Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52420-52440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51908τροφιμογενής, ής, ές τρο-φι-μο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για ασθένεια) που προκαλείται από την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων: ~είς: λοιμώξεις. ~ή: νοσήματα. Βλ. -γενής. [< αγγλ. food-borne]
51909τρόφιμοςτρό-φι-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {τροφίμ-ου} (επίσ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που διαβιώνει σε ειδικό χώρο, όπου του παρέχεται τροφή, στέγη και περίθαλψη ή είναι έγκλειστος σε σωφρονιστικό κατάστημα: ~οι ασύλου/γηροκομείου/ιδρύματος/φρενοκομείου/φυλακών/ψυχιατρείου. Πβ. εσωτερικός. Βλ. οικότροφος. [< αρχ. τρόφιμος ‘θρεμμένος, μεγαλωμένος’]
51910τροφοβλάστητρο-φο-βλά-στη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. στιβάδα κυττάρων που περιβάλλει το έμβρυο, εμφυτεύεται στον βλεννογόνο της μήτρας και παίζει διατροφικό ρόλο, μέχρι να δημιουργηθεί ο πλακούντας: βιοψία/λήψη ~ης. Κύτταρα της ~ης. Βλ. χοριοκαρκίνωμα. [< γαλλ. trophoblaste, 1903, αγγλ. trophoblast]
51911τροφοβλαστικός, ή, ό τρο-φο-βλα-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τροφοβλάστη: ~ή: νόσος της κύησης (βλ. μύλη κύηση, χοριοκαρκίνωμα). ~οί: όγκοι. [< γαλλ. trophoblastique, αγγλ. trophoblastic]
51912τροφογνωσίατρο-φο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): γνώση των ομάδων και των συστατικών των τροφών.
51913τροφοδοσίατρο-φο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. τροφοδότηση 1. χορήγηση τροφίμων ή άλλων αγαθών σε πολυπληθείς ομάδες ατόμων: ~ κοινωνικών εκδηλώσεων/χώρων μαζικής εστίασης (πβ. κέτερινγκ). ~ του πληθυσμού/στρατού. ~ και υδροδοσία των αθλητών κατά τη διάρκεια ποδηλατικού αγώνα. Σπουδάζει ειδικός ξενοδοχειακών υπηρεσιών και ~ας. Πβ. επισιτισμός, σίτιση.|| ~ του νησιού με νερό/ρεύμα. 2. εφοδιασμός επιχείρησης με προϊόντα: ανεπαρκής/μειωμένη ~. ~ της αγοράς/εστιατορίων/καταστημάτων/κυλικείων. ~ των πρατηρίων με καύσιμα. Διαχείριση/οχήματα ~ας. Προβλήματα στην ~. Πβ. ανεφοδιασμός. 3. συνεχής παροχή των αναγκαίων ενεργειακών ή υλικών στοιχείων για τη λειτουργία και συντήρηση μηχανημάτων, συστημάτων ή κατ' επέκτ. ζωντανών οργανισμών: ηλεκτρική ~. ~ του αυτοκινήτου/του πλοίου/της μηχανής. ~ χαρτιού εκτυπωτή. ~ δικτύων με φυσικό αέριο. Βύσματα/διακοπή/καλώδια/κυκλώματα ~ας συσκευής. Μηχανισμός ~ας καυσίμου σε κινητήρα. (ΠΛΗΡΟΦ.) Σύστημα αδιάλειπτης ~ας (= UPS).|| ~ των κυττάρων με θρεπτικά συστατικά. Βλ. -δοσία. [< γαλλ. alimentation]
51914τροφοδότηςτρο-φο-δό-της ουσ. (αρσ.) , τροφοδότρια (η) 1. (λόγ.) αυτός που εξασφαλίζει την παροχή τροφίμων ή ενεργειακών προϊόντων σε ομάδες ανθρώπων ή επιχειρήσεις: ~ της οικογένειας. ~ες πλοίων.|| ~ πετρελαίου/φυσικού αερίου. ~ σε πρώτες ύλες. Βασικός ~ της αγοράς. (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. Πβ. προμηθευτής. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για την τροφοδότηση συσκευής: (αυτόματος) ~ εγγράφων/ρολού/χαρτιού (σε εκτυπωτή). ~ μπαταρίας/ρεύματος. ~ με αναστροφή. Βλ. υπερ~. 3. {κ. θηλ. τροφοδότρα} (ως επίθ., μτφ.-λογοτ.) που προσφέρει ζωή ή βοήθεια σε κάποιον: ~ης: ήλιος. ~τρια: δύναμη. ~τρα: γη/πηγή. Πβ. ζωο-γόνος, -δότης. ● ΣΥΜΠΛ.: τροφοδότης λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. από τον οποίο μετακινούνται χρήματα σε άλλους λογαριασμούς. [< μεσν. τροφοδότης, αγγλ. feeder]
51915τροφοδότησητρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τροφοδοσία: αυτόματη ~. ~ ηλεκτρικών συσκευών/του καυστήρα/του κινητήρα. ~ με ενέργεια. ~ μεμονωμένων φύλλων (σε εκτυπωτή).|| ~ των ιστών με οξυγόνο.|| ~ του πληθυσμού. ~ της πόλης με νερό. Αδιάλειπτη ~ με ηλεκτρικό ρεύμα.|| ~ των καταστημάτων/των τραπεζών. Ομαλή ~ της αγοράς. Πβ. (αν)εφοδιασμός. Βλ. -δότηση, αυτο~, υπερ~. 2. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) μεταβίβαση της μπάλας σε συμπαίκτη, ώστε να εκδηλωθεί επίθεση: ~ των επιθετικών/των ψηλών (ενν. παικτών). Βλ. πάσα. 3. (μτφ.) ενίσχυση: ~ της βίας/του ενδιαφέροντος. [< 1: γαλλ. alimentation]
51916τροφοδοτικός, ή, ό τρο-φο-δο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον τροφοδότη ή την τροφοδοσία: ~ός: αγωγός. ~ή: αντλία/γραμμή/διάταξη/εταιρεία/μονάδα. ~ό: σύστημα. ● Ουσ.: τροφοδοτικό (το): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που παρέχει ηλεκτρική ενέργεια: ~ για ενισχυτές μπαταρίας/υπολογιστή. ~ ισχύος ... βατ. Αναβάθμιση ~ού. Κάηκε το ~. [< αγγλ. power supply, 1968]
51917τροφοδοτώ[τροφοδοτῶ] τρο-φο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {τροφοδοτ-είς ..., -ώντας | τροφοδότ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος) (λόγ.) 1. παρέχω συστηματικά τρόφιμα σε ομάδα ανθρώπων· κυρ. γενικότ. εφοδιάζω συνεχώς με τα απαραίτητα μέσα, αγαθά ή προϊόντα: ~ούν με οπωροκηπευτικά/με ψάρια τους καταναλωτές. Πβ. σιτίζω.|| Ο σταθμός ~εί το δίκτυο με ηλεκτρισμό. Τους ~ούσαν με όπλα. Η συσκευή ~είται από μπαταρία/με ρεύμα. Τα πρατήρια ~ήθηκαν με καύσιμα.|| Οι υδατάνθρακες ~ούν τον οργανισμό με ενέργεια.|| ~εί την ιστοσελίδα με αξιόπιστες πληροφορίες. Πβ. δίνω, προμηθεύω, χορηγώ. Βλ. αυτοτροφοδοτούμαι. 2. (μτφ.) ενισχύω: ~ούν τις συγκρούσεις. ~εί τις προσδοκίες/τις συζητήσεις/τις φήμες. Οι εξελίξεις ~ούν την ανησυχία του λαού. Πβ. τρέφω. 3. ΑΘΛ. δίνω την μπάλα σε συμπαίκτη, για να προωθηθεί στην αντίπαλη εστία. Βλ. πασάρω, -δοτώ. [< 1: μεσν. τροφοδοτώ, γαλλ. alimenter 2: γαλλ. ~ 3: αγγλ. feed]
51918τροφοπενίατρο-φο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. παθολογική κατάσταση φυτών και δέντρων, που οφείλεται σε ανεπαρκή τροφοδοσία τους, κυρ. λόγω έλλειψης θρεπτικών στοιχείων του εδάφους: ~ μαγνησίου/σιδήρου/φωσφόρου/ψευδαργύρου.
51919τροφόςτρο-φός ουσ. (θηλ.) (λόγ.-παλαιότ.): παραμάνα, βάγια. || (κυριολ. & μτφ.) μητέρα-~ (: το πανεπιστήμιο από το οποίο αποφοίτησε κάποιος). [< αρχ. τροφός· πβ. γαλλ. alma mater, 1890 < λατ. ~]
51921τροφοσυλλέκτηςτρο-φο-συλ-λέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΑΝΘΡΩΠ. άνθρωπος-μέλος πρωτόγονης ομάδας κατά την εποχή του Λίθου που τρεφόταν με ρίζες φυτών, καρπούς δέντρων και ωμό κρέας: η ζωή του κυνηγού-~η. Κοινωνία των ~ών. [< αγγλ. food-gatherer]
51922τροφοσυλλεκτικός, ή, ό τρο-φο-συλ-λε-κτι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται με τον τροφοσυλλέκτη: ~ό: στάδιο. ~ές: κοινωνίες.
51923τροχαδάκιτρο-χα-δά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): τρέξιμο μικρής έντασης, κυρ. για προθέρμανση ή άσκηση: ελαφρύ/επιτόπιο ~. Βλ. τζόκινγκ.
51924τροχάδηντρο-χά-δην επίρρ. (λόγ.) 1. με τρέξιμο, τρέχοντας: Έρχεται/έφυγε ~. Βλ. -δην.|| (ως ουσ.) Ελαφρύ ~. Επί τόπου ~ (: για προθέρμανση). Κάνει ~. ΑΝΤ. βάδην, σημειωτόν 2. (μτφ.) πολύ γρήγορα και συνήθ. απρόσεκτα: Το θέμα πέρασε ~ στη συνέλευση. ● ΦΡ.: επί τροχάδην/επιτροχάδην (λόγ.): βιαστικά και συχνά χωρίς τη δέουσα προσοχή: Είμαι αναγκασμένος να αναφερθώ ~ ~ στα ζητήματα.|| (ως επίθ.) ~ ~ ανάγνωση. [< μτγν. τροχάδην]
51925τροχάζειτρο-χά-ζει ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ.} (λόγ.): (κυρ. για άλογο) καλπάζει ελαφρά, με τροχασμό: Ο ίππος ~ περήφανα. Βλ. τριποδίζει. [< αρχ. τροχάζω]
51926τροχαϊκός, ή, ό τρο-χα-ϊ-κός επίθ.: ΜΕΤΡ. που σχετίζεται με τον τροχαίο: ~ός: ρυθµός. ~ό: μέτρο. [< μτγν. τροχαϊκός]
51927τροχαίος[τροχαῖος] τρο-χαί-ος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας που αποτελείται στη νεοελληνική μετρική από μία τονισμένη και μία άτονη συλλαβή και στην αρχαία ελληνική από μία μακρά και μία βραχεία· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος στίχος. Βλ. ανάπαιστος, δάκτυλος, ίαμβος. [< αρχ. τροχαῖος, γαλλ. trochée, αγγλ. trochee]
51928τροχαίος, α, ο [τροχαῖος] τρο-χαί-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τα τροχοφόρα: ~ος: εξοπλισμός. ~α: κίνηση/παράβαση. ~ο: υλικό. ● Ουσ.: Τροχαία (η): τομέας της Αστυνομίας υπεύθυνος για την κυκλοφορία στους δρόμους και τη λήψη μέτρων για την ασφαλή κίνηση των τροχοφόρων και των πεζών: τα σήματα/συνεργεία της ~ας. Καλώ την ~. Τον έγραψε/σταμάτησε η ~ για υπερβολική ταχύτητα. Επί ποδός/σε επιφυλακή/σε ετοιμότητα βρίσκεται η ~ για την ασφαλή μετακίνηση των εκδρομέων., τροχαίος (ο) (προφ.): τροχονόμος. ● ΣΥΜΠΛ.: τροχαίο ατύχημα/δυστύχημα & (προφ.) τροχαίο: που προκαλείται από τροχοφόρο: θανατηφόρο ~ ~. ~ ~ σημειώθηκε/συνέβη στην παραλιακή. Τραυματίστηκε σε ~. ΣΥΝ. αυτοκινητιστικό (ατύχημα/δυστύχημα)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.