| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51929 | τροχαλία | τρο-χα-λί-α ουσ. (θηλ.) {τροχαλι-ών}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός για την ανύψωση ή έλξη βαρών, που αποτελείται από έναν κυκλικό δίσκο από το κέντρο του οποίου διέρχεται άξονας, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται· κατά μήκος του δίσκου υπάρχει αυλάκι στο οποίο προσαρμόζεται σχοινί, αλυσίδα ή ιμάντας για την άσκηση δύναμης ή αντίστασης: αλουμινένια/κινητή ~. ~ στροφάλου. Σύστημα ~ών. Πβ. καρούλι, τρόχιλος. Βλ. τροχός.|| (ΓΥΜΝ.) Υψηλή/χαμηλή ~ κοιλιακών/πλάτης. Έλξεις/μπάρα ~ας. Πβ. μακαράς. [< αρχ. τροχαλία] | |
| 51930 | τρόχαλο | τρό-χα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρή πέτρα με ακανόνιστο σχήμα, χαλίκι: ~α βράχων. [< τρόχαλος] | |
| 51931 | τρόχαλος | τρό-χα-λος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. σωρός από τρόχαλα. 2. ξερολιθιά. [< μτγν. τροχαλός ‘στρογγυλός’] | |
| 51932 | τροχαντήρας | τρο-χα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. καθεμία από τις δύο αποφύσεις στην άνω απόληξη του μηριαίου οστού, όπου προσφύονται οι μύες: ελάσσων/μείζων ~. 2. ΖΩΟΛ. μέρος κάθε ποδιού των εντόμων. Βλ. -τήρας. [< 1: μτγν. τροχαντήρ 1,2: γαλλ.-αγγλ. trochanter] | |
| 51933 | τροχασμός | τρο-χα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σχετικά γρήγορος βηματισμός αλόγου. Βλ. καλπασμός, τριποδισμός.|| (κατ' επέκτ., ΜΗΧΑΝΟΛ.) Πλήμνες ελεύθερου ~ού. [< μτγν. τροχασμός] | |
| 51934 | τροχείο | [τροχεῖο] τρο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. τροχιστήριο: ~ κοπτικών εργαλείων. 2. μηχάνημα για τρόχισμα: ~ δίσκων ξύλου. Πβ. τροχιστής. [< αρχ. τρόχιον ‘τροχίσκος, ροδέλα’] | |
| 51935 | τροχήλατος | , ος/η, ο τρο-χή-λα-τος επίθ. (λόγ.): που κινείται με ρόδες: ~ος: κάδος (απορριμμάτων)/πυροσβεστήρας. ~η: βαλίτσα/βάση στήριξης/πολυθρόνα/τσάντα. ~ο: αμαξίδιο/κάθισμα/καρότσι/μηχάνημα/τραπέζι. ΣΥΝ. τροχοφόρος ● Ουσ.: τροχήλατο (το): έπιπλο με ράφια για τη μεταφορά αντικειμένων: ~ νοσηλείας. Πβ. τρόλεϊ. [< αρχ. τροχήλατος] | |
| 51936 | τροχιά | τρο-χιά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. η κίνηση ουράνιου σώματος γύρω από ένα άλλο που το συγκρατεί με τη βαρυτική του έλξη: έκκεντρη/κυκλική/μέση/πολική/χαμηλή ~. Η ~ της Γης/σελήνης. ~ κομήτη. Επίπεδο/κλίση/περίοδος ~ιάς. Αλλαγή της ~ιάς του αστεροειδούς. Οι αστέρες/πλανήτες ακολουθούν ελλειπτική ~. Το διαστημόπλοιο βρίσκεται/μπήκε σε ~ γύρω από τον Άρη. Ο δορυφόρος τέθηκε σε ~/εκτός ~ιάς. 2. (μτφ.) πορεία: σε αναπτυξιακή/ανοδική/αρνητική/αυξητική/θετική/καθοδική/πτωτική ~ οι αγορές/οι τιμές του πετρελαίου. Βρίσκονται σε ~ ανανέωσης/ανόδου/νίκης/(πρόωρων) εκλογών/σύγκρουσης. Η χώρα θα επανέλθει σε ~ ανάκαμψης. Σε ~ υλοποίησης εισέρχεται η συμφωνία. Η ομάδα μπήκε σε ~ πρόκρισης/σε νέα ~/στην τελική ~. Διέγραψε λαμπρή ~ στο μουσικό στερέωμα. Πβ. κατεύθυνση, φορά. 3. ΦΥΣ. το σύνολο των σημείων από τα οποία περνά ένα σώμα κατά τη διάρκεια της κίνησής του: κλειστή/σπειροειδής ~. Περιοδικές ~ιές. Η ακτίνα της ~ιάς που διαγράφει σωματίδιο. Μπάλα που κινείται σε/ακολουθεί ευθύγραμμη ~. Η ηλεκτρομαγνητική δύναμη κρατά τα ηλεκτρόνια σε ~ γύρω από τον πυρήνα.|| ~ βλήματος. Βολές όπλων ευθυτενούς ή καμπύλης ~ιάς. 4. σιδηροτροχιά: πλάτος ~ιάς. Γραμμή με διπλή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μέσα σταθερής τροχιάς: το τρένο, το τραμ, το μετρό, ο προαστιακός και ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος., ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά βλ. ανάδρομος, βαλλιστική τροχιά βλ. βαλλιστικός, γεωστατική τροχιά βλ. γεωστατικός [< πβ. μτγν. τροχιά ‘κύκλος του τροχού, ελαστικός ιμάντας’, γαλλ. orbite] | |
| 51937 | τροχιακό | τρο-χι-α-κό ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. περιοχή του τρισδιάστατου χώρου ατόμου ή μορίου μέσα στην οποία είναι πιθανόν να κινούνται το πολύ δύο ηλεκτρόνια· η κυματοειδής απεικόνιση της κίνησης κάθε ηλεκτρονίου: ατομικό ~. Θεωρία μοριακών ~ών. [< αγγλ. orbital, 1932, γαλλ. ~, περ. 1956] | |
| 51938 | τροχιακός | , ή, ό τρο-χι-α-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την τροχιά ουράνιου σώματος ή δορυφόρου: ~ή: θέση/περίοδος (: διάρκεια μιας πλήρους περιφοράς πλανήτη)/πτήση/στροφορμή. ~ό: επίπεδο (Γης-Ηλίου)/εργαστήριο/σκάφος/τηλεσκόπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικός σταθμός βλ. σταθμός [< γαλλ.-αγγλ. orbital] | |
| 51939 | τροχίζω | τρο-χί-ζω ρ. (μτβ.) {τρόχι-σε, τροχί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τροχίζ-οντας} ΣΥΝ. ακονίζω 1. κάνω κάτι πιο αιχμηρό, συνήθ. χρησιμοποιώντας τροχό ή σχοινί: ~ τη λεπίδα/το ψαλίδι. ~ισμένη: κεφαλή (εργαλείου). ~σμένο: μαχαίρι.|| (κατ’ επέκτ.) Ο γάτος ~ει τα νύχια του. Τα τρωκτικά ~ουν τα δόντια τους.|| (ΙΑΤΡ.) Ο οδοντίατρος ~σε (= καθάρισε και λείανε) το δόντι πριν από το σφράγισμα. ΑΝΤ. αμβλύνω (3) 2. (σπάν.-μτφ.) εξασκώ και ενισχύω, οξύνω: ~ το μυαλό. [< πβ. αρχ. τροχίζω 'βασανίζω με τροχό'] | |
| 51940 | τροχιλία | τρο-χι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. επιφάνεια των αρθρώσεων που μοιάζει με τροχαλία: μηριαία ~. ~ του αστραγάλου/του βραχιονίου (οστού). [< αρχ. τροχιλία 'καρούλι', γαλλ. trochlée, αγγλ. trochlea] | |
| 51941 | τροχιλιακός | , ή, ό τρο-χι-λι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: τροχιλιακό νεύρο: η τέταρτη εγκεφαλική συζυγία· κινητικό νεύρο που νευρώνει τον άνω λοξό μυ του οφθαλμικού βολβού: παράλυση του ~ού ~ου. [< γαλλ. trochléen, αγγλ. trochlear] | |
| 51943 | τροχιοδείκτης | τρο-χι-ο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός στη βάση βλημάτων που εκλύει σπίθες, φωτεινά σήματα ή καπνό και φωτίζει την τροχιά τους: πύρινος ~. Βλ. -δείκτης. [< αγγλ. tracer, 1910] | |
| 51944 | τροχιοδεικτικός | , ή, ό τρο-χι-ο-δει-κτι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον τροχιοδείκτη: ~ή: βολίδα. ~ό: βλήμα. ~ές: σφαίρες. ● ΣΥΜΠΛ.: τροχιοδεικτική βολή 1. (μτφ.) ενέργεια που προετοιμάζει ή δείχνει την πορεία των εξελίξεων: Η κυβέρνηση ρίχνει ~ές ~ές, μετρώντας τις αντιδράσεις. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που καθιστά φωτεινή την τροχιά βλήματος. [< αγγλ. tracer (bullet/shell), 1916] | |
| 51945 | τροχιοδρομικός | , ή, ό τρο-χι-ο-δρο-μι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τον τροχιόδρομο: ~ή: γραμμή. ~ά: δίκτυα/οχήματα. | |
| 51946 | τροχιόδρομος | τρο-χι-ό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) (επίσ.-παλαιότ.): τραμ: ~ επί του οδοστρώματος. Βλ. -δρομος. [< γαλλ. tramway, 1860] | |
| 51947 | τροχίσκος | τρο-χί-σκος ουσ. (αρσ.) 1. (υποκ.) μικρός τροχός: ~ με φρένο (: για έπιπλα). 2. ΦΑΡΜΑΚ. (επίσ.) δισκίο: πεπιεσμένοι ~οι. [< αρχ. τροχίσκος 'μικρός τροχός, παστίλια, σφαιρίδιο' 2: γαλλ. trochisque] | |
| 51948 | τρόχισμα | τρό-χι-σμα ουσ. (ουδ.) {τροχίσμ-ατος}: η ενέργεια του τροχίζω: ~ των εργαλείων/μαχαιριών. Δίσκος/λίθοι/μηχανή/πέτρα/ρινίσματα ~ατος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ (= καθάρισμα και λείανση) των δοντιών. ΣΥΝ. ακόνισμα (1) | |
| 51949 | τροχιστήρι | τρο-χι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): τροχιστικό εργαλείο: ~ ψαλιδιών. Πβ. λίμα. ΣΥΝ. τροχιστής (2) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ