Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52540-52560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52044τσάκα τσούκατσά-κα τσού-κα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσακ τσουκ: επαναλαμβανόμενος και ενοχλητικός ήχος: Ακούγεται ένα ~ στο τιμόνι. ΣΥΝ. τσικ τσικ [< λ. ηχομιμητ.]
52043τσάκα-τσάκατσά-κα επίρρ. & τσάκα τσάκα (προφ.): με μεγάλη ταχύτητα ή γρήγορα, σβέλτα: Θα σας μαγειρέψω κάτι ~. Ήρθε ~. ΣΥΝ. τάκα-τάκα (1) ΑΝΤ. τσούκου-τσούκου ● ΦΡ.: στο τσάκα-τσάκα: αμέσως: Έφτιαξε τη βλάβη ~ ~. ΣΥΝ. στο άψε σβήσε, στο πιτς-φιτίλι
52041τσακάλιτσα-κά-λι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. άγριο νυκτόβιο σαρκοβόρο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Canis aureus), συγγενές με τον λύκο και το κογιότ, που έχει γκριζοκίτρινο τρίχωμα με μελανές αποχρώσεις κατά μήκος της ράχης, λεπτά και ψηλά πόδια, μυτερά και όρθια αυτιά, φουντωτή κοκκινωπή ουρά και τρέφεται κυρ. με ποντικούς και ψοφίμια. 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) πανέξυπνος και ικανός: Πού το είδες/κατάλαβες, ρε ~; Είναι ~ (= αστέρι, ατσίδας, κορυφή, ξεφτέρι) στα κομπιούτερ. Πβ. επιτήδειος, καπάτσος, τζιμάνι. ΣΥΝ. γάτα (2), τσάκαλος ● Υποκ.: τσακαλάκι (το): κυρ. στη σημ. 2. [< τουρκ. çakal]
52042τσάκαλοςτσά-κα-λος ουσ. (αρσ.) (προφ., για πρόσ.): τσακάλι: Μπράβο ~οι, τα καταφέρατε!
52045τσακίδιατσα-κί-δια ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: στα τσακίδια (υβριστ.): ως έκφραση αναθεματισμού, αγανάκτησης, οργής ή όταν θέλουμε να ξεφορτωθούμε κάποιον: (ως κατάρα:) Άι/άντε ~ ~ (= γκρεμοτσακίσου, ξεκουμπίδια, χάσου)! Να πάει ~ ~ (= στον αγύριστο, στον διάολο) και να μη με ενοχλήσει ξανά!
52046τσακίζωτσα-κί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσάκι-σα, τσακί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, τσακίζ-οντας} (προφ.) 1. σπάω, συντρίβω: Ο άνεμος ~σε τα κλαδιά. Η καταιγίδα ~σε το δέντρο/το μικρό πλοίο. Το αεροπλάνο ~στηκε στην πλαγιά του βουνού. ~σμένο: καράβι.|| ~σε το πόδι της πάνω σε κάτι σιδερόβεργες (= τραυματίστηκε, χτύπησε άσχημα). Του ~σε τα πλευρά (πβ. ξυλοφορτώνω).|| (μτφ.) ~ τον αντίπαλο (= νικώ). ~ την εξέγερση (= εξουδετερώνω, καταπνίγω). 2. (μτφ.) ταλαιπωρώ, καταβάλλω, καταπονώ: Η κούραση του ~ει (= σπάει) τα νεύρα/την ψυχολογία. Τους έχει ~σει το άγχος/η ακρίβεια/ο πόλεμος. Τον ~σε η αρρώστια/η μοναξιά/η στεναχώρια/η φυλακή. ~σμένος: εγωισμός. ~σμένη: ελπίδα. ~σμένο: όνειρο.|| ~σε η καρδιά μου (: έγινε χίλια κομμάτια). ~σε από την ανέχεια (= γέρασε). ~σμένο: πρόσωπο (= γερασμένο). 3. διπλώνω: ~ τις άκρες της κόλλας. ~σε τη σελίδα στα δύο/στη μέση. 4. (μτφ.) καταβροχθίζω: Τα ~σε τα παϊδάκια. ~σε το κουτί με τα σοκολατάκια. Πβ. του δίνω και καταλαβαίνει. ● Παθ.: τσακίζομαι (μτφ.): δείχνω μεγάλο ζήλο, σκοτώνομαι: ~στηκε να τους εξυπηρετήσει/να φέρει την παραγγελία. ~στηκε να γυρίσει στο σπίτι γρήγορα.|| (απειλητ.) Πες του να ~στεί να έρθει εδώ. ~σου κι έλα δω/και φύγε (= χάσου)! Πβ. γκρεμο~. ● ΦΡ.: η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει βλ. γλώσσα, σπάει/τσακίζει κόκαλα βλ. κόκαλο, σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. τσακίζω]
52047τσακίρτσα-κίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: τσακίρ κέφι (προφ.): κορύφωση του κεφιού, συνήθ. κατά τη διάρκεια διασκέδασης: Το γλέντι είχε φτάσει στο ~ ~! Ήταν/ήρθαν στο ~ ~. Πβ. σε μεγάλα/τρελά κέφια. [< τουρκ. çakιrkeyf]
52048τσακίρικος, η, ο τσα-κί-ρι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. (για μάτια) που έχουν γκριζοπράσινο, γαλανό χρώμα. 2. (μτφ.) σαγηνευτικός: ~ο: βλέμμα (: γοητευτικό, ελκυστικό, σαν μαγνήτης).
52049τσάκισητσά-κι-ση ουσ. (θηλ.): πτύχωση υφάσματος και η γραμμή που δημιουργείται στο σημείο που αυτό διπλώνει: ~ίσεις στο μανίκι (= ζάρες).|| Παντελόνι με ~. Έκανε καλή ~ (: στο σιδέρωμα). Ρούχα χωρίς ~. ΣΥΝ. πτυχή (1), τσάκα, τσάκισμα (5)
52050τσάκισματσά-κι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. σπάσιμο: ~ των κλαδιών/των φύλλων.|| (μτφ.) ~ του ηθικού. 2. (μτφ.) συντριβή: ~ των εχθρών (= κατατρόπωση). Το ~ κάθε αντίστασης/του κινήματος (πβ. εξουδετέρωση, κατάπνιξη, καταστολή). 3. (μτφ.-προφ.) καταβολή, καταπόνηση: ~ του οργανισμού. 4. δίπλωμα: ~ του χαρτιού. 5. τσάκιση: ~ παντελονιού/υφάσματος. 6. ΜΟΥΣ. (λαϊκό) γύρισμα, ρεφρέν. Πβ. επωδός.|| (ειδικότ.) ~ της φωνής (= λύγισμα).τσακίσματα (τα) 1. λίκνισμα του σώματος στον χορό: ~ της μέσης. Χαριτωμένα ~. 2. καμώματα, πείσματα: Του κάνει ~ (= νάζια, σκέρτσα, τσαλίμια). [< μεσν. τσάκισμα]
52051τσακιστάτσα-κι-στά επίρρ. (λαϊκό): ΜΟΥΣ. με τσακίσματα: κομμάτι τραγουδισμένο ~.
52052τσακιστός, ή, ό τσα-κι-στός επίθ. (προφ.) για κάτι 1. που το έχουν κοπανίσει: ~ές: ελιές. Πβ. κοπανισμένος. 2. που το έχουν διπλώσει, που έχει τσάκιση: πουκάμισο με ~ό γιακά. ● ΦΡ.: δεκάρα/πεντάρα τσακιστή & δεκαράκι τσακιστό (προφ.): μηδενικό χρηματικό ποσό: Δεν άφησαν/δεν τους έχει δώσει/δεν πήρανε ~ ~. Δεν έχω δεκάρα ~ (= δεν έχω καθόλου λεφτά). Δεν τους έχει μείνει ~ ~ (= είναι απένταροι, πανί με πανί).|| (μτφ.) Δεν αξίζει ~ ~ (= δεν έχει καμιά αξία). Δεν δίνω ~ ~ (= δεν με νοιάζει καθόλου).
52053τσακμάκιτσακ-μά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) πανέξυπνος: Πρέπει να είσαι ~, για να τα βγάλεις πέρα! Πβ. σπίρτο. 2. (παλαιότ.) συσκευή τσέπης, που μοιάζει με τον σύγχρονο αναπτήρα, με φιτίλι και κομμάτι χάλυβα που τρίβεται σε πυριτόλιθο και βγάζει σπίθες. [< τουρκ. çakmak]
52054τσακμακόπετρατσακ-μα-κό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πέτρωμα που βγάζει σπίθες μέσω της τριβής του με σκληρό αντικείμενο· ειδικότ. η πέτρα του τσακμακιού: αιχμηρή ~. Πβ. στουρνάρι. ΣΥΝ. πυριτόλιθος
52055τσάκρατσά-κρα ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΦΙΛΟΣ. καθένα από τα επτά ενεργειακά κέντρα του ανθρώπινου σώματος, σύμφωνα με την αρχαία ινδική φιλοσοφία, τα οποία είναι υπεύθυνα για τη διοχέτευση της ενέργειας σε αυτό και γενικότ. για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού. Βλ. γιόγκα. [< αγγλ. chakra, γαλλ. ~, 1988]
52056τσάκωματσά-κω-μα ουσ. (ουδ.) {τσακώμ-ατα} (προφ.) 1. πιάσιμο. Πβ. παγίδευση, σύλληψη. 2. {συνήθ. στον πληθ.} τσακωμός: διαφωνίες και ~ατα (= καβγάδες). Πβ. φαγωμάρα, φασαρία. ΑΝΤ. φίλιωμα
52057τσακωμόςτσα-κω-μός ουσ. (αρσ.) (προφ.): αντιπαράθεση σε οξείς τόνους που μπορεί να οδηγήσει σε διακοπή των επαφών των εμπλεκομένων: άγριος/φραστικός ~. Αιτία ~ού. Έτοιμοι για ~ό. Φουντώνει ο/έπεσε ~. Η κουβέντα κατέληξε σε ~ό. Είχε μεγάλο ~ό με τους φίλους του. Πβ. άρπαγμα, διαπληκτισμός, λογομαχία, φιλονικία. ΣΥΝ. καβγάς, μάλωμα, τσάκωμα (2) ΑΝΤ. μόνοιασμα
52058τσακώνικος, η, ο τσα-κώ-νι-κος επίθ. & (επίσ.) τσακωνικός, ή, ό: που σχετίζεται με την Τσακωνιά ή/και τους Τσάκωνες/Τσάκονες: ~η: μελιτζάνα/φορεσιά.|| (ως ουσ.) Ο ~ (: ενν. παραδοσιακός χορός). ● Ουσ.: Τσακώνικα (τα) & (επίσ.) Τσακωνική (η): ενν. διάλεκτος.
52059τσακώνομαιτσα-κώ-νο-μαι ρ. {τσακώ-θηκα, -θεί, -μένος} (προφ.): έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον· μαλώνω, καβγαδίζω: ~ονται με το παραμικρό/για τα πολιτικά/για ψύλλου πήδημα. ~ονται όλη μέρα/συνέχεια. Δεν ~ονται ποτέ. ~θηκε με τον γείτονά του. Έχει ~θεί με όλο τον κόσμο. Πβ. διαπληκτίζομαι, διαφωνώ, λογομαχώ, φιλονικώ.|| Έχουμε ~θεί/είμαστε ~μένοι (: δεν μιλάμε πια). Ήταν ~μένοι για χρόνια.|| (νεαν. αργκό) Είναι ~μένος με την αλήθεια (: για τον ψεύτη).
52060τσακώνωτσα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {τσάκω-σα} ΣΥΝ. πιάνω 1. (προφ.) συλλαμβάνω κάποιον που έχει παρανομήσει ή την ίδια στιγμή που κάποιος κάνει κάτι κακό: ~σαν τον δραπέτη.|| Τον ~σε να λέει ψέματα. Τον ~σε αδιάβαστο/απροετοίμαστο. Άμα την ~σω θα της δείξω! Επ, σε ~σα! 2. (λαϊκό) αρπάζω: ~σαν τα φράγκα και έγιναν καπνός. Τον ~σε από το μπράτσο/τον σβέρκο.|| (αργκό) Τα ~ουν χοντρά (: κερδίζουν πολλά χρήματα). ~σε (= πάρε) μια προκαταβολή. Τσάκα/τσάκω (= φέρε) ένα μπουκάλι ουίσκι. ● ΦΡ.: μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα βλ. πράσο [< μεσν. τσακώνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.