| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51941 | τροχιλιακός | , ή, ό τρο-χι-λι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: τροχιλιακό νεύρο: η τέταρτη εγκεφαλική συζυγία· κινητικό νεύρο που νευρώνει τον άνω λοξό μυ του οφθαλμικού βολβού: παράλυση του ~ού ~ου. [< γαλλ. trochléen, αγγλ. trochlear] | |
| 51943 | τροχιοδείκτης | τρο-χι-ο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός στη βάση βλημάτων που εκλύει σπίθες, φωτεινά σήματα ή καπνό και φωτίζει την τροχιά τους: πύρινος ~. Βλ. -δείκτης. [< αγγλ. tracer, 1910] | |
| 51944 | τροχιοδεικτικός | , ή, ό τρο-χι-ο-δει-κτι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον τροχιοδείκτη: ~ή: βολίδα. ~ό: βλήμα. ~ές: σφαίρες. ● ΣΥΜΠΛ.: τροχιοδεικτική βολή 1. (μτφ.) ενέργεια που προετοιμάζει ή δείχνει την πορεία των εξελίξεων: Η κυβέρνηση ρίχνει ~ές ~ές, μετρώντας τις αντιδράσεις. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που καθιστά φωτεινή την τροχιά βλήματος. [< αγγλ. tracer (bullet/shell), 1916] | |
| 51945 | τροχιοδρομικός | , ή, ό τρο-χι-ο-δρο-μι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τον τροχιόδρομο: ~ή: γραμμή. ~ά: δίκτυα/οχήματα. | |
| 51946 | τροχιόδρομος | τρο-χι-ό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) (επίσ.-παλαιότ.): τραμ: ~ επί του οδοστρώματος. Βλ. -δρομος. [< γαλλ. tramway, 1860] | |
| 51947 | τροχίσκος | τρο-χί-σκος ουσ. (αρσ.) 1. (υποκ.) μικρός τροχός: ~ με φρένο (: για έπιπλα). 2. ΦΑΡΜΑΚ. (επίσ.) δισκίο: πεπιεσμένοι ~οι. [< αρχ. τροχίσκος 'μικρός τροχός, παστίλια, σφαιρίδιο' 2: γαλλ. trochisque] | |
| 51948 | τρόχισμα | τρό-χι-σμα ουσ. (ουδ.) {τροχίσμ-ατος}: η ενέργεια του τροχίζω: ~ των εργαλείων/μαχαιριών. Δίσκος/λίθοι/μηχανή/πέτρα/ρινίσματα ~ατος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ (= καθάρισμα και λείανση) των δοντιών. ΣΥΝ. ακόνισμα (1) | |
| 51949 | τροχιστήρι | τρο-χι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): τροχιστικό εργαλείο: ~ ψαλιδιών. Πβ. λίμα. ΣΥΝ. τροχιστής (2) | |
| 51950 | τροχιστήριο | τρο-χι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος με μηχανήματα τρόχισης και συντήρησης κυρ. κοπτικών εργαλείων. ΣΥΝ. τροχείο (1) | |
| 51951 | τροχιστής | τρο-χι-στής ουσ. (αρσ.) 1. επαγγελματίας τεχνίτης που τροχίζει αντικείμενα. 2. τροχιστήρι: έκκεντρος/περιστρεφόμενος ~. Πβ. τροχείο. ΣΥΝ. τροχιστικό | |
| 51952 | τροχιστικός | , ή, ό τρο-χι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το τρόχισμα ή τον τροχιστή: ~ά: μηχανήματα. ● Ουσ.: τροχιστικό (το): ενν. εργαλείο: ~ αλυσίδας/μαχαιριών/τρυπανιών. ΣΥΝ. τροχιστήρι, τροχιστής (2) | |
| 51953 | τροχοβίλα | τρο-χο-βί-λα ουσ. (θηλ.): ευρύχωρο και με πολλές ανέσεις τροχόσπιτο: Ζει σε μια μεγάλη ~. | |
| 51954 | τροχοδρομεί | [τροχοδρομεῖ] τρο-χο-δρο-μεί ρ. (αμτβ.) {τροχοδρόμ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} (επίσ.): (για αεροσκάφος) εκτελεί κίνηση με τους τροχούς πάνω σε διάδρομο ή γενικότ. στο έδαφος: Το αεροπλάνο ~ στην πίστα του αεροδρομίου. ● τροχοδρομώ (μτβ.) (μτφ.): ενεργοποιώ: Η εκλογή του νέου προέδρου ~εί εξελίξεις. ~ήθηκαν οι διαδικασίες για το έργο. Θα ~ηθούν λύσεις. Πβ. δρομολογώ. | |
| 51955 | τροχοδρόμηση | τρο-χο-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. κίνηση αεροσκάφους με τους τροχούς στο έδαφος πριν από την απογείωση και μετά την προσγείωση: ~ προς την πύλη αποβίβασης του αεροδρομίου. 2. (μτφ.) ενεργοποίηση: ~ της ανάπτυξης/της επίλυσης του προβλήματος. Πβ. δρομολόγηση. | |
| 51956 | τροχοειδής | , ής, ές τρο-χο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με τροχό ως προς το σχήμα του: ~ής: στεφάνη. Βλ. -ειδής. [< αρχ. τροχοειδής] | |
| 51957 | τροχονομικός | , ή, ό τρο-χο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον τροχονόμο: ~ή: αστυνόμευση/υπηρεσία. ~οί: έλεγχοι. ~ές: παραβάσεις. ~ά: μέτρα. | |
| 51958 | τροχονόμος | τρο-χο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. αστυνομικός της Τροχαίας που ελέγχει και ρυθμίζει την κίνηση στους δρόμους: τα σήματα/οι υποδείξεις του ~ου. Τον σταμάτησε ο ~. Βλ. -νόμος. 2. (ποδοσφαιρική αργκό) τερματοφύλακας που κάνει παιδαριώδη λάθη και δέχεται εύκολα γκολ. ● ΣΥΜΠΛ.: σχολικός τροχονόμος: πρόσωπο που ρυθμίζει την κυκλοφορία σε ορισμένο σημείο οδού, διακόπτοντας τη ροή οχημάτων, όπου υπάρχει διάβαση πεζών, για να διασφαλιστεί η μετακίνηση των μαθητών από και προς το σχολείο: Ο ~ ~ είναι εφοδιασμένος με φορητή πινακίδα STOP. ● ΦΡ.: κάνω/παριστάνω τον τροχονόμο (προφ.): προσπαθώ να ασκήσω έλεγχο σε κάποιον ή κάτι: Κουράστηκα να ~ ~ στο σπίτι. ΣΥΝ. κάνω τον αστυνόμο | |
| 39306 | τροχοπέδη | πέ-δη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. φρένο: βοηθητική (= κλαπέτο)/ποδοκίνητη (= ποδόφρενο)/χειροκίνητη (= χειρόφρενο) ~. ΣΥΝ. τροχοπέδη (2) [< αρχ. πέδη 'δεσμά ποδιών'] | |
| 51959 | τροχοπέδη | τρο-χο-πέ-δη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) οτιδήποτε παρεμποδίζει ή διακόπτει την πορεία κατάστασης, ενέργειας ή διαδικασίας: ~ της ανάκαμψης/προόδου. Τα προβλήματα αποτελούν/είναι/συνιστούν ~ για την (τουριστική) ανάπτυξη. Το άγχος λειτουργεί ως ~ στην επίτευξη του στόχου μας. Ο τραυματισμός στάθηκε ~ στην καριέρα του. Πβ. εμπόδιο, πρόσκομμα, φραγμός. Βλ. -πέδη. 2. ΤΕΧΝΟΛ. φρένο: ~ έκτακτης ανάγκης/πορείας/στάθμευσης. [< μτγν. τροχοπέδη, γαλλ. frein] | |
| 51960 | τροχοπέδηση | τρο-χο-πέ-δη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φρενάρισμα: ~ μηχανημάτων/(μοτο)ποδηλάτων. Σύστημα/φώτα ~ης. Πβ. πέδηση.|| (μτφ.) ~ της εξέλιξης/προσπάθειας. Πβ. επιβράδυνση, παρακώλυση, παρεμπόδιση. [< γαλλ. freinage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ