρόνια σε ~ γύρω από τον πυρήνα.|| ~ βλήματος. Βολές όπλων ευθυτενούς ή καμπύλης ~ιάς. 4. σιδηροτροχιά: πλάτος ~ιάς. Γραμμή με διπλή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μέσα σταθερής τροχιάς: το τρένο, το τραμ, το μετρό, ο προαστιακός και ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος., ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά βλ. ανάδρομος, βαλλιστική τροχιά βλ. βαλλιστικός, γεωστατική τροχιά βλ. γεωστατικός [< πβ. μτγν. τροχιά ‘κύκλος του τροχού, ελαστικός ιμάντας’, γαλλ. orbite]
51937τροχιακότρο-χι-α-κό ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. περιοχή του τρισδιάστατου χώρου ατόμου ή μορίου μέσα στην οποία είναι πιθανόν να κινούνται το πολύ δύο ηλεκτρόνια· η κυματοειδής απεικόνιση της κίνησης κάθε ηλεκτρονίου: ατομικό ~. Θεωρία μοριακών ~ών. [< αγγλ. orbital, 1932, γαλλ. ~, περ. 1956]
51938τροχιακός, ή, ό τρο-χι-α-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την τροχιά ουράνιου σώματος ή δορυφόρου: ~ή: θέση/περίοδος (: διάρκεια μιας πλήρους περιφοράς πλανήτη)/πτήση/στροφορμή. ~ό: επίπεδο (Γης-Ηλίου)/εργαστήριο/σκάφος/τηλεσκόπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικός σταθμός βλ. σταθμός [< γαλλ.-αγγλ. orbital]
51939τροχίζωτρο-χί-ζω ρ. (μτβ.) {τρόχι-σε, τροχί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τροχίζ-οντας} ΣΥΝ. ακονίζω 1. κάνω κάτι πιο αιχμηρό, συνήθ. χρησιμοποιώντας τροχό ή σχοινί: ~ τη λεπίδα/το ψαλίδι. ~ισμένη: κεφαλή (εργαλείου). ~σμένο: μαχαίρι.|| (κατ’ επέκτ.) Ο γάτος ~ει τα νύχια του. Τα τρωκτικά ~ουν τα δόντια τους.|| (ΙΑΤΡ.) Ο οδοντίατρος ~σε (= καθάρισε και λείανε) το δόντι πριν από το σφράγισμα. ΑΝΤ. αμβλύνω (3) 2. (σπάν.-μτφ.) εξασκώ και ενισχύω, οξύνω: ~ το μυαλό. [< πβ. αρχ. τροχίζω 'βασανίζω με τροχό']
51940τροχιλίατρο-χι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. επιφάνεια των αρθρώσεων που μοιάζει με τροχαλία: μηριαία ~. ~ του αστραγάλου/του βραχιονίου (οστού). [< αρχ. τροχιλία 'καρούλι', γαλλ. trochlée, αγγλ. trochlea]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.