Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52500-52520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52002τρυσμόςτρυ-σμός ουσ. (αρσ.): σιγανός ήχος που παράγουν ορισμένα ζώα, όπως το τρυγόνι και ο ποντικός. [< αρχ. τρυσμός]
52003τρυφεράδατρυ-φε-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): τρυφερότητα: ~ του χεριού. Πβ. απαλότητα.|| (μτφ.) Η ~ της αγάπης/μάνας. Πβ. στοργή. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. σκληράδα
52004τρυφερόλογατρυ-φε-ρό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): λόγια με τρυφερό περιεχόμενο, γλυκύτητα και αγάπη: Του λέει συνέχεια ~. Πβ. ερωτόλογα. ΣΥΝ. γλυκόλογα
52005τρυφερός

, ή, ό τρυ-φε-ρός επίθ. 1. μαλακός ή απαλός στην αφή: ~ό: κρέας/φιλέτο. ~ές: αγκινάρες/κορυφές (φυτού). ~ά φύλλα μαρουλιού. ANT. σκληρός.|| ~ή: επιδερμίδα. ~ό: μάγουλο/χέρι. ANT. τραχύς. 2. (μτφ.) συναισθηματικός, στοργικός, ευαίσθητος: ~ός: πατέρας/σύζυγος. ~ή: μητέρα.|| ~ή: αγκαλιά/καρδιά/προσφώνηση/φιλία/φωνή/ψυχή. ~ό: βλέμμα/φιλί/χάδι/χαμόγελο. ~ές: αναμνήσεις/σκέψεις/στιγμές/χειρονομίες. ~ά: αισθήματα/λόγια.|| ~ή: ιστορία/μελωδία/ταινία. ~ό: παραμύθι/τραγούδι. ~ό και συγκινητικό βιβλίο. ΑΝΤ. σκληρός.|| (για ευάλωτο νεαρό άτομο) ~ή: ύπαρξη. ~ό: βλαστάρι/πλάσμα. Βρίσκεται σε ~ή ηλικία. 3. που δηλώνει αγάπη, έρωτα: ~ή: σχέση (πβ. ειδύλλιο). ~ές: ματιές/περιπτύξεις. Πβ. ερωτικός. Βλ. -ερός. ● Υποκ.: τρυφερούλης , α, -ικο/-ι, τρυφερούτσικος , η, ο ● επίρρ.: τρυφερά [< 1,2: αρχ. τρυφερός]

52006τρυφερότητατρυ-φε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον τρυφερό: ~ του δέρματος/κρέατος. Πβ. απαλότητα.|| (μτφ.) Γυναικεία/μητρική/παιδική ~. Εκδηλώσεις/πράξη ~ας. ~ του έργου/της ματιάς/των στίχων/της ψυχής. Νιώθω μεγάλη συμπάθεια και ~ για κάποιον. Μιλώ/συμπεριφέρομαι με ~. Έχει ανάγκη από ~. Πβ. ευαισθησία, στοργή. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. τρυφεράδα ΑΝΤ. σκληρότητα, τραχύτητα ● τρυφερότητες (οι): συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από διαχυτικότητα και συνήθ. ερωτική διάθεση: Άρχισαν τα χάδια και τις ~ (πβ. γλύκες, ερωτοτροπίες, ζαχαρώματα). [< αρχ. τρυφερότης ‘μαλακότητα, λεπτότητα’]
52007τρυφερούδιτρυ-φε-ρού-δι ουσ. (ουδ.) (χαϊδευτ.): τρυφερό και σε μικρή ηλικία πρόσωπο ή ζώο: Είναι δύο χρονών ~.
52008τρυφήτρυ-φή ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. πολυτελής, μαλθακή και άνετη ζωή: Ζει μέσα στην ~ και την καλοπέραση. Πβ. συβαριτισμός, χλιδή. ΑΝΤ. ανέχεια 2. (κατ' επέκτ.) φιληδονία: Έχει παραδοθεί στην ~. ΣΥΝ. ηδυπάθεια (2) [< αρχ. τρυφή]
52009τρυφηλός, ή, ό τρυ-φη-λός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που του αρέσει η τρυφή ή χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ός: άνθρωπος.|| ~ή: ζωή. Πβ. αβροδίαιτος, άνετος, μαλθακός, φιλήδονος. Βλ. -ηλός. ● επίρρ.: τρυφηλά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. τρυφηλός]
52010τρυφηλότητατρυ-φη-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ιδιότητα του τρυφηλού: η ~ των απολαύσεων. Πβ. μαλθακότητα, συβαριτισμός. Βλ. -ότητα.
55608Τρώγεται με τα ρούχα του

φταί-ω ρ. (αμτβ.) {φται-ς, φταί-ει, -με, -τε, -ν(ε) | έφται-ξα, φταί-ξει} 1. ευθύνομαι για κάτι αρνητικό ή δυσάρεστο: ~ που του μίλησα άσχημα. Πάλι εγώ ~; Εσύ ~ς για όλα. Δεν ~ς εσύ, ~ εγώ που σε άκουσα (: δεν έπρεπε να σ' ακούσω). Ποιος να ~ει άραγε για/που ...; Τι ~ξε και τα πράγματα δεν πήγαν καλά; 2. σφάλλω: ~ξα και τώρα το πληρώνω. Σου ζητώ συγγνώμη, αν έχω ~ξει κάπου. Πβ. λαθεύω. ● ΦΡ.: για όλα φταίει (κάποιος/κάτι) (προφ.-συχνά ειρων.): σε περίπτωση αναζήτησης αποδιοπομπαίου τράγου: ~ ~ το σύστημα., δεν ξέρει τι του φταίει (προφ.): για κάποιον που δυσανασχετεί συνεχώς και δεν είναι ικανοποιημένος με τίποτα. ΣΥΝ. τρώγεται με τα ρούχα του, μου φταίει κάποιος/κάτι (προφ.): με ενοχλεί, με πειράζει: Δεν μου ~ς σε τίποτα. Μια ζωή του ~νε οι άλλοι. Τι σου ~ξε ο άνθρωπος και τον βρίζεις;|| Δεν σου ~ εγώ που ... (= δεν είμαι εγώ η αιτία)., τι φταίω; (προφ.): ως έκφραση διαμαρτυρίας σε περίπτωση που κάποιος αδικείται ή ως διαπίστωση ότι ταλαιπωρείται άδικα: Τι φταίμε εμείς, αν οι άλλοι δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους;|| Τι φταίει το παιδί να ακούει τους γονείς του να καβγαδίζουν., κι ύστερα λένε πως φταίει ο φονιάς βλ. φονιάς, φταίει ο γάιδαρος και χτυπάει/βαράει/δέρνει το σαμάρι βλ. γάιδαρος [< μεσν. φταίω]

52011τρώγλητρώ-γλη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) χώρος διαμονής όπου οι συνθήκες διαβίωσης είναι άθλιες και ανθυγιεινές: ζει/μένει σε (μια) ~. Πβ. παράγκα, παράπηγμα. (ως παραθετικό σύνθ.) αποθήκη/σπίτι-~. Δωμάτια-~ες. 2. τρύπα στο έδαφος ή σπηλιά: σκοτεινή ~.[< 2: αρχ. τρώγλη]
52012τρωγλοδύτηςτρω-γλο-δύ-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) αυτός που ζει σε τρώγλη: Κατάντησε ~. 2. ΑΝΘΡΩΠ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) πρόσωπο της προϊστορικής εποχής που κατοικούσε σε σπηλιές. ΣΥΝ. άνθρωπος των σπηλαίων. 3. ΟΡΝΙΘ. τρυποκάρυδο, τρυποφράχτης. [< αρχ. Τρωγλοδύται 2,3: μτγν. τρωγλοδύτης, γαλλ.-αγγλ. troglodyte]
52013τρωγλοδυτικός, ή, ό τρω-γλο-δυ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον τρωγλοδύτη: ~ό: κατάλυμα. ~ές: κατοικίες. [< αρχ. τρωγλοδυτικός, γαλλ. troglodytique, αγγλ. troglodytic]
52014τρωγλοδυτισμόςτρω-γλο-δυ-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ο τρόπος ζωή του τρωγλοδύτη: φτώχεια και ~. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. troglodytism]
52015τρωγοπίνωτρω-γο-πί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (προφ.): καταναλώνω τροφή και ποτό διασκεδάζοντας: Τρωγόπιναν και γλεντούσαν όλο το βράδυ.
52016τρώγωβλ. τρώω
52017τρώθηκετρώ-θη-κε ρ. (αμτβ.) {τρωθεί, μτχ. τρωθ-είς, -είσα, έν} (λόγ.): δέχτηκε σοβαρό πλήγμα, κλονίστηκε: ~ η αξιοπιστία τους. Το γόητρό/το κύρος/η φήμη του έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα. ~είσα: εμπιστοσύνη. [< αρχ. ἐτρώθην, παθ. αόρ. του ρ. τιτρώσκω 'τραυματίζω']
52018τρωικός, ή, ό τρω-ι-κός επίθ.: ΑΡΧ. που σχετίζεται με την Tροία ή/και τους Tρώες: ~ή: εκστρατεία. (ΦΙΛΟΛ.) ~ός: κύκλος.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (: τα χρόνια και τα γεγονότα του Τρωικού Πολέμου). ● ΣΥΜΠΛ.: Τρωικός Πόλεμος 1. ΜΥΘ. ο δεκαετής πόλεμος ανάμεσα στους Aχαιούς και τους Tρώες. 2. (μτφ.) μακροχρόνια και σκληρή σύγκρουση. [< αρχ. τρωικός]
52019τρωκτικότρω-κτι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. τετράποδο ζώο (επιστ. ονομασ. Rodentia) που ανήκει στην πιο πολυπληθή τάξη των θηλαστικών και διαθέτει ένα ζεύγος ισχυρών και διαρκώς αναπτυσσόμενων κοπτήρων, για να ροκανίζει την τροφή του: νυκτόβιο/φυτοφάγο ~. Απωθητικό ~ών. Βλ. αρουραίος, κάστορας, κουνέλι, λαγός, λέμινγκ, μυγαλή, ποντίκι, σκαντζόχοιρος, σκίουρος, τσιντσιλά, τυφλοπόντικας, χάμστερ, ινδικό χοιρίδιο. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που συστηματικά και ύπουλα υπεξαιρεί χρήματα: ~ά λυμαίνονται τον τόπο. Πβ. καταχραστής. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του μτγν. επιθ. τρωκτικός 'λαίμαργος' 1: γαλλ. rongeur]
52020τρωκτικοκτόνος, α/ος, ο τρω-κτι-κο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): (για χημική ουσία) που εξολοθρεύει τα τρωκτικά: ~ο: δόλωμα/σκεύασμα. Βλ. -κτόνος. ● Ουσ.: τρωκτικοκτόνο (το): χημικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση τρωκτικών, ιδ. ποντικών και αρουραίων. Πβ. μυοκτόνο. Βλ. -κτόνο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.