| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51961 | τροχοπέδιλο | τρο-χο-πέ-δι-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. είδος πατινιού που μοιάζει με μικρή μπότα, διαθέτει μια σειρά από τέσσερις ή πέντε τροχούς και χρησιμοποιείται σε δρόμους ή ειδικές πίστες: πατινάζ/χόκεϊ με ~α. Βλ. παγοπέδιλο. ΣΥΝ. ρόλερ (1) 2. ειδικό εξάρτημα σε σχήμα τροχού που τοποθετείται στη βάση φορτίων για τη μεταφορά τους. 3. σύστημα πέδησης που χρησιμοποιείται στα τρένα: συμβατικά ~α από χυτοσίδηρο. Συνθετικά ~α οχημάτων σιδηροδρόμου. [< 1: γαλλ. patin à roulettes] | |
| 51962 | τροχοπεδώ | [τροχοπεδῶ] τρο-χο-πε-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τροχοπεδ-εί | τροχοπέδ-ησε, -ήσει, (σπάν.) -είται} (επίσ.) 1. φρενάρω: Το μπροστινό αμάξι ~ησε απότομα. 2. (μτφ.) εμποδίζω, παρακωλύω: Γεγονός που ~ησε την ομαλή πορεία των διαπραγματεύσεων. Πβ. επιβραδύνω, τρενάρω. [< γαλλ. freiner] | |
| 51963 | τροχός | τρο-χός ουσ. (αρσ.) 1. κυκλικό πλαίσιο ή δίσκος που περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα ο οποίος διέρχεται από το κέντρο του: αριστερός/βοηθητικός/εξωτερικός/κινητήριος/μεταλλικός ~. Οι ~οί του αεροσκάφους/της άμαξας. Ο μπροστινός/πίσω ~ του ποδηλάτου. Εφεδρικός ~ (= ρεζέρβα). Όχημα με δύο ~ούς (= δίτροχο)/με τέσσερις ~ούς (= τετράτροχο). Οι ακτίνες/η διάμετρος/η ολίσθηση/η στεφάνη/οι στροφές του ~ού. Οι θόλοι των ~ών του αυτοκινήτου. Ο ~ (σταμάτησε να) περιστρέφεται. Ο ~ του λούνα παρκ/της ρουλέτας. Ο ~ των χρωμάτων (: περιλαμβάνει όλες τις αποχρώσεις). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κύλισης (του ποντικιού). Πβ. ρόδα.|| Οδοντωτοί ~οί (= γρανάζια).|| (μτφ.) Ο ~ της ζωής/της ιστορίας. Βλ. τροχαλία, τροχίσκος, υδρο~. 2. (ειδικότ.) εργαλείο τροχίσματος ή λείανσης: ~ μανικιούρ-πεντικιούρ.|| Γωνιακός ~ κοπής. ~ ακονίσματος/στίλβωσης/τριβής. Λειαντικοί ~οί. Βλ. σβουράκι. 3. ΙΣΤ. (στην αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα) όργανο βασανισμού πάνω στο οποίο δενόταν και περιστρεφόταν ο κατάδικος. ● ΣΥΜΠΛ.: κεραμικός τροχός & τροχός: μηχάνημα που αποτελείται από περιστρεφόμενο δίσκο πάνω σε κάθετο άξονα και χρησιμεύει για το πλάσιμο πήλινων αντικειμένων: ηλεκτρικός/ποδοκίνητος ~. ~ αγγειοπλαστικής., ο τροχός της τύχης: σύμβολο της ρευστότητας της ανθρώπινης μοίρας., οδοντιατρικός τροχός & τροχός του οδοντιάτρου & τροχός: ΙΑΤΡ. όργανο κυρ. για την αφαίρεση της τρυγίας: ~ ~ για την καταπολέμηση της τερηδόνας. ● ΦΡ.: ανακαλύπτω την Αμερική/τον τροχό/την πυρίτιδα βλ. ανακαλύπτω, θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός βλ. χορταίνω, ο τελευταίος τροχός της αμάξης βλ. άμαξα, ρόδα είναι και γυρίζει/γυρίζει ο τροχός βλ. γυρίζω [< αρχ. τροχός, γερμ. Zahnrad] | |
| 51965 | τροχοσκηνή | τρο-χο-σκη-νή ουσ. (θηλ.): σκηνή πάνω σε μεταλλική κατασκευή η οποία στηρίζεται σε ρόδες και έλκεται από όχημα: τροχόσπιτο με ~. Πωλείται ~ έξι ατόμων. | |
| 51966 | τροχόσπιτο | τρο-χό-σπι-το ουσ. (ουδ.): τροχοφόρο όχημα με εσωτερικό εξοπλισμό για διαμονή ή κυρ. για παραθερισμό: αυτοκινούμενα/ρυμουλκούμενα ~α. Κάμπινγκ για σκηνές και ~α. Πβ. τροχοβίλα. ΣΥΝ. κοντέινερ (2) | |
| 51967 | τροχοφόρος | , α, ο τρο-χο-φό-ρος επίθ. (επίσ.): που έχει τροχούς και κινείται με αυτούς: ~ος: εκσκαφέας/(εκ)φορτωτής. ~ο: μηχάνημα/τεθωρακισμένο. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. τροχήλατος ● Ουσ.: τροχοφόρο (το): κάθε χερσαίο όχημα με τροχούς, κυρ. αυτοκίνητο: αυτοκινούμενα/μηχανοκίνητα ~α. Διέλευση ~ων. Απαγορεύεται/επιτρέπεται η κίνηση των ~ων. Βλ. δί-, τετρά-τροχο. | |
| 51968 | τρυβλίο | τρυ-βλί-ο ουσ. (ουδ.) (επιστ.): πιατάκι που χρησιμοποιείται σε εργαστηριακά πειράματα: αποστειρωμένα/πλαστικά ~α. ~ καλλιέργειας (που περιέχει ωάρια). [< αρχ. τρύβλιον] | |
| 51969 | τρυγάω | βλ. τρυγώ | |
| 51970 | τρύγημα | τρύ-γη-μα ουσ. (ουδ.): τρύγος: ~ αμπελιών. ΣΥΝ. τρύγηση.|| ~ του μελισσιού. [< μτγν. τρύγημα] | |
| 51971 | τρύγηση | τρύ-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκομιδή σταφυλιών. Πβ. τρύγημα, τρύγος. [< μτγν. τρύγησις] | |
| 51972 | τρυγητής | τρυ-γη-τής ουσ. (αρσ.) {-ές (λαϊκό) -άδες} 1. εργάτης που συλλέγει κυρ. ώριμα σταφύλια, αλλά και άλλους καρπούς ή προϊόντα: Οι ~ές ξεκίνησαν για το αμπέλι. 2. (με κεφαλ. το αρχικό Τ) (λαϊκό) ο Σεπτέμβριος· η εποχή του τρύγου. [< 1: μτγν. τρυγητής] | |
| 51973 | τρυγητικός | , ή, ό τρυ-γη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον τρύγο: ~ή: περίοδος. [< μτγν. τρυγητικός] | |
| 51974 | τρυγητός | τρυ-γη-τός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): τρύγος και συνεκδ. η εποχή του: ~ του αμπελιού. Πβ. τρύγηση.|| ~ του μελιού. Πβ. τρύγημα.|| Ο ~ άρχισε. [< μτγν. τρυγητός] | |
| 51975 | τρυγία | τρυ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. & (λαϊκό) τρυγιά: κατακάθι κρασιού στα δοχεία ή στους χώρους αποθήκευσής του. Πβ. οινολάσπη. 2. ΙΑΤΡ. σκληρή ουσία στην επιφάνεια των δοντιών, κυρ. κοντά στα ούλα, που δημιουργείται από την οδοντική πλάκα και τα συστατικά του σάλιου: αφαίρεση της ~ας (από τον οδοντίατρο). Οδοντόκρεμα κατά της ~ας. Βλ. αποτρύγωση. ΣΥΝ. πέτρα (4) [< 1: μτγν. τρυγία 2: γαλλ. tartre] | |
| 51976 | τρυγικός | , ή, ό τρυ-γι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την τρυγία: ~ή: σταθεροποίηση (του κρασιού). ~ό: ασβέστιο/νάτριο. ● ΣΥΜΠΛ.: όξινο τρυγικό κάλιο: ΖΑΧΑΡ. κρεμόριο., τρυγικό οξύ: καρβοξυλικό οξύ που υπάρχει κυρ. στα σταφύλια και την τρυγία και χρησιμοποιείται ως πρόσθετο τροφίμων. [< γαλλ. acide tartrique] [< αρχ. τρυγικός] | |
| 51977 | τρυγόνα | τρυ-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. θηλυκό τρυγόνι. 2. ΙΧΘΥΟΛ. είδος σαλαχιού (επιστ. ονομασ. Dasyatis pastinaca) με πριονωτό δηλητηριώδες αγκάθι στην ουρά του. 3. ποντιακός κυκλικός χορός με φορά προς τα αριστερά. [< 1,2: αρχ. τρυγών] | |
| 51978 | τρυγόνι | τρυ-γό-νι ουσ. (ουδ.) {τρυγον-ιού}: ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό, θηρεύσιμο πουλί (επιστ. ονομασ. Streptopelia turtur) που έχει σταχτί συνήθ. χρώμα με κόκκινες και γαλάζιες αποχρώσεις, μυτερό ράμφος και μακριές φτερούγες: περάσματα ~ιών. Βλ. περιστέρι. ● Υποκ.: τρυγονάκι (το) ● ΦΡ.: μ' ένα(ν) σμπάρο δυο τρυγόνια βλ. σμπάρος [< μτγν. τρυγόνιον < αρχ. τρυγών] | |
| 51979 | τρύγος | τρύ-γος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. τρυγητός 1. συγκομιδή κυρ. ώριμων σταφυλιών αλλά και άλλων καρπών ή προϊόντων: όψιμος/πρώιμος ~. ~ των αμπελιών/της σταφίδας. Η γιορτή του ~ου. Πβ. τρύγηση.|| ~ της ελιάς/του μελιού. ΣΥΝ. τρύγημα 2. (συνεκδ.) εποχή του τρύγου: Άρχισε/ξεκίνησε/τελείωσε ο ~. ● ΦΡ.: θέρος, τρύγος, πόλεμος βλ. θέρος1 [< μτγν. τρύγος] | |
| 51980 | τρυγώ | [τρυγῶ] τρυ-γώ ρ. (μτβ.) {τρυγ-άς ... | τρύγ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & τρυγάω 1. συλλέγω κυρ. ώριμα σταφύλια και άλλους καρπούς ή προϊόντα: ~ούν το αμπέλι.|| ~ησε τα μελίσσια. 2. (μτφ.) απομυζώ. Πβ. αρμέγω, εκμεταλλεύομαι, ξεζουμίζω. 3. (μτφ.-λογοτ.) απολαμβάνω: ~ούσε την ηδονή. Πβ. δρέπω. [< 1: αρχ. τρυγῶ] | |
| 51981 | τρύζει | τρύ-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.}: (για ζώο) παράγει σιγανό ήχο: Ο ποντικός, η νυχτερίδα, ο λαγός, το τρυγόνι ~ουν. Πβ. τερετίζει, τιτιβίζει. [< αρχ. τρύζω, λ. ηχομιμητ.] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ