Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52460-52480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51950τροχιστήριοτρο-χι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος με μηχανήματα τρόχισης και συντήρησης κυρ. κοπτικών εργαλείων. ΣΥΝ. τροχείο (1)
51951τροχιστήςτρο-χι-στής ουσ. (αρσ.) 1. επαγγελματίας τεχνίτης που τροχίζει αντικείμενα. 2. τροχιστήρι: έκκεντρος/περιστρεφόμενος ~. Πβ. τροχείο. ΣΥΝ. τροχιστικό
51952τροχιστικός, ή, ό τρο-χι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το τρόχισμα ή τον τροχιστή: ~ά: μηχανήματα. ● Ουσ.: τροχιστικό (το): ενν. εργαλείο: ~ αλυσίδας/μαχαιριών/τρυπανιών. ΣΥΝ. τροχιστήρι, τροχιστής (2)
51953τροχοβίλατρο-χο-βί-λα ουσ. (θηλ.): ευρύχωρο και με πολλές ανέσεις τροχόσπιτο: Ζει σε μια μεγάλη ~.
51954τροχοδρομεί[τροχοδρομεῖ] τρο-χο-δρο-μεί ρ. (αμτβ.) {τροχοδρόμ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας} (επίσ.): (για αεροσκάφος) εκτελεί κίνηση με τους τροχούς πάνω σε διάδρομο ή γενικότ. στο έδαφος: Το αεροπλάνο ~ στην πίστα του αεροδρομίου.τροχοδρομώ (μτβ.) (μτφ.): ενεργοποιώ: Η εκλογή του νέου προέδρου ~εί εξελίξεις. ~ήθηκαν οι διαδικασίες για το έργο. Θα ~ηθούν λύσεις. Πβ. δρομολογώ.
51955τροχοδρόμησητρο-χο-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. κίνηση αεροσκάφους με τους τροχούς στο έδαφος πριν από την απογείωση και μετά την προσγείωση: ~ προς την πύλη αποβίβασης του αεροδρομίου. 2. (μτφ.) ενεργοποίηση: ~ της ανάπτυξης/της επίλυσης του προβλήματος. Πβ. δρομολόγηση.
51956τροχοειδής, ής, ές τρο-χο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με τροχό ως προς το σχήμα του: ~ής: στεφάνη. Βλ. -ειδής. [< αρχ. τροχοειδής]
51957τροχονομικός, ή, ό τρο-χο-νο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον τροχονόμο: ~ή: αστυνόμευση/υπηρεσία. ~οί: έλεγχοι. ~ές: παραβάσεις. ~ά: μέτρα.
51958τροχονόμοςτρο-χο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. αστυνομικός της Τροχαίας που ελέγχει και ρυθμίζει την κίνηση στους δρόμους: τα σήματα/οι υποδείξεις του ~ου. Τον σταμάτησε ο ~. Βλ. -νόμος. 2. (ποδοσφαιρική αργκό) τερματοφύλακας που κάνει παιδαριώδη λάθη και δέχεται εύκολα γκολ. ● ΣΥΜΠΛ.: σχολικός τροχονόμος: πρόσωπο που ρυθμίζει την κυκλοφορία σε ορισμένο σημείο οδού, διακόπτοντας τη ροή οχημάτων, όπου υπάρχει διάβαση πεζών, για να διασφαλιστεί η μετακίνηση των μαθητών από και προς το σχολείο: Ο ~ ~ είναι εφοδιασμένος με φορητή πινακίδα STOP. ● ΦΡ.: κάνω/παριστάνω τον τροχονόμο (προφ.): προσπαθώ να ασκήσω έλεγχο σε κάποιον ή κάτι: Κουράστηκα να ~ ~ στο σπίτι. ΣΥΝ. κάνω τον αστυνόμο
39306τροχοπέδη

πέ-δη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. φρένο: βοηθητική (= κλαπέτο)/ποδοκίνητη (= ποδόφρενο)/χειροκίνητη (= χειρόφρενο) ~. ΣΥΝ. τροχοπέδη (2) [< αρχ. πέδη 'δεσμά ποδιών']

51959τροχοπέδητρο-χο-πέ-δη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) οτιδήποτε παρεμποδίζει ή διακόπτει την πορεία κατάστασης, ενέργειας ή διαδικασίας: ~ της ανάκαμψης/προόδου. Τα προβλήματα αποτελούν/είναι/συνιστούν ~ για την (τουριστική) ανάπτυξη. Το άγχος λειτουργεί ως ~ στην επίτευξη του στόχου μας. Ο τραυματισμός στάθηκε ~ στην καριέρα του. Πβ. εμπόδιο, πρόσκομμα, φραγμός. Βλ. -πέδη. 2. ΤΕΧΝΟΛ. φρένο: ~ έκτακτης ανάγκης/πορείας/στάθμευσης. [< μτγν. τροχοπέδη, γαλλ. frein]
51960τροχοπέδησητρο-χο-πέ-δη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φρενάρισμα: ~ μηχανημάτων/(μοτο)ποδηλάτων. Σύστημα/φώτα ~ης. Πβ. πέδηση.|| (μτφ.) ~ της εξέλιξης/προσπάθειας. Πβ. επιβράδυνση, παρακώλυση, παρεμπόδιση. [< γαλλ. freinage]
51961τροχοπέδιλοτρο-χο-πέ-δι-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. είδος πατινιού που μοιάζει με μικρή μπότα, διαθέτει μια σειρά από τέσσερις ή πέντε τροχούς και χρησιμοποιείται σε δρόμους ή ειδικές πίστες: πατινάζ/χόκεϊ με ~α. Βλ. παγοπέδιλο. ΣΥΝ. ρόλερ (1) 2. ειδικό εξάρτημα σε σχήμα τροχού που τοποθετείται στη βάση φορτίων για τη μεταφορά τους. 3. σύστημα πέδησης που χρησιμοποιείται στα τρένα: συμβατικά ~α από χυτοσίδηρο. Συνθετικά ~α οχημάτων σιδηροδρόμου. [< 1: γαλλ. patin à roulettes]
51962τροχοπεδώ[τροχοπεδῶ] τρο-χο-πε-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τροχοπεδ-εί | τροχοπέδ-ησε, -ήσει, (σπάν.) -είται} (επίσ.) 1. φρενάρω: Το μπροστινό αμάξι ~ησε απότομα. 2. (μτφ.) εμποδίζω, παρακωλύω: Γεγονός που ~ησε την ομαλή πορεία των διαπραγματεύσεων. Πβ. επιβραδύνω, τρενάρω. [< γαλλ. freiner]
51963τροχόςτρο-χός ουσ. (αρσ.) 1. κυκλικό πλαίσιο ή δίσκος που περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα ο οποίος διέρχεται από το κέντρο του: αριστερός/βοηθητικός/εξωτερικός/κινητήριος/μεταλλικός ~. Οι ~οί του αεροσκάφους/της άμαξας. Ο μπροστινός/πίσω ~ του ποδηλάτου. Εφεδρικός ~ (= ρεζέρβα). Όχημα με δύο ~ούς (= δίτροχο)/με τέσσερις ~ούς (= τετράτροχο). Οι ακτίνες/η διάμετρος/η ολίσθηση/η στεφάνη/οι στροφές του ~ού. Οι θόλοι των ~ών του αυτοκινήτου. Ο ~ (σταμάτησε να) περιστρέφεται. Ο ~ του λούνα παρκ/της ρουλέτας. Ο ~ των χρωμάτων (: περιλαμβάνει όλες τις αποχρώσεις). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κύλισης (του ποντικιού). Πβ. ρόδα.|| Οδοντωτοί ~οί (= γρανάζια).|| (μτφ.) Ο ~ της ζωής/της ιστορίας. Βλ. τροχαλία, τροχίσκος, υδρο~. 2. (ειδικότ.) εργαλείο τροχίσματος ή λείανσης: ~ μανικιούρ-πεντικιούρ.|| Γωνιακός ~ κοπής. ~ ακονίσματος/στίλβωσης/τριβής. Λειαντικοί ~οί. Βλ. σβουράκι. 3. ΙΣΤ. (στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα) όργανο βασανισμού πάνω στο οποίο δενόταν και περιστρεφόταν ο κατάδικος. ● ΣΥΜΠΛ.: κεραμικός τροχός & τροχός: μηχάνημα που αποτελείται από περιστρεφόμενο δίσκο πάνω σε κάθετο άξονα και χρησιμεύει για το πλάσιμο πήλινων αντικειμένων: ηλεκτρικός/ποδοκίνητος ~. ~ αγγειοπλαστικής., ο τροχός της τύχης: σύμβολο της ρευστότητας της ανθρώπινης μοίρας., οδοντιατρικός τροχός & τροχός του οδοντιάτρου & τροχός: ΙΑΤΡ. όργανο κυρ. για την αφαίρεση της τρυγίας: ~ ~ για την καταπολέμηση της τερηδόνας. ● ΦΡ.: ανακαλύπτω την Αμερική/τον τροχό/την πυρίτιδα βλ. ανακαλύπτω, θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός βλ. χορταίνω, ο τελευταίος τροχός της αμάξης βλ. άμαξα, ρόδα είναι και γυρίζει/γυρίζει ο τροχός βλ. γυρίζω [< αρχ. τροχός, γερμ. Zahnrad]
51965τροχοσκηνήτρο-χο-σκη-νή ουσ. (θηλ.): σκηνή πάνω σε μεταλλική κατασκευή η οποία στηρίζεται σε ρόδες και έλκεται από όχημα: τροχόσπιτο με ~. Πωλείται ~ έξι ατόμων.
51966τροχόσπιτοτρο-χό-σπι-το ουσ. (ουδ.): τροχοφόρο όχημα με εσωτερικό εξοπλισμό για διαμονή ή κυρ. για παραθερισμό: αυτοκινούμενα/ρυμουλκούμενα ~α. Κάμπινγκ για σκηνές και ~α. Πβ. τροχοβίλα. ΣΥΝ. κοντέινερ (2)
51967τροχοφόρος, α, ο τρο-χο-φό-ρος επίθ. (επίσ.): που έχει τροχούς και κινείται με αυτούς: ~ος: εκσκαφέας/(εκ)φορτωτής. ~ο: μηχάνημα/τεθωρακισμένο. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. τροχήλατος ● Ουσ.: τροχοφόρο (το): κάθε χερσαίο όχημα με τροχούς, κυρ. αυτοκίνητο: αυτοκινούμενα/μηχανοκίνητα ~α. Διέλευση ~ων. Απαγορεύεται/επιτρέπεται η κίνηση των ~ων. Βλ. δί-, τετρά-τροχο.
51968τρυβλίοτρυ-βλί-ο ουσ. (ουδ.) (επιστ.): πιατάκι που χρησιμοποιείται σε εργαστηριακά πειράματα: αποστειρωμένα/πλαστικά ~α. ~ καλλιέργειας (που περιέχει ωάρια). [< αρχ. τρύβλιον]
51969τρυγάωβλ. τρυγώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.