Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52480-52500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51982τρύπα[τρῦπα] τρύ-πα ουσ. (θηλ.) 1. άνοιγμα κυκλικού σχήματος σε επιφάνεια: διαμπερής/τυφλή ~. ~ στην εξάτμιση/στο οδόστρωμα/στη σκεπή/στον τοίχο. Δημιουργία/διάνοιξη ~ας. Βουλώνω/κλείνω/μπαλώνω/φράζω μια ~. Τα παπούτσια του είχαν ~ες. Πέρασαν μέσα από την ~ του φράχτη.|| H ~ της κλειδαριάς (= κλειδαρότρυπα). Κόσκινο με μεγάλες ~ες. Τυρί με ~ες.|| Έκανε ~ στο αυτί/στον αφαλό/στη μύτη/στο φρύδι (: έβαλε σκουλαρίκι). ΣΥΝ. οπή (1) 2. κοιλότητα: υπόγεια ~. ~ του βράχου. Άνοιξαν μια ~ στο έδαφος.|| Ο λαγός/το ποντίκι βγήκε από την ~ του (: φωλιά).|| (μτφ.-προφ.) Μετά από τέτοιο διασυρμό έψαχνε ~, για να κρυφτεί. Βρήκε ~ (πβ. ευκαιρία) και μπήκε στην εταιρεία (: τον προσέλαβαν). || (λ. ταμπού): γυναικείο αιδοίο ή πρωκτός. 3. (μτφ.) κενό, έλλειψη: ~ στον νόμο. Η άμυνα της ομάδας είχε ~ες (πβ. αδυναμίες).|| Προσπαθούν να κλείσουν την ~ του ελλείμματος.|| Το λειτουργικό σύστημα είναι γεμάτο ~ες (= διάτρητο). Μια νέα ~ ασφαλείας εντοπίστηκε στην εφαρμογή. 4. (μτφ.-μειωτ.) πολύ στενός, περιορισμένος χώρος: Δουλεύει/μένει σε μια ~. ● Υποκ.: τρυπίτσα, τρυπούλα (η) ● Μεγεθ.: τρυπάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: άσπρη τρύπα 1. ΑΣΤΡΟΝ. & λευκή οπή: υποθετική περιοχή στο Διάστημα από την οποία μπορεί να διαφύγει ύλη και φως. 2. (μτφ.) πλεόνασμα δημοσίων οργανισμών και ταμείων κοινωνικής ασφάλισης. [< 1: αγγλ. white hole, 1971] , μαύρη τρύπα 1. ΑΣΤΡΟΝ. & μελανή οπή: συγκέντρωση σημαντικά μεγάλης μάζας στο Διάστημα με ισχυρή βαρυτική έλξη, ώστε να μην επιτρέπει ούτε στο φως να ξεφεύγει από αυτή: ~ ~ στο κέντρο του γαλαξία. Βλ. σκουληκότρυπα. 2. (μτφ.) έλλειμμα: ~ ~ στα έσοδα/στον προϋπολογισμό. 3. αδιέξοδη κατάσταση: η ~ ~ της κατάθλιψης/της κρίσης/της πανδημίας. [< 1: αγγλ. black hole, 1964] , τρύπα του όζοντος βλ. όζον ● ΦΡ.: κάνω μια τρύπα στο νερό (προφ.): προσπαθώ μάταια, χωρίς αποτέλεσμα: Παρά την επιμονή του, έκανε μια ~ ~. Και τελικά τι κατάφερες; Μια ~ ~., κλείνω/βουλώνω/μπαλώνω (τις) τρύπες (μτφ.): καλύπτω ποικίλα κενά, συνήθ. με πρόχειρο τρόπο: Τρέχω να ~σω τις ~ που άνοιξαν με τα χρέη., περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας (μτφ.-εμφατ.): περνώ από πολύ στενή δίοδο και κατ' επέκτ. επιτυγχάνω κάτι πολύ δύσκολο: Ο διεθνής άσος πέρασε την μπάλα ~ ~ και έβαλε γκολ., βγάζω το φίδι απ' την τρύπα βλ. φίδι, η τελευταία τρύπα του ζουρνά βλ. ζουρνάς1 [< 1,2: μτγν. τρῦπα]
51983τρυπάνιτρυ-πά-νι ουσ. (ουδ.) {τρυπαν-ιού}: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με το οποίο ανοίγονται τρύπες σε επιφάνειες· αποτελείται από μία βάση πάνω στην οποία εφαρμόζονται αιχμές ή εξαρτήματα που περιστρέφονται: ηλεκτρικό/κρουστικό/περιστροφικό/χειροκίνητο ~. ~ μπετόν/ξύλου. Κεφαλή/μύτη ~ιού. ~ια μετάλλου/τιτανίου. ~ια αέρος. Ελικοειδή ~ια. Σετ ~ιών. Πβ. αρίδα, δράπανο, μπλακεντέκερ. Βλ. κομπρεσέρ, ματικάπι, ποτηροτρύπανο. ΣΥΝ. τριβέλι (3) ● Υποκ.: τρυπανάκι (το) [< μτγν. τρυπάνιον]
51984τρυπανίζωτρυ-πα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {τρυπάνιζ-ε, τρυπανί-σει}: τρυπώ με τρυπάνι: ~ει τον τοίχο.|| (συνήθ. μτφ.) Μια σκέψη μου ~ε το μυαλό. Πβ. σφυροκοπώ, τριβελίζω. [< μτγν. τρυπανίζω]
51985τρυπάνισματρυ-πά-νι-σμα ουσ. (ουδ.): δημιουργία τρύπας με τρυπάνι: ~ σε μέταλλο/ξύλο/τούβλα.
51986τρυπανισμόςτρυ-πα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ανάτρηση: ~ του κρανίου. Βλ. -ισμός. [< πβ. μτγν. τρυπανισμός ‘εργασία με τρυπάνι’, γαλλ. trépanation]
51987τρυπανόσωματρυ-πα-νό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. -ΒΙΟΛ. γένος πρωτόζωων της ομοταξίας των μαστιγοφόρων, τα οποία ζουν παρασιτικά στο αίμα ανθρώπων και ζώων, προκαλώντας τρυπανοσωμίαση. [< γαλλ. trypanosome, αγγλ. trypanosoma]
51988τρυπανοσωμίασητρυ-πα-νο-σω-μί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη που προκαλείται από τα τρυπανοσώματα και μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο: αμερικανική ~ (: μεταδίδεται μέσω κοριών). Αφρικανική ~ (= ασθένεια/νόσος του ύπνου, βλ. τσε τσε). Βλ. -ίαση. [< γαλλ. trypanosomiase, 1905, αγγλ. trypanosomiasis, 1902]
51989τρυπάωβλ. τρυπώ
51990τρύπηματρύ-πη-μα ουσ. (ουδ.) {τρυπήμ-ατος | -ατα} 1. διάνοιξη τρύπας: ~ σε μέταλλο/μπετόν/ξύλο/χάλυβα. ~ με κρούση. Εργαλείο για ~ ζώνης. Διάμετρος ~ατος.|| (για σκουλαρίκια:) ~ των αυτιών/της μύτης/των χειλιών. Πβ. πίρσινγκ. 2. τσίμπημα με αιχμηρό αντικείμενο: ~ του δέρματος. ~ατα από αγκάθια/βελόνες. [< αρχ. τρύπημα ‘οπή’]
51991τρυπητήριτρυ-πη-τή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. εργαλείο με το οποίο ανοίγονται μικρές τρύπες σε επιφάνεια: ~ δερμάτων. Πβ. περφορατέρ. 2. (σπάν.-προφ.) σουρωτήρι: ~ για μακαρόνια. Πβ. τρυπητό. Βλ. -τήρι.
51992τρυπητός, ή, ό τρυ-πη-τός επίθ.: κατασκευασμένος με πολλές τρύπες: ~ή: κουτάλα/σπάτουλα. ~ό: κουτάλι/σκεύος. ~οί: δίσκοι (αυτοκινήτου). ~ά: σχέδια (σε μπλούζα).|| Μακαρόνια ~ά (: με τρύπα στη μέση, βλ. κανελόνια, ριγκατόνι). Πβ. διάτρητος, τρύπιος. ● Ουσ.: τρυπητό (το): σκεύος με τρύπες για στράγγισμα ή πολτοποίηση: Αφήνετε τις πατάτες στο ~ να στραγγίξουν. Περνάτε τις ντομάτες από το ~. Πβ. σουρω-, τρυπη-τήρι. Βλ. -ητό. [< αρχ. τρυπητός]
51993τρύπιος, ια, ιο τρύ-πιος επίθ. 1. που διαθέτει τρύπα ή τρύπες, τρυπημένος: ~ια: βάρκα/εξάτμιση. ~ιο: λάστιχο/παντελόνι. ~ιες: κάλτσες/σόλες. ~ια: παπούτσια. Πβ. διάτρητος, τρυπητός. 2. (μτφ.-προφ.) που δεν προσφέρει προστασία, που εύκολα παραβιάζεται: ~ια: άμυνα (ομάδας). ● ΣΥΜΠΛ.: τρύπιος κουμπαράς βλ. κουμπαράς ● ΦΡ.: με τρύπιες τσέπες (μτφ.-προφ.): χωρίς λεφτά: Βρεθήκαμε ~ ~. Πβ. φτωχός., οι τσέπες του είναι τρύπιες/έχει τρύπιες τσέπες (μτφ.-προφ.): ξοδεύει αλόγιστα., τρύπια δεκάρα βλ. δεκάρα
51994τρυπιοχέρης, τρυπιοχέρατρυ-πιο-χέ-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): σπάταλος: Δεν του μένει φράγκο· είναι ~.|| (ειδικότ., αργκό-μειωτ., για τερματοφύλακα που δεν αποκρούει τα σουτ).
51995τρυποκάρυδοτρυ-πο-κά-ρυ-δο ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο καφετί πτηνό (επιστ. ονομασ. Troglodytes troglodytes) που μοιάζει με σπουργίτι, έχει μυτερό ράμφος και κοντή ουρά και τρυπώνει σε κοιλότητες δέντρων, για να βρει τροφή ή για να κουρνιάσει. ΣΥΝ. τρυποκάρυδος (1), τρυποφράχτης, τρωγλοδύτης (3)
51996τρυποκάρυδοςτρυ-πο-κά-ρυ-δος ουσ. (αρσ.) ΟΡΝΙΘ. 1. τρυποκάρυδο. 2. (καταχρ.) δρυοκολάπτης.
51997τρυποφράχτηςτρυ-πο-φρά-χτης ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. τρυποκάρυδο.
51998τρυπτοφάνητρυ-πτο-φά-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κρυσταλλικό αμινοξύ, (σύμβ. C11H12N2O2) απαραίτητο για τον οργανισμό, από το οποίο παράγεται η νιασίνη και η σεροτονίνη. [< γερμ. Tryptophan, αγγλ. tryptophan, γαλλ. tryptophane, 1904]
51999τρυπώ[τρυπῶ] τρυ-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρυπ-ά κ. -άει ..., -ώντας | τρύπ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} & τρυπάω 1. κάνω τρύπα σε κάτι ή έχω, αποκτώ τρύπες: ~ησαν τον τοίχο, για να μπουν στο κατάστημα. ~ησε τα αυτιά της. Βράζουμε τις πατάτες, μέχρι να ~ιούνται με το πιρούνι. Το αυτοκίνητο ήταν ~ημένο από σφαίρες.|| Η βάρκα ~ησε. ~ησε ο θερμοσίφωνας/η τσέπη. ~ημένο: λάστιχο (= τρύπιο). Βλ. δια~, κατα~. 2. τσιμπώ, κεντώ: Ένα αγκάθι τής ~ησε το δάχτυλο. ~ήθηκε από/με βελόνα. Πβ. αγκυλώνω. 3. (μτφ.) διαπερνώ: Το γέλιο του/ο θόρυβος/η φωνή τους μας ~ούσε τα αυτιά. Πβ. σφυροκοπώ.|| Τα λόγια του ~ησαν την καρδιά της. Πβ. πληγώνω. ● Παθ.: τρυπιέμαι (αργκό): κάνω ένεση ναρκωτικής ουσίας ή γενικότ. χρήση ναρκωτικών. ● ΦΡ.: να μου τρυπήσεις τη μύτη βλ. μύτη [< 1: αρχ. τρυπῶ]
52000τρύπωματρύ-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αραιό, πρόχειρο ράψιμο και συνεκδ. η άσπρη κλωστή με την οποία γίνεται: Η μοδίστρα κάνει ~.|| ~ σε ύφασμα. 2. (προφ.) χώσιμο, κρύψιμο: ~ ψαριού στον βράχο.
52001τρυπώνωτρυ-πώ-νω ρ. (μτβ κ. αμτβ.) {τρύπω-σα, τρυπώ-σει, -μένος, τρυπών-οντας} (προφ.) 1. μπαίνω κάπου, χώνομαι συνήθ. για να κρυφτώ: Η γάτα ~σε κάτω από το αυτοκίνητο. Ο κλέφτης ~σε (μέσα) στο σπίτι.|| Το κρύο/φως ~ει από τις χαραμάδες. Η σκόνη ~ει παντού.|| (μτφ.) ~ει εκεί που δεν το περιμένεις. Μια υποψία ~σε στο μυαλό μου. Πβ. εισδύω, φωλιάζω. 2. τοποθετώ κάτι σε μη εμφανές σημείο είτε επίτηδες είτε λόγω βιασύνης: ~σε (= έκρυψε) τα χρήματα στο ντουλάπι. Βρήκε τα κλειδιά ~μένα στις τσέπες του. Πβ. καταχωνιάζω, χώνω. ΑΝΤ. ξετρυπώνω (1) 3. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) αξιοποιώ ευκαιρίες, για να πετύχω κάτι, κυρ. για να βρω δουλειά: Μόλις τελείωσε τις σπουδές του, ~σε σε μια επιχείρηση. 4. (σπάν.) ράβω τρύπωμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.