| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51990 | τρύπημα | τρύ-πη-μα ουσ. (ουδ.) {τρυπήμ-ατος | -ατα} 1. διάνοιξη τρύπας: ~ σε μέταλλο/μπετόν/ξύλο/χάλυβα. ~ με κρούση. Εργαλείο για ~ ζώνης. Διάμετρος ~ατος.|| (για σκουλαρίκια:) ~ των αυτιών/της μύτης/των χειλιών. Πβ. πίρσινγκ. 2. τσίμπημα με αιχμηρό αντικείμενο: ~ του δέρματος. ~ατα από αγκάθια/βελόνες. [< αρχ. τρύπημα ‘οπή’] | |
| 51991 | τρυπητήρι | τρυ-πη-τή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. εργαλείο με το οποίο ανοίγονται μικρές τρύπες σε επιφάνεια: ~ δερμάτων. Πβ. περφορατέρ. 2. (σπάν.-προφ.) σουρωτήρι: ~ για μακαρόνια. Πβ. τρυπητό. Βλ. -τήρι. | |
| 51992 | τρυπητός | , ή, ό τρυ-πη-τός επίθ.: κατασκευασμένος με πολλές τρύπες: ~ή: κουτάλα/σπάτουλα. ~ό: κουτάλι/σκεύος. ~οί: δίσκοι (αυτοκινήτου). ~ά: σχέδια (σε μπλούζα).|| Μακαρόνια ~ά (: με τρύπα στη μέση, βλ. κανελόνια, ριγκατόνι). Πβ. διάτρητος, τρύπιος. ● Ουσ.: τρυπητό (το): σκεύος με τρύπες για στράγγισμα ή πολτοποίηση: Αφήνετε τις πατάτες στο ~ να στραγγίξουν. Περνάτε τις ντομάτες από το ~. Πβ. σουρω-, τρυπη-τήρι. Βλ. -ητό. [< αρχ. τρυπητός] | |
| 51993 | τρύπιος | , ια, ιο τρύ-πιος επίθ. 1. που διαθέτει τρύπα ή τρύπες, τρυπημένος: ~ια: βάρκα/εξάτμιση. ~ιο: λάστιχο/παντελόνι. ~ιες: κάλτσες/σόλες. ~ια: παπούτσια. Πβ. διάτρητος, τρυπητός. 2. (μτφ.-προφ.) που δεν προσφέρει προστασία, που εύκολα παραβιάζεται: ~ια: άμυνα (ομάδας). ● ΣΥΜΠΛ.: τρύπιος κουμπαράς βλ. κουμπαράς ● ΦΡ.: με τρύπιες τσέπες (μτφ.-προφ.): χωρίς λεφτά: Βρεθήκαμε ~ ~. Πβ. φτωχός., οι τσέπες του είναι τρύπιες/έχει τρύπιες τσέπες (μτφ.-προφ.): ξοδεύει αλόγιστα., τρύπια δεκάρα βλ. δεκάρα | |
| 51994 | τρυπιοχέρης, τρυπιοχέρα | τρυ-πιο-χέ-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): σπάταλος: Δεν του μένει φράγκο· είναι ~.|| (ειδικότ., αργκό-μειωτ., για τερματοφύλακα που δεν αποκρούει τα σουτ). | |
| 51995 | τρυποκάρυδο | τρυ-πο-κά-ρυ-δο ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο καφετί πτηνό (επιστ. ονομασ. Troglodytes troglodytes) που μοιάζει με σπουργίτι, έχει μυτερό ράμφος και κοντή ουρά και τρυπώνει σε κοιλότητες δέντρων, για να βρει τροφή ή για να κουρνιάσει. ΣΥΝ. τρυποκάρυδος (1), τρυποφράχτης, τρωγλοδύτης (3) | |
| 51996 | τρυποκάρυδος | τρυ-πο-κά-ρυ-δος ουσ. (αρσ.) ΟΡΝΙΘ. 1. τρυποκάρυδο. 2. (καταχρ.) δρυοκολάπτης. | |
| 51997 | τρυποφράχτης | τρυ-πο-φρά-χτης ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. τρυποκάρυδο. | |
| 51998 | τρυπτοφάνη | τρυ-πτο-φά-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κρυσταλλικό αμινοξύ, (σύμβ. C11H12N2O2) απαραίτητο για τον οργανισμό, από το οποίο παράγεται η νιασίνη και η σεροτονίνη. [< γερμ. Tryptophan, αγγλ. tryptophan, γαλλ. tryptophane, 1904] | |
| 51999 | τρυπώ | [τρυπῶ] τρυ-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρυπ-ά κ. -άει ..., -ώντας | τρύπ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} & τρυπάω 1. κάνω τρύπα σε κάτι ή έχω, αποκτώ τρύπες: ~ησαν τον τοίχο, για να μπουν στο κατάστημα. ~ησε τα αυτιά της. Βράζουμε τις πατάτες, μέχρι να ~ιούνται με το πιρούνι. Το αυτοκίνητο ήταν ~ημένο από σφαίρες.|| Η βάρκα ~ησε. ~ησε ο θερμοσίφωνας/η τσέπη. ~ημένο: λάστιχο (= τρύπιο). Βλ. δια~, κατα~. 2. τσιμπώ, κεντώ: Ένα αγκάθι τής ~ησε το δάχτυλο. ~ήθηκε από/με βελόνα. Πβ. αγκυλώνω. 3. (μτφ.) διαπερνώ: Το γέλιο του/ο θόρυβος/η φωνή τους μας ~ούσε τα αυτιά. Πβ. σφυροκοπώ.|| Τα λόγια του ~ησαν την καρδιά της. Πβ. πληγώνω. ● Παθ.: τρυπιέμαι (αργκό): κάνω ένεση ναρκωτικής ουσίας ή γενικότ. χρήση ναρκωτικών. ● ΦΡ.: να μου τρυπήσεις τη μύτη βλ. μύτη [< 1: αρχ. τρυπῶ] | |
| 52000 | τρύπωμα | τρύ-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αραιό, πρόχειρο ράψιμο και συνεκδ. η άσπρη κλωστή με την οποία γίνεται: Η μοδίστρα κάνει ~.|| ~ σε ύφασμα. 2. (προφ.) χώσιμο, κρύψιμο: ~ ψαριού στον βράχο. | |
| 52001 | τρυπώνω | τρυ-πώ-νω ρ. (μτβ κ. αμτβ.) {τρύπω-σα, τρυπώ-σει, -μένος, τρυπών-οντας} (προφ.) 1. μπαίνω κάπου, χώνομαι συνήθ. για να κρυφτώ: Η γάτα ~σε κάτω από το αυτοκίνητο. Ο κλέφτης ~σε (μέσα) στο σπίτι.|| Το κρύο/φως ~ει από τις χαραμάδες. Η σκόνη ~ει παντού.|| (μτφ.) ~ει εκεί που δεν το περιμένεις. Μια υποψία ~σε στο μυαλό μου. Πβ. εισδύω, φωλιάζω. 2. τοποθετώ κάτι σε μη εμφανές σημείο είτε επίτηδες είτε λόγω βιασύνης: ~σε (= έκρυψε) τα χρήματα στο ντουλάπι. Βρήκε τα κλειδιά ~μένα στις τσέπες του. Πβ. καταχωνιάζω, χώνω. ΑΝΤ. ξετρυπώνω (1) 3. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) αξιοποιώ ευκαιρίες, για να πετύχω κάτι, κυρ. για να βρω δουλειά: Μόλις τελείωσε τις σπουδές του, ~σε σε μια επιχείρηση. 4. (σπάν.) ράβω τρύπωμα. | |
| 52002 | τρυσμός | τρυ-σμός ουσ. (αρσ.): σιγανός ήχος που παράγουν ορισμένα ζώα, όπως το τρυγόνι και ο ποντικός. [< αρχ. τρυσμός] | |
| 52003 | τρυφεράδα | τρυ-φε-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): τρυφερότητα: ~ του χεριού. Πβ. απαλότητα.|| (μτφ.) Η ~ της αγάπης/μάνας. Πβ. στοργή. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. σκληράδα | |
| 52004 | τρυφερόλογα | τρυ-φε-ρό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): λόγια με τρυφερό περιεχόμενο, γλυκύτητα και αγάπη: Του λέει συνέχεια ~. Πβ. ερωτόλογα. ΣΥΝ. γλυκόλογα | |
| 52005 | τρυφερός | , ή, ό τρυ-φε-ρός επίθ. 1. μαλακός ή απαλός στην αφή: ~ό: κρέας/φιλέτο. ~ές: αγκινάρες/κορυφές (φυτού). ~ά φύλλα μαρουλιού. ANT. σκληρός.|| ~ή: επιδερμίδα. ~ό: μάγουλο/χέρι. ANT. τραχύς. 2. (μτφ.) συναισθηματικός, στοργικός, ευαίσθητος: ~ός: πατέρας/σύζυγος. ~ή: μητέρα.|| ~ή: αγκαλιά/καρδιά/προσφώνηση/φιλία/φωνή/ψυχή. ~ό: βλέμμα/φιλί/χάδι/χαμόγελο. ~ές: αναμνήσεις/σκέψεις/στιγμές/χειρονομίες. ~ά: αισθήματα/λόγια.|| ~ή: ιστορία/μελωδία/ταινία. ~ό: παραμύθι/τραγούδι. ~ό και συγκινητικό βιβλίο. ΑΝΤ. σκληρός.|| (για ευάλωτο νεαρό άτομο) ~ή: ύπαρξη. ~ό: βλαστάρι/πλάσμα. Βρίσκεται σε ~ή ηλικία. 3. που δηλώνει αγάπη, έρωτα: ~ή: σχέση (πβ. ειδύλλιο). ~ές: ματιές/περιπτύξεις. Πβ. ερωτικός. Βλ. -ερός. ● Υποκ.: τρυφερούλης , α, -ικο/-ι, τρυφερούτσικος , η, ο ● επίρρ.: τρυφερά [< 1,2: αρχ. τρυφερός] | |
| 52006 | τρυφερότητα | τρυ-φε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον τρυφερό: ~ του δέρματος/κρέατος. Πβ. απαλότητα.|| (μτφ.) Γυναικεία/μητρική/παιδική ~. Εκδηλώσεις/πράξη ~ας. ~ του έργου/της ματιάς/των στίχων/της ψυχής. Νιώθω μεγάλη συμπάθεια και ~ για κάποιον. Μιλώ/συμπεριφέρομαι με ~. Έχει ανάγκη από ~. Πβ. ευαισθησία, στοργή. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. τρυφεράδα ΑΝΤ. σκληρότητα, τραχύτητα ● τρυφερότητες (οι): συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από διαχυτικότητα και συνήθ. ερωτική διάθεση: Άρχισαν τα χάδια και τις ~ (πβ. γλύκες, ερωτοτροπίες, ζαχαρώματα). [< αρχ. τρυφερότης ‘μαλακότητα, λεπτότητα’] | |
| 52007 | τρυφερούδι | τρυ-φε-ρού-δι ουσ. (ουδ.) (χαϊδευτ.): τρυφερό και σε μικρή ηλικία πρόσωπο ή ζώο: Είναι δύο χρονών ~. | |
| 52008 | τρυφή | τρυ-φή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. πολυτελής, μαλθακή και άνετη ζωή: Ζει μέσα στην ~ και την καλοπέραση. Πβ. συβαριτισμός, χλιδή. ΑΝΤ. ανέχεια 2. (κατ' επέκτ.) φιληδονία: Έχει παραδοθεί στην ~. ΣΥΝ. ηδυπάθεια (2) [< αρχ. τρυφή] | |
| 52009 | τρυφηλός | , ή, ό τρυ-φη-λός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που του αρέσει η τρυφή ή χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ός: άνθρωπος.|| ~ή: ζωή. Πβ. αβροδίαιτος, άνετος, μαλθακός, φιλήδονος. Βλ. -ηλός. ● επίρρ.: τρυφηλά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. τρυφηλός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ