Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52540-52560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52029τσάγαλοτσά-γα-λο ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): άγουρο αμύγδαλο: κρέας με ~α. Φάγαμε γλυκό (του κουταλιού) ~. [< τουρκ. çağala]
52030τσαγανότσα-γα-νό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): δύναμη, σθένος: Δεν έχει (το) ~ να τα βάλει με τους εχθρούς του. Έχει πολύ ~. Πβ. θάρρος, πυγμή.
52031τσαγερίατσα-γε-ρί-α ουσ. (θηλ.) & τσαγερί: κατάστημα όπου σερβίρεται κυρ. τσάι και άλλα ροφήματα.
52032τσαγιέρατσα-γιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & τσαγ(ι)ερό & (σπάν.) τσαγέρα: σκεύος με καπάκι και χερούλι που χρησιμοποιείται για την παρασκευή και το σερβίρισμα τσαγιού ή το ζέσταμα νερού: ηλεκτρική ~. ~ με έμβολο. Γυάλινο/πορσελάνινο τσαγερό. Βλ. -ιέρα, -ερό. [< γαλλ. théière]
52033τσαγκαράδικοτσα-γκα-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & τσαγκάρικο (λαϊκό): το μαγαζί του τσαγκάρη. Πβ. παπουτσάδικο, υποδηματοποιείο. Βλ. -άδικο.
52034τσαγκάρηςτσα-γκά-ρης ουσ. (αρσ.) {τσαγκάρ-ηδες κ. -άδες} (λαϊκό): επαγγελματίας τεχνίτης που συνήθ. επιδιορθώνει παπούτσια: Πήγε στον ~η να φτιάξει τη σόλα/τα τακούνια. Πβ. υποδηματοποιός. [< μεσν. τσαγκάρης]
52035τσαγκαροδευτέρατσα-γκα-ρο-δευ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) (ειρων.): εργάσιμη ημέρα, συνήθ. ύστερα από αργία, κατά την οποία αποφεύγει κάποιος να εργαστεί ή δυσανασχετεί που πρέπει να δουλέψει, επειδή βαριέται ή τεμπελιάζει.
52036τσαγκός, ή, ό βλ. ταγγός
52037τσάιτσά-ι ουσ. (ουδ.) {τσαγ-ιού} 1. αφέψημα που παρασκευάζεται από τα αποξηραμένα φύλλα του τεϊόδεντρου και τα ίδια τα φύλλα ή το φυτό: αρωματικό/άσπρο/δυνατό/ελαφρύ/ζεστό/ινδικό/κινέζικο/κόκκινο/κρύο/λευκό/παγωμένο/στιγμιαίο ~. ~ σκέτο. ~ αδυνατίσματος. ~ σε σκόνη/φακελάκια. ~ με γάλα/ζάχαρη/κανέλα/λεμόνι/μέλι. ~ με κονιάκ/ρούμι. ~ γιασεμί/περγαμόντο/ροδάκινο. Κατανάλωση/παρασκευή/σετ ~ιού. Κουταλάκι/σερβίτσιο/φλιτζάνι (του) ~ιού. Προσφέρω/σερβίρω/φτιάχνω ~. Ήπιαν/πήραν το ~ τους στη βεράντα. Πβ. τέιο.|| Επεξεργασία/καλλιέργεια/παραγωγή/ποικιλίες ~ιού. ~ χύμα. 2. (γενικότ.) κάθε ρόφημα από βότανα: ~ από χαμομήλι. 3. (συνεκδ.) συνάντηση, συνήθ. το απόγευμα, στην οποία προσφέρεται τσάι με βουτήματα, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για φιλανθρωπικούς σκοπούς: πρόσκληση για/σε ~. ~ κυριών. Ο σύλλογος διοργανώνει χριστουγεννιάτικο ~. ● Υποκ.: τσαγάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρο τσάι: τα φύλλα του οποίου έχουν υποστεί ζύμωση., πράσινο τσάι: που τα φύλλα του δεν έχουν υποστεί ζύμωση και διατηρούν το φυσικό τους χρώμα: ~ ~ με μέντα. Βλ. μάτσα., τσάι του βουνού: αφέψημα που παρασκευάζεται από τα άνθη και τα φύλλα αρωματικών φυτών και τα ίδια τα αυτοφυή φυτά. Πβ. σιδερίτης. ● ΦΡ.: τον έστειλε για τσάι (προφ.): τον έδιωξε με ταπεινωτικό τρόπο: Ο πρόεδρος την ~ ~ τελικά (: για χωρισμό ή αποπομπή από αξίωμα). Πβ. στέλνω κάποιον σπίτι του.|| (στο ποδόσφαιρο) Με κεφαλιά στο τελευταίο λεπτό τους ~ ~ (: έδωσε τη νίκη στην ομάδα του, δεν τους άφησε περιθώρια αντίδρασης). [< τουρκ. çay]
52038τσάιβτσά-ιβ ουσ. (ουδ.) {άκλ. | συνηθέστ. στον πληθ. τσάιβ-ς}: ΒΟΤ. σχοινόπρασο: σάλτσα/φυλλαράκια ~. [< αγγλ. chive]
52039τσακουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): για να δηλωθεί απρόσμενος ήχος ή στιγμιαίος θόρυβος: Έκανε ένα ~ κι η οθόνη έκλεισε. Με ένα ~ (: με μια κίνηση) πέρασε απέναντι. Πβ. τσουπ. ● ΦΡ.: στο τσακ μπαμ & τσακ μπαμ: χωρίς χρονοτριβή: Έλυσε την άσκηση ~ ~. Πβ. αμέσως., στο τσακ/στο τσαφ & πάνω στο τσακ: την τελευταία και κρίσιμη ώρα: Έφτασαν/ήρθαν/πρόλαβαν ~ ~. ~ ~ τη γλιτώσαμε (= παρά τρίχα)! Είμαι ~ ~ (: έτοιμος) να φύγω! ΣΥΝ. (στο) παρά πέντε, στο νήμα, την τελευταία στιγμή [< λ. ηχομιμητ.]
52040τσάκατσά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τσάκιση ρούχου και ιδ. παντελονιού.
52044τσάκα τσούκατσά-κα τσού-κα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσακ τσουκ: επαναλαμβανόμενος και ενοχλητικός ήχος: Ακούγεται ένα ~ στο τιμόνι. ΣΥΝ. τσικ τσικ [< λ. ηχομιμητ.]
52043τσάκα-τσάκατσά-κα επίρρ. & τσάκα τσάκα (προφ.): με μεγάλη ταχύτητα ή γρήγορα, σβέλτα: Θα σας μαγειρέψω κάτι ~. Ήρθε ~. ΣΥΝ. τάκα-τάκα (1) ΑΝΤ. τσούκου-τσούκου ● ΦΡ.: στο τσάκα-τσάκα: αμέσως: Έφτιαξε τη βλάβη ~ ~. ΣΥΝ. στο άψε σβήσε, στο πιτς-φιτίλι
52041τσακάλιτσα-κά-λι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. άγριο νυκτόβιο σαρκοβόρο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Canis aureus), συγγενές με τον λύκο και το κογιότ, που έχει γκριζοκίτρινο τρίχωμα με μελανές αποχρώσεις κατά μήκος της ράχης, λεπτά και ψηλά πόδια, μυτερά και όρθια αυτιά, φουντωτή κοκκινωπή ουρά και τρέφεται κυρ. με ποντικούς και ψοφίμια. 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) πανέξυπνος και ικανός: Πού το είδες/κατάλαβες, ρε ~; Είναι ~ (= αστέρι, ατσίδας, κορυφή, ξεφτέρι) στα κομπιούτερ. Πβ. επιτήδειος, καπάτσος, τζιμάνι. ΣΥΝ. γάτα (2), τσάκαλος ● Υποκ.: τσακαλάκι (το): κυρ. στη σημ. 2. [< τουρκ. çakal]
52042τσάκαλοςτσά-κα-λος ουσ. (αρσ.) (προφ., για πρόσ.): τσακάλι: Μπράβο ~οι, τα καταφέρατε!
52045τσακίδιατσα-κί-δια ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: στα τσακίδια (υβριστ.): ως έκφραση αναθεματισμού, αγανάκτησης, οργής ή όταν θέλουμε να ξεφορτωθούμε κάποιον: (ως κατάρα:) Άι/άντε ~ ~ (= γκρεμοτσακίσου, ξεκουμπίδια, χάσου)! Να πάει ~ ~ (= στον αγύριστο, στον διάολο) και να μη με ενοχλήσει ξανά!
52046τσακίζωτσα-κί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσάκι-σα, τσακί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, τσακίζ-οντας} (προφ.) 1. σπάω, συντρίβω: Ο άνεμος ~σε τα κλαδιά. Η καταιγίδα ~σε το δέντρο/το μικρό πλοίο. Το αεροπλάνο ~στηκε στην πλαγιά του βουνού. ~σμένο: καράβι.|| ~σε το πόδι της πάνω σε κάτι σιδερόβεργες (= τραυματίστηκε, χτύπησε άσχημα). Του ~σε τα πλευρά (πβ. ξυλοφορτώνω).|| (μτφ.) ~ τον αντίπαλο (= νικώ). ~ την εξέγερση (= εξουδετερώνω, καταπνίγω). 2. (μτφ.) ταλαιπωρώ, καταβάλλω, καταπονώ: Η κούραση του ~ει (= σπάει) τα νεύρα/την ψυχολογία. Τους έχει ~σει το άγχος/η ακρίβεια/ο πόλεμος. Τον ~σε η αρρώστια/η μοναξιά/η στεναχώρια/η φυλακή. ~σμένος: εγωισμός. ~σμένη: ελπίδα. ~σμένο: όνειρο.|| ~σε η καρδιά μου (: έγινε χίλια κομμάτια). ~σε από την ανέχεια (= γέρασε). ~σμένο: πρόσωπο (= γερασμένο). 3. διπλώνω: ~ τις άκρες της κόλλας. ~σε τη σελίδα στα δύο/στη μέση. 4. (μτφ.) καταβροχθίζω: Τα ~σε τα παϊδάκια. ~σε το κουτί με τα σοκολατάκια. Πβ. του δίνω και καταλαβαίνει. ● Παθ.: τσακίζομαι (μτφ.): δείχνω μεγάλο ζήλο, σκοτώνομαι: ~στηκε να τους εξυπηρετήσει/να φέρει την παραγγελία. ~στηκε να γυρίσει στο σπίτι γρήγορα.|| (απειλητ.) Πες του να ~στεί να έρθει εδώ. ~σου κι έλα δω/και φύγε (= χάσου)! Πβ. γκρεμο~. ● ΦΡ.: η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει βλ. γλώσσα, σπάει/τσακίζει κόκαλα βλ. κόκαλο, σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. τσακίζω]
52047τσακίρτσα-κίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: τσακίρ κέφι (προφ.): κορύφωση του κεφιού, συνήθ. κατά τη διάρκεια διασκέδασης: Το γλέντι είχε φτάσει στο ~ ~! Ήταν/ήρθαν στο ~ ~. Πβ. σε μεγάλα/τρελά κέφια. [< τουρκ. çakιrkeyf]
52048τσακίρικος, η, ο τσα-κί-ρι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. (για μάτια) που έχουν γκριζοπράσινο, γαλανό χρώμα. 2. (μτφ.) σαγηνευτικός: ~ο: βλέμμα (: γοητευτικό, ελκυστικό, σαν μαγνήτης).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.