Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52520-52540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52021τρώσητρώ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τραυματισμός: (ΙΑΤΡ.) ~ της αορτής/(της) αρτηρίας/του εντέρου.|| (μτφ.) ~ του κύρους. Πβ. πλήγμα. [< αρχ. τρῶσις]
52022τρωτός, ή, ό τρω-τός επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. άτρωτος 1. (μτφ.) ευάλωτος, ευπρόσβλητος: ~ός: χαρακτήρας (πβ. αδύναμος). ~ή: πλευρά (του ανθρώπου). Ο Η/Υ του είναι ~ σε επιθέσεις ιών. Πβ. ευπαθής. ΑΝΤ. απρόσβλητος (1) 2. (σπανιότ.) που μπορεί να τραυματιστεί ή να καταστραφεί. ● Ουσ.: τρωτό (το) {συνήθ. στον πληθ.}: μειονέκτημα: τα ~ά του συστήματος. Πβ. ελάττωμα, ψεγάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος [< αρχ. τρωτός, γαλλ. vulnérable]
52023τρωτότητατρω-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τρωτού: αυξημένη/σεισμική ~ των κατασκευών/κτιρίων.|| (μτφ.) ~ του συστήματος (πβ. ευπάθεια). Κοινωνική ~. Η ~ της ανθρώπινης ύπαρξης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. vulnérabilité]
52024τρώω

τρώ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τρως, τρώ-ει, -με, -τε, -ν(ε), προστ. τρώ(γ)ε, τρώτε, τρώγ-οντας | παρατ. έτρωγα, αόρ. έφαγα (να/θα φάω, φας…, προστ. φάε, φάτο < φά(γ)ε το), φαγώ-θηκε, -θεί, -μένος} & (λόγ.) τρώγω 1. βάζω τροφή, συνήθ. στερεή, στο στόμα μου, τη μασώ και την καταπίνω· γενικότ. γευματίζω ή καταναλώνω τροφή: ~ δημητριακά/κοτόπουλο/κρέας/λαχανικά/όσπρια/παγωτό/φρούτα/χόρτα/ψάρι/ψωμί. ~ μια μπουκιά. ~ βιαστικά/γρήγορα/λαίμαργα/πρόχειρα/σωστά. ~ με το πιρούνι/με τα χέρια. ~ με μέτρο/όρεξη. ~ μέχρι να χορτάσω. ~ για ευχαρίστηση. ~ για δύο (= διπλή μερίδα). ~ σαν βόδι/γουρούνι/ζώο/κτήνος (= πάρα πολύ). Πίνουμε και ~με καλά. Φάε, να έχεις δυνάμεις/να καρδαμώσεις. Βοηθάω κάποιον να φάει (πβ. ταΐζω).|| ~ (για) βραδινό (πβ. δειπνώ)/μεσημεριανό/πρωινό. ~ τρεις φορές την ημέρα. ~ έξω/σε εστιατόριο/(στο) σπίτι. Έλα να φάμε μαζί/παρέα (πβ. συντρώγω). Έχω ήδη φάει.|| ~ γλυκά. Οι χορτοφάγοι δεν ~νε κρεατικά. (σε νηστεία:) ~ με λάδι/θαλασσινά (βλ. αρταίνομαι, νηστεύω).|| (για ζώο) Η γάτα ~ει ποντίκια. Ζώα που ~νε χορτάρι (= βόσκουν). 2. (μτφ.-προφ.) ξοδεύω, δαπανώ, σπαταλώ: Έφαγε την περιουσία των γονιών του. Έφαγαν τα κονδύλια, χωρίς να ολοκληρώσουν τα έργα.|| ~ τον χρόνο μου άσκοπα. Έφαγα τα καλύτερά μου χρόνια/τα νιάτα μου στην ξενιτιά. Έφαγα τη ζωή μου στα χωράφια. Μου έφαγε (= πήρε) είκοσι λεπτά, για να βγάλω άκρη (πβ. απαιτώ).|| Το αυτοκίνητο ~ει πολλή βενζίνη. Βλ. κατα~. 3. (μτφ.-προφ.) κλέβω, οικειοποιούμαι: Του έφαγε τη γυναίκα/τη θέση/την πρωτιά/τη σειρά. Μου (τα) φάγανε τα λεφτά (πβ. καταχρώμαι, υπεξαιρώ). Πβ. βουτώ.|| (ειδικότ., για συσκευή με κερματοδέκτη) Μηχάνημα που ~ει τα κέρματα (λόγω ελαττωματικής λειτουργίας). 4. (μτφ.-αργκό) δέχομαι κάτι άκριτα, χωρίς αμφισβήτηση: Δεν τα ~ εγώ αυτά (= δεν τα πιστεύω, δεν ξεγελιέμαι, δεν εξαπατώμαι). ΣΥΝ. μασώ (3), χάφτω (1) 5. (μτφ.-προφ.) ταλαιπωρώ, κουράζω σωματικά ή ψυχικά: Με ~ει το παράπονο/το σαράκι. Με έφαγε με την γκρίνια της. Με έφαγαν οι δουλειές/οι δρόμοι/οι έγνοιες/τα ξενύχτια/οι τύψεις/οι υποχρεώσεις/τα χρέη. Τον έχει φάει ο έρωτας/το ποτό. Πβ. βασανίζω, κατα-βάλλω, -πονώ, τυραννώ. 6. (μτφ.-προφ., ως απολεξικοποιημένο ρ.) υφίσταμαι κάτι: ~ ανάποδη/κλοτσιά/κράξιμο/μούντζα/μπουνιά/χαστούκι. Έφαγα ένα μποτιλιάρισμα/μια τούμπα. Έφαγα όλη τη βροχή (στο κεφάλι). Θα φάει φυλακή (= θα φυλακιστεί). 7. (μτφ.-προφ.) δέχομαι: Τερματοφύλακας που δύσκολα ~ει γκολ. Η ομάδα έφαγε μια τεσσάρα.|| ~ καμπάνα/κλήση (για παράνομη στάθμευση)/ποινή (πβ. τιμωρούμαι). Ο ποδοσφαιριστής έφαγε κόκκινη κάρτα. 8. (μτφ.-προφ.) παραλείπω: ~ γράμματα (: δεν προφέρω καθαρά)/τις λέξεις διαβάζοντας (πβ. πηδώ). 9. (μτφ.-λαϊκό) σκοτώνω· διώχνω· νικώ: Τον έφαγαν τα ναρκωτικά. Πάει, τον φάγανε τον άνθρωπο (πβ. βγάζω από τη μέση, ξεπαστρεύω). (ως απειλή) Αν κουνηθείς, σε έφαγα.|| Τον έφαγαν από γραμματέα.|| Σε έφαγα σε ταχύτητα (πβ. κερδίζω).τρώει 1. (για έντομο) τσιμπά· (για ζώο) δαγκώνει ή κατασπαράζει: Με έφαγαν τα κουνούπια/οι μύγες/οι σκνίπες.|| Ο σκύλος όρμησε να με φάει. Τον έφαγε καρχαρίας. 2. (μτφ.-προφ.) διαβρώνει, φθείρει ή καταστρέφει (ένα υλικό): Η σκουριά ~ το μέταλλο. Τα γρανάζια/τα λάστιχα/οι τροχοί έχουν ~θεί από τη χρήση. ~θηκαν τα παπούτσια. 3. (μτφ.-προφ.) κόβει: Η μηχανή του κιμά τού έφαγε το δάχτυλο. Πβ. συνθλίβω. ● Παθ.: τρώγεται: για κάτι που μπορεί να αποτελέσει τροφή· για τροφή που μπορεί να καταναλωθεί, να φαγωθεί: Ανάλατο/άνοστο/ξαναζεσταμένο φαγητό που δεν ~. Το ρύζι ήθελε λίγο βράσιμο ακόμη, αλλά ~., τρώγομαι (μτφ.-προφ.) 1. μαλώνω, καβγαδίζω, τσακώνομαι: ~ονται μεταξύ τους για την προεδρία (= ανταγωνίζονται, διεκδικούν). ~ονται σαν τα κοκόρια/σαν τα σκυλιά. Πβ. σκυλο~. 2. δυσανασχετώ, γκρινιάζω: Όλη την ώρα ~εται, δεν τον αντέχω πια. Πβ. κλαψουρίζω, μεμψιμοιρώ. 3. επιθυμώ έντονα ή απαιτώ επίμονα κάτι: ~εται (= ξύνεται) για καβγά. Φαγώθηκε να με συναντήσει. 4. (συνήθ. με άρνηση) είμαι συμπαθής: Δεν ~εται με τίποτα αυτός (: είναι αντιπαθής, ανυπόφορος). ● ΦΡ.: έφαγα τον κόσμο (μτφ.-προφ.): έψαξα παντού, πολύ: ~ ~ να σε βρω. , έφαγε άκυρο (αργκό): απορρίφτηκε, δεν τα κατάφερε. Βλ. χυλόπιτα, έχεις μαχαίρι, τρως πεπόνι (μτφ.-προφ.): αν έχεις τα απαιτούμενα μέσα ή την εξουσία, εξασφαλίζεις και τα ανάλογα αγαθά., θα σε φάει (μτφ.-προφ.): (κάτι αρνητικό) θα σου κάνει κακό: Το πείσμα/η περιέργειά σου ~ ~. , θα σε φάω: ως απειλή: Αν με μαρτυρήσεις, ~ ~.|| (χαϊδευτ.) Άτιμο, ~ ~., θα φάμε καλά (προφ.): θα καταναλώσουμε πολύ και καλό φαγητό και κατ' επέκτ. θα καλοπεράσουμε. , θα φας καλά! (ειρων.-χιουμορ.): θα καλοπεράσεις., μαύρο φίδι που σ' έφαγε/θα σε φάει: ως απειλή: ~ ~, όταν καταλάβουν τι ζημιά έχεις κάνει. Πβ. αλίμονό σου., ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) (προφ.): για την αξία που αποδίδουν μερικοί στις εφήμερες απολαύσεις., τις τρώω (μτφ.-προφ.): με δέρνουν: Τις έφαγα και χωρίς να φταίω. (απειλητ.) Θα τις φας, για να μάθεις (πβ. θα σου τις βρέξω). ΣΥΝ. τις αρπάζω, τρώω ξύλο, το τρώει το φαΐ του/της (προφ.-ειρων.): είναι παχύς/παχιά., τρώγοντας ανοίγει/έρχεται η όρεξη (παροιμ.-συνήθ. μτφ.): όσο ικανοποιείται μια επιθυμία, τόσο πιο πολύ αυξάνεται. [< γαλλ. l'appétit vient en mangeant] , τρώω με τα μάτια/με το βλέμμα (μτφ.-προφ.): κοιτάζω επίμονα, συνήθ. ερωτικά. Πβ. γδύνω με τα μάτια., τρώω τη σκόνη (κάποιου) (αργκό): χάνω σε αναμέτρηση, μένω πίσω: Καλή ομάδα, αλλά τελικά έφαγε ~ του αουτσάιντερ! Νόμιζες ότι θα κέρδιζες, τώρα φάε ~ μου!, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο (παροιμ.): σε περιπτώσεις που κάποιος δεν μπορεί να έχει κάτι που επιθυμεί πολύ και αρκείται μόνο να το βλέπει: Με τις τιμές που πήραν τα λαχανικά στις λαϊκές, ~ ~!, (για) κοίτα/κοιτάξτε έναν ... βλ. κοιτάζω, (το) έφαγε το κεφάλι του βλ. κεφάλι, από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει/μέλει κι αν καεί βλ. πίτα, από τα μετρημένα τρώει ο λύκος βλ. μετρημένος, δεν δαγκώνω/δεν τρώω! βλ. δαγκώνω, δεν έχει ψωμί να φάει βλ. ψωμί, δεν τρώω άχυρα/σανό βλ. άχυρο, δίνω/τρώω φύσημα βλ. δίνω, δούλεψε να φας και κλέψε να ’χεις βλ. δουλεύω, έφαγα ήττα βλ. ήττα, έφαγα πακέτο βλ. πακέτο, έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα βλ. σαβούρα, έχει φάει/έφαγε τα λυσσακά του βλ. λυσσακά, έχω φάει/έφαγα τη θάλασσα με το κουτάλι βλ. θάλασσα, ζω με/τρώω αέρα κοπανιστό βλ. αέρας, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο/φαγητό που τρώγεται κρύο βλ. εκδίκηση, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη βλ. αφέντης, αφέντρα, η φτήνια τρώει τον παρά βλ. φτήνια, θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί βλ. λαρύγγι, θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι βλ. μύγα, θα φάει/έχει να φάει πολλά ψωμιά/καρβέλια ακόμα βλ. ψωμί, θα φάμε κόλλυβα βλ. κόλλυβα, θα φάμε κουφέτα βλ. κουφέτο, θέλει/παίρνει/τρώει ώρα/ώρες βλ. ώρα, θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι βλ. λύκος, μασάω/τρώω σίδερα βλ. σίδερο, με τρώει η γλώσσα μου βλ. γλώσσα, με τρώει η μύτη μου βλ. μύτη, με τρώει η περιέργεια βλ. περιέργεια, με τρώει το μαράζι βλ. μαράζι, με τρώει το χέρι μου βλ. χέρι, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις βλ. μπουκιά, μη φας, έχουμε γλάρο/γλαρόσουπα βλ. γλαρόσουπα, μου έφαγε/μου 'φαγε τ' αυτιά βλ. αυτί, μου καίει/τρώει τα σωθικά βλ. σωθικά, μου τρώει τα συκώτια/το συκώτι βλ. συκώτι, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει βλ. μάνα, να φαν κι/φάνε και οι κότες βλ. κότα, όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες βλ. ανακατεύω, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί, παθαίνω/τρώω (μεγάλο/χοντρό) τράκο βλ. τράκο, παίρνει/τρώει χρόνο βλ. χρόνος, πεινώ/τρώω σαν λύκος βλ. λύκος, πέσε πίτα να σε φάω βλ. πίτα, πήγε/έπεσε να με φάει βλ. πηγαίνω & πάω, ροκανίζω τον χρόνο βλ. ροκανίζω, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ, σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια βλ. ζήλια, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του βλ. κώλος, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό βλ. ψάρι, τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι βλ. σκοτάδι, τον/το τρώει η μαρμάγκα βλ. μαρμάγκα, τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια βλ. ζόρι, τρώγεται με τα ρούχα του βλ. ρούχο, τρώει με δέκα/με χρυσές μασέλες βλ. μασέλα, τρώει με χρυσά κουτάλια βλ. χρυσός, τρώει σαν πουλάκι βλ. πουλάκι, τρώει τα νύχια του για καβγά βλ. νύχι, τρώνε τα μουστάκια τους βλ. μουστάκι, τρώμε τις σάρκες μας βλ. σάρκα, τρώω (κάποιον) λάχανο βλ. λάχανο, τρώω κάτι με το κουτάλι βλ. κουτάλι, τρώω ξύλο βλ. ξύλο, τρώω πόρτα βλ. πόρτα, τρώω σκατά βλ. σκατό, τρώω σουτ βλ. σουτ1, τρώω στη μάπα/στη μούρη βλ. μάπα, τρώω τα σίδερα βλ. σίδερο, τρώω τάπα/ρίχνω σε κάποιον τάπα βλ. τάπα1, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου βλ. μέρα, τρώω του σκασμού/μέχρι σκασμού/το(ν) σκασμό βλ. σκασμός, τρώω φρίκη βλ. φρίκη, τρώω χώμα βλ. χώμα, τρώω ψωμί (από κάποιον) βλ. ψωμί, τρώω/έχω φάει τρελό/μεγάλο/χοντρό/τεράστιο κόλλημα βλ. κόλλημα, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας, τρώω/καταβροχθίζω/ρουφάω ένα βιβλίο βλ. βιβλίο, τρώω/κατεβάζω τον περίδρομο βλ. περίδρομος, τρώω/μασάω κουτόχορτο βλ. κουτόχορτο, τρώω/μασάω το παραμύθι (κάποιου) βλ. παραμύθι, τρώω/ξοδεύω από τα έτοιμα βλ. έτοιμος, τρώω/σπάω τα μούτρα μου βλ. μούτρο, φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι κι έμεινε η ουρά βλ. γάιδαρος, φάγαμε ψωμί κι αλάτι βλ. αλάτι, φάε την κρέμα/την κρεμούλα σου βλ. κρέμα, φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου! βλ. γλώσσα [< μτγν. τρώγω, μεσν. τρώω]

52025τσ & τσουεπιφών.: για δήλωση άρνησης ή, σε επανάληψη, για αποδοκιμασία: Ό,τι και να τον ρωτούσες, όλο ~ (= όχι) απαντούσε.|| Ακούς εκεί! ~ ~! [< λ. ηχομιμητ.]
52026τσαεπιφών. & τζα (οικ.): για δήλωση ξαφνικής εμφάνισης ή επανεμφάνισης: ~! Να 'μαστε κι εμείς/πάλι! ΣΥΝ. κούκου (2) [< λ. νηπιακή]
52027τσα τσα (τσα)ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: λατινοαμερικάνικος ζευγαρωτός χορός που προήλθε από τη ρούμπα και το μάμπο και χαρακτηρίζεται από μικρά γρήγορα βήματα· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική: Οι χορεύτριες λικνίζονταν στον ρυθμό του ~. Βλ. λάτιν, σάλσα, σάμπα, τάνγκο. [< αμερικ. cha-cha (-cha), 1954, γαλλ. cha-cha-cha, περ. 1955]
52028τσαγαλίτσα-γα-λί επίθ./ουσ. {άκλ.} (διαλεκτ.): που έχει την πρασινωπή απόχρωση του τσάγαλου: ~ φύλλα.|| (ως ουσ.) Σκούρο ~ (ενν. χρώμα). Πβ. βεραμάν, φιστικί.
52029τσάγαλοτσά-γα-λο ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): άγουρο αμύγδαλο: κρέας με ~α. Φάγαμε γλυκό (του κουταλιού) ~. [< τουρκ. çağala]
52030τσαγανότσα-γα-νό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): δύναμη, σθένος: Δεν έχει (το) ~ να τα βάλει με τους εχθρούς του. Έχει πολύ ~. Πβ. θάρρος, πυγμή.
52031τσαγερίατσα-γε-ρί-α ουσ. (θηλ.) & τσαγερί: κατάστημα όπου σερβίρεται κυρ. τσάι και άλλα ροφήματα.
52032τσαγιέρατσα-γιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & τσαγ(ι)ερό & (σπάν.) τσαγέρα: σκεύος με καπάκι και χερούλι που χρησιμοποιείται για την παρασκευή και το σερβίρισμα τσαγιού ή το ζέσταμα νερού: ηλεκτρική ~. ~ με έμβολο. Γυάλινο/πορσελάνινο τσαγερό. Βλ. -ιέρα, -ερό. [< γαλλ. théière]
52033τσαγκαράδικοτσα-γκα-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & τσαγκάρικο (λαϊκό): το μαγαζί του τσαγκάρη. Πβ. παπουτσάδικο, υποδηματοποιείο. Βλ. -άδικο.
52034τσαγκάρηςτσα-γκά-ρης ουσ. (αρσ.) {τσαγκάρ-ηδες κ. -άδες} (λαϊκό): επαγγελματίας τεχνίτης που συνήθ. επιδιορθώνει παπούτσια: Πήγε στον ~η να φτιάξει τη σόλα/τα τακούνια. Πβ. υποδηματοποιός. [< μεσν. τσαγκάρης]
52035τσαγκαροδευτέρατσα-γκα-ρο-δευ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) (ειρων.): εργάσιμη ημέρα, συνήθ. ύστερα από αργία, κατά την οποία αποφεύγει κάποιος να εργαστεί ή δυσανασχετεί που πρέπει να δουλέψει, επειδή βαριέται ή τεμπελιάζει.
52036τσαγκός, ή, ό βλ. ταγγός
52037τσάιτσά-ι ουσ. (ουδ.) {τσαγ-ιού} 1. αφέψημα που παρασκευάζεται από τα αποξηραμένα φύλλα του τεϊόδεντρου και τα ίδια τα φύλλα ή το φυτό: αρωματικό/άσπρο/δυνατό/ελαφρύ/ζεστό/ινδικό/κινέζικο/κόκκινο/κρύο/λευκό/παγωμένο/στιγμιαίο ~. ~ σκέτο. ~ αδυνατίσματος. ~ σε σκόνη/φακελάκια. ~ με γάλα/ζάχαρη/κανέλα/λεμόνι/μέλι. ~ με κονιάκ/ρούμι. ~ γιασεμί/περγαμόντο/ροδάκινο. Κατανάλωση/παρασκευή/σετ ~ιού. Κουταλάκι/σερβίτσιο/φλιτζάνι (του) ~ιού. Προσφέρω/σερβίρω/φτιάχνω ~. Ήπιαν/πήραν το ~ τους στη βεράντα. Πβ. τέιο.|| Επεξεργασία/καλλιέργεια/παραγωγή/ποικιλίες ~ιού. ~ χύμα. 2. (γενικότ.) κάθε ρόφημα από βότανα: ~ από χαμομήλι. 3. (συνεκδ.) συνάντηση, συνήθ. το απόγευμα, στην οποία προσφέρεται τσάι με βουτήματα, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για φιλανθρωπικούς σκοπούς: πρόσκληση για/σε ~. ~ κυριών. Ο σύλλογος διοργανώνει χριστουγεννιάτικο ~. ● Υποκ.: τσαγάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρο τσάι: τα φύλλα του οποίου έχουν υποστεί ζύμωση., πράσινο τσάι: που τα φύλλα του δεν έχουν υποστεί ζύμωση και διατηρούν το φυσικό τους χρώμα: ~ ~ με μέντα. Βλ. μάτσα., τσάι του βουνού: αφέψημα που παρασκευάζεται από τα άνθη και τα φύλλα αρωματικών φυτών και τα ίδια τα αυτοφυή φυτά. Πβ. σιδερίτης. ● ΦΡ.: τον έστειλε για τσάι (προφ.): τον έδιωξε με ταπεινωτικό τρόπο: Ο πρόεδρος την ~ ~ τελικά (: για χωρισμό ή αποπομπή από αξίωμα). Πβ. στέλνω κάποιον σπίτι του.|| (στο ποδόσφαιρο) Με κεφαλιά στο τελευταίο λεπτό τους ~ ~ (: έδωσε τη νίκη στην ομάδα του, δεν τους άφησε περιθώρια αντίδρασης). [< τουρκ. çay]
52038τσάιβτσά-ιβ ουσ. (ουδ.) {άκλ. | συνηθέστ. στον πληθ. τσάιβ-ς}: ΒΟΤ. σχοινόπρασο: σάλτσα/φυλλαράκια ~. [< αγγλ. chive]
52039τσακουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): για να δηλωθεί απρόσμενος ήχος ή στιγμιαίος θόρυβος: Έκανε ένα ~ κι η οθόνη έκλεισε. Με ένα ~ (: με μια κίνηση) πέρασε απέναντι. Πβ. τσουπ. ● ΦΡ.: στο τσακ μπαμ & τσακ μπαμ: χωρίς χρονοτριβή: Έλυσε την άσκηση ~ ~. Πβ. αμέσως., στο τσακ/στο τσαφ & πάνω στο τσακ: την τελευταία και κρίσιμη ώρα: Έφτασαν/ήρθαν/πρόλαβαν ~ ~. ~ ~ τη γλιτώσαμε (= παρά τρίχα)! Είμαι ~ ~ (: έτοιμος) να φύγω! ΣΥΝ. (στο) παρά πέντε, στο νήμα, την τελευταία στιγμή [< λ. ηχομιμητ.]
52040τσάκατσά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τσάκιση ρούχου και ιδ. παντελονιού.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.