| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51970 | τρύγημα | τρύ-γη-μα ουσ. (ουδ.): τρύγος: ~ αμπελιών. ΣΥΝ. τρύγηση.|| ~ του μελισσιού. [< μτγν. τρύγημα] | |
| 51971 | τρύγηση | τρύ-γη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκομιδή σταφυλιών. Πβ. τρύγημα, τρύγος. [< μτγν. τρύγησις] | |
| 51972 | τρυγητής | τρυ-γη-τής ουσ. (αρσ.) {-ές (λαϊκό) -άδες} 1. εργάτης που συλλέγει κυρ. ώριμα σταφύλια, αλλά και άλλους καρπούς ή προϊόντα: Οι ~ές ξεκίνησαν για το αμπέλι. 2. (με κεφαλ. το αρχικό Τ) (λαϊκό) ο Σεπτέμβριος· η εποχή του τρύγου. [< 1: μτγν. τρυγητής] | |
| 51973 | τρυγητικός | , ή, ό τρυ-γη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον τρύγο: ~ή: περίοδος. [< μτγν. τρυγητικός] | |
| 51974 | τρυγητός | τρυ-γη-τός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): τρύγος και συνεκδ. η εποχή του: ~ του αμπελιού. Πβ. τρύγηση.|| ~ του μελιού. Πβ. τρύγημα.|| Ο ~ άρχισε. [< μτγν. τρυγητός] | |
| 51975 | τρυγία | τρυ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. & (λαϊκό) τρυγιά: κατακάθι κρασιού στα δοχεία ή στους χώρους αποθήκευσής του. Πβ. οινολάσπη. 2. ΙΑΤΡ. σκληρή ουσία στην επιφάνεια των δοντιών, κυρ. κοντά στα ούλα, που δημιουργείται από την οδοντική πλάκα και τα συστατικά του σάλιου: αφαίρεση της ~ας (από τον οδοντίατρο). Οδοντόκρεμα κατά της ~ας. Βλ. αποτρύγωση. ΣΥΝ. πέτρα (4) [< 1: μτγν. τρυγία 2: γαλλ. tartre] | |
| 51976 | τρυγικός | , ή, ό τρυ-γι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την τρυγία: ~ή: σταθεροποίηση (του κρασιού). ~ό: ασβέστιο/νάτριο. ● ΣΥΜΠΛ.: όξινο τρυγικό κάλιο: ΖΑΧΑΡ. κρεμόριο., τρυγικό οξύ: καρβοξυλικό οξύ που υπάρχει κυρ. στα σταφύλια και την τρυγία και χρησιμοποιείται ως πρόσθετο τροφίμων. [< γαλλ. acide tartrique] [< αρχ. τρυγικός] | |
| 51977 | τρυγόνα | τρυ-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. θηλυκό τρυγόνι. 2. ΙΧΘΥΟΛ. είδος σαλαχιού (επιστ. ονομασ. Dasyatis pastinaca) με πριονωτό δηλητηριώδες αγκάθι στην ουρά του. 3. ποντιακός κυκλικός χορός με φορά προς τα αριστερά. [< 1,2: αρχ. τρυγών] | |
| 51978 | τρυγόνι | τρυ-γό-νι ουσ. (ουδ.) {τρυγον-ιού}: ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό, θηρεύσιμο πουλί (επιστ. ονομασ. Streptopelia turtur) που έχει σταχτί συνήθ. χρώμα με κόκκινες και γαλάζιες αποχρώσεις, μυτερό ράμφος και μακριές φτερούγες: περάσματα ~ιών. Βλ. περιστέρι. ● Υποκ.: τρυγονάκι (το) ● ΦΡ.: μ' ένα(ν) σμπάρο δυο τρυγόνια βλ. σμπάρος [< μτγν. τρυγόνιον < αρχ. τρυγών] | |
| 51979 | τρύγος | τρύ-γος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. τρυγητός 1. συγκομιδή κυρ. ώριμων σταφυλιών αλλά και άλλων καρπών ή προϊόντων: όψιμος/πρώιμος ~. ~ των αμπελιών/της σταφίδας. Η γιορτή του ~ου. Πβ. τρύγηση.|| ~ της ελιάς/του μελιού. ΣΥΝ. τρύγημα 2. (συνεκδ.) εποχή του τρύγου: Άρχισε/ξεκίνησε/τελείωσε ο ~. ● ΦΡ.: θέρος, τρύγος, πόλεμος βλ. θέρος1 [< μτγν. τρύγος] | |
| 51980 | τρυγώ | [τρυγῶ] τρυ-γώ ρ. (μτβ.) {τρυγ-άς ... | τρύγ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & τρυγάω 1. συλλέγω κυρ. ώριμα σταφύλια και άλλους καρπούς ή προϊόντα: ~ούν το αμπέλι.|| ~ησε τα μελίσσια. 2. (μτφ.) απομυζώ. Πβ. αρμέγω, εκμεταλλεύομαι, ξεζουμίζω. 3. (μτφ.-λογοτ.) απολαμβάνω: ~ούσε την ηδονή. Πβ. δρέπω. [< 1: αρχ. τρυγῶ] | |
| 51981 | τρύζει | τρύ-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.}: (για ζώο) παράγει σιγανό ήχο: Ο ποντικός, η νυχτερίδα, ο λαγός, το τρυγόνι ~ουν. Πβ. τερετίζει, τιτιβίζει. [< αρχ. τρύζω, λ. ηχομιμητ.] | |
| 51982 | τρύπα | [τρῦπα] τρύ-πα ουσ. (θηλ.) 1. άνοιγμα κυκλικού σχήματος σε επιφάνεια: διαμπερής/τυφλή ~. ~ στην εξάτμιση/στο οδόστρωμα/στη σκεπή/στον τοίχο. Δημιουργία/διάνοιξη ~ας. Βουλώνω/κλείνω/μπαλώνω/φράζω μια ~. Τα παπούτσια του είχαν ~ες. Πέρασαν μέσα από την ~ του φράχτη.|| H ~ της κλειδαριάς (= κλειδαρότρυπα). Κόσκινο με μεγάλες ~ες. Τυρί με ~ες.|| Έκανε ~ στο αυτί/στον αφαλό/στη μύτη/στο φρύδι (: έβαλε σκουλαρίκι). ΣΥΝ. οπή (1) 2. κοιλότητα: υπόγεια ~. ~ του βράχου. Άνοιξαν μια ~ στο έδαφος.|| Ο λαγός/το ποντίκι βγήκε από την ~ του (: φωλιά).|| (μτφ.-προφ.) Μετά από τέτοιο διασυρμό έψαχνε ~, για να κρυφτεί. Βρήκε ~ (πβ. ευκαιρία) και μπήκε στην εταιρεία (: τον προσέλαβαν). || (λ. ταμπού): γυναικείο αιδοίο ή πρωκτός. 3. (μτφ.) κενό, έλλειψη: ~ στον νόμο. Η άμυνα της ομάδας είχε ~ες (πβ. αδυναμίες).|| Προσπαθούν να κλείσουν την ~ του ελλείμματος.|| Το λειτουργικό σύστημα είναι γεμάτο ~ες (= διάτρητο). Μια νέα ~ ασφαλείας εντοπίστηκε στην εφαρμογή. 4. (μτφ.-μειωτ.) πολύ στενός, περιορισμένος χώρος: Δουλεύει/μένει σε μια ~. ● Υποκ.: τρυπίτσα, τρυπούλα (η) ● Μεγεθ.: τρυπάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: άσπρη τρύπα 1. ΑΣΤΡΟΝ. & λευκή οπή: υποθετική περιοχή στο Διάστημα από την οποία μπορεί να διαφύγει ύλη και φως. 2. (μτφ.) πλεόνασμα δημοσίων οργανισμών και ταμείων κοινωνικής ασφάλισης. [< 1: αγγλ. white hole, 1971] , μαύρη τρύπα 1. ΑΣΤΡΟΝ. & μελανή οπή: συγκέντρωση σημαντικά μεγάλης μάζας στο Διάστημα με ισχυρή βαρυτική έλξη, ώστε να μην επιτρέπει ούτε στο φως να ξεφεύγει από αυτή: ~ ~ στο κέντρο του γαλαξία. Βλ. σκουληκότρυπα. 2. (μτφ.) έλλειμμα: ~ ~ στα έσοδα/στον προϋπολογισμό. 3. αδιέξοδη κατάσταση: η ~ ~ της κατάθλιψης/της κρίσης/της πανδημίας. [< 1: αγγλ. black hole, 1964] , τρύπα του όζοντος βλ. όζον ● ΦΡ.: κάνω μια τρύπα στο νερό (προφ.): προσπαθώ μάταια, χωρίς αποτέλεσμα: Παρά την επιμονή του, έκανε μια ~ ~. Και τελικά τι κατάφερες; Μια ~ ~., κλείνω/βουλώνω/μπαλώνω (τις) τρύπες (μτφ.): καλύπτω ποικίλα κενά, συνήθ. με πρόχειρο τρόπο: Τρέχω να ~σω τις ~ που άνοιξαν με τα χρέη., περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας (μτφ.-εμφατ.): περνώ από πολύ στενή δίοδο και κατ' επέκτ. επιτυγχάνω κάτι πολύ δύσκολο: Ο διεθνής άσος πέρασε την μπάλα ~ ~ και έβαλε γκολ., βγάζω το φίδι απ' την τρύπα βλ. φίδι, η τελευταία τρύπα του ζουρνά βλ. ζουρνάς1 [< 1,2: μτγν. τρῦπα] | |
| 51983 | τρυπάνι | τρυ-πά-νι ουσ. (ουδ.) {τρυπαν-ιού}: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με το οποίο ανοίγονται τρύπες σε επιφάνειες· αποτελείται από μία βάση πάνω στην οποία εφαρμόζονται αιχμές ή εξαρτήματα που περιστρέφονται: ηλεκτρικό/κρουστικό/περιστροφικό/χειροκίνητο ~. ~ μπετόν/ξύλου. Κεφαλή/μύτη ~ιού. ~ια μετάλλου/τιτανίου. ~ια αέρος. Ελικοειδή ~ια. Σετ ~ιών. Πβ. αρίδα, δράπανο, μπλακεντέκερ. Βλ. κομπρεσέρ, ματικάπι, ποτηροτρύπανο. ΣΥΝ. τριβέλι (3) ● Υποκ.: τρυπανάκι (το) [< μτγν. τρυπάνιον] | |
| 51984 | τρυπανίζω | τρυ-πα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {τρυπάνιζ-ε, τρυπανί-σει}: τρυπώ με τρυπάνι: ~ει τον τοίχο.|| (συνήθ. μτφ.) Μια σκέψη μου ~ε το μυαλό. Πβ. σφυροκοπώ, τριβελίζω. [< μτγν. τρυπανίζω] | |
| 51985 | τρυπάνισμα | τρυ-πά-νι-σμα ουσ. (ουδ.): δημιουργία τρύπας με τρυπάνι: ~ σε μέταλλο/ξύλο/τούβλα. | |
| 51986 | τρυπανισμός | τρυ-πα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ανάτρηση: ~ του κρανίου. Βλ. -ισμός. [< πβ. μτγν. τρυπανισμός ‘εργασία με τρυπάνι’, γαλλ. trépanation] | |
| 51987 | τρυπανόσωμα | τρυ-πα-νό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. -ΒΙΟΛ. γένος πρωτόζωων της ομοταξίας των μαστιγοφόρων, τα οποία ζουν παρασιτικά στο αίμα ανθρώπων και ζώων, προκαλώντας τρυπανοσωμίαση. [< γαλλ. trypanosome, αγγλ. trypanosoma] | |
| 51988 | τρυπανοσωμίαση | τρυ-πα-νο-σω-μί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη που προκαλείται από τα τρυπανοσώματα και μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο: αμερικανική ~ (: μεταδίδεται μέσω κοριών). Αφρικανική ~ (= ασθένεια/νόσος του ύπνου, βλ. τσε τσε). Βλ. -ίαση. [< γαλλ. trypanosomiase, 1905, αγγλ. trypanosomiasis, 1902] | |
| 51989 | τρυπάω | βλ. τρυπώ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ