Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52560-52580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52049τσάκισητσά-κι-ση ουσ. (θηλ.): πτύχωση υφάσματος και η γραμμή που δημιουργείται στο σημείο που αυτό διπλώνει: ~ίσεις στο μανίκι (= ζάρες).|| Παντελόνι με ~. Έκανε καλή ~ (: στο σιδέρωμα). Ρούχα χωρίς ~. ΣΥΝ. πτυχή (1), τσάκα, τσάκισμα (5)
52050τσάκισματσά-κι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. σπάσιμο: ~ των κλαδιών/των φύλλων.|| (μτφ.) ~ του ηθικού. 2. (μτφ.) συντριβή: ~ των εχθρών (= κατατρόπωση). Το ~ κάθε αντίστασης/του κινήματος (πβ. εξουδετέρωση, κατάπνιξη, καταστολή). 3. (μτφ.-προφ.) καταβολή, καταπόνηση: ~ του οργανισμού. 4. δίπλωμα: ~ του χαρτιού. 5. τσάκιση: ~ παντελονιού/υφάσματος. 6. ΜΟΥΣ. (λαϊκό) γύρισμα, ρεφρέν. Πβ. επωδός.|| (ειδικότ.) ~ της φωνής (= λύγισμα).τσακίσματα (τα) 1. λίκνισμα του σώματος στον χορό: ~ της μέσης. Χαριτωμένα ~. 2. καμώματα, πείσματα: Του κάνει ~ (= νάζια, σκέρτσα, τσαλίμια). [< μεσν. τσάκισμα]
52051τσακιστάτσα-κι-στά επίρρ. (λαϊκό): ΜΟΥΣ. με τσακίσματα: κομμάτι τραγουδισμένο ~.
52052τσακιστός, ή, ό τσα-κι-στός επίθ. (προφ.) για κάτι 1. που το έχουν κοπανίσει: ~ές: ελιές. Πβ. κοπανισμένος. 2. που το έχουν διπλώσει, που έχει τσάκιση: πουκάμισο με ~ό γιακά. ● ΦΡ.: δεκάρα/πεντάρα τσακιστή & δεκαράκι τσακιστό (προφ.): μηδενικό χρηματικό ποσό: Δεν άφησαν/δεν τους έχει δώσει/δεν πήρανε ~ ~. Δεν έχω δεκάρα ~ (= δεν έχω καθόλου λεφτά). Δεν τους έχει μείνει ~ ~ (= είναι απένταροι, πανί με πανί).|| (μτφ.) Δεν αξίζει ~ ~ (= δεν έχει καμιά αξία). Δεν δίνω ~ ~ (= δεν με νοιάζει καθόλου).
52053τσακμάκιτσακ-μά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) πανέξυπνος: Πρέπει να είσαι ~, για να τα βγάλεις πέρα! Πβ. σπίρτο. 2. (παλαιότ.) συσκευή τσέπης, που μοιάζει με τον σύγχρονο αναπτήρα, με φιτίλι και κομμάτι χάλυβα που τρίβεται σε πυριτόλιθο και βγάζει σπίθες. [< τουρκ. çakmak]
52054τσακμακόπετρατσακ-μα-κό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πέτρωμα που βγάζει σπίθες μέσω της τριβής του με σκληρό αντικείμενο· ειδικότ. η πέτρα του τσακμακιού: αιχμηρή ~. Πβ. στουρνάρι. ΣΥΝ. πυριτόλιθος
52055τσάκρατσά-κρα ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΦΙΛΟΣ. καθένα από τα επτά ενεργειακά κέντρα του ανθρώπινου σώματος, σύμφωνα με την αρχαία ινδική φιλοσοφία, τα οποία είναι υπεύθυνα για τη διοχέτευση της ενέργειας σε αυτό και γενικότ. για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού. Βλ. γιόγκα. [< αγγλ. chakra, γαλλ. ~, 1988]
52056τσάκωματσά-κω-μα ουσ. (ουδ.) {τσακώμ-ατα} (προφ.) 1. πιάσιμο. Πβ. παγίδευση, σύλληψη. 2. {συνήθ. στον πληθ.} τσακωμός: διαφωνίες και ~ατα (= καβγάδες). Πβ. φαγωμάρα, φασαρία. ΑΝΤ. φίλιωμα
52057τσακωμόςτσα-κω-μός ουσ. (αρσ.) (προφ.): αντιπαράθεση σε οξείς τόνους που μπορεί να οδηγήσει σε διακοπή των επαφών των εμπλεκομένων: άγριος/φραστικός ~. Αιτία ~ού. Έτοιμοι για ~ό. Φουντώνει ο/έπεσε ~. Η κουβέντα κατέληξε σε ~ό. Είχε μεγάλο ~ό με τους φίλους του. Πβ. άρπαγμα, διαπληκτισμός, λογομαχία, φιλονικία. ΣΥΝ. καβγάς, μάλωμα, τσάκωμα (2) ΑΝΤ. μόνοιασμα
52058τσακώνικος, η, ο τσα-κώ-νι-κος επίθ. & (επίσ.) τσακωνικός, ή, ό: που σχετίζεται με την Τσακωνιά ή/και τους Τσάκωνες/Τσάκονες: ~η: μελιτζάνα/φορεσιά.|| (ως ουσ.) Ο ~ (: ενν. παραδοσιακός χορός). ● Ουσ.: Τσακώνικα (τα) & (επίσ.) Τσακωνική (η): ενν. διάλεκτος.
52059τσακώνομαιτσα-κώ-νο-μαι ρ. {τσακώ-θηκα, -θεί, -μένος} (προφ.): έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον· μαλώνω, καβγαδίζω: ~ονται με το παραμικρό/για τα πολιτικά/για ψύλλου πήδημα. ~ονται όλη μέρα/συνέχεια. Δεν ~ονται ποτέ. ~θηκε με τον γείτονά του. Έχει ~θεί με όλο τον κόσμο. Πβ. διαπληκτίζομαι, διαφωνώ, λογομαχώ, φιλονικώ.|| Έχουμε ~θεί/είμαστε ~μένοι (: δεν μιλάμε πια). Ήταν ~μένοι για χρόνια.|| (νεαν. αργκό) Είναι ~μένος με την αλήθεια (: για τον ψεύτη).
52060τσακώνωτσα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {τσάκω-σα} ΣΥΝ. πιάνω 1. (προφ.) συλλαμβάνω κάποιον που έχει παρανομήσει ή την ίδια στιγμή που κάποιος κάνει κάτι κακό: ~σαν τον δραπέτη.|| Τον ~σε να λέει ψέματα. Τον ~σε αδιάβαστο/απροετοίμαστο. Άμα την ~σω θα της δείξω! Επ, σε ~σα! 2. (λαϊκό) αρπάζω: ~σαν τα φράγκα και έγιναν καπνός. Τον ~σε από το μπράτσο/τον σβέρκο.|| (αργκό) Τα ~ουν χοντρά (: κερδίζουν πολλά χρήματα). ~σε (= πάρε) μια προκαταβολή. Τσάκα/τσάκω (= φέρε) ένα μπουκάλι ουίσκι. ● ΦΡ.: μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα βλ. πράσο [< μεσν. τσακώνω]
52061τσακωτός, ή, ό τσα-κω-τός επίθ. (λαϊκό): μόνο στη ● ΦΡ.: κάνω κάποιον τσακωτό/γίνομαι τσακωτός: (αργκό) συλλαμβάνω, συλλαμβάνομαι επ' αυτοφώρω: Έκαναν ~ τον κλέφτη (= τον έκαναν πιαστό).|| Έγινε ~ με ναρκωτικά/από γείτονες την ώρα της διάρρηξης. ΣΥΝ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα [< μεσν. τσακωτός]
52062τσαλαβούτηματσα-λα-βού-τη-μα ουσ. (ουδ.) & τσαλαβούτα (η) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσαλαβουτώ. Πβ. βούτηγμα, πλατσούρισμα.
52063τσαλαβουτώ[τσαλαβουτῶ] τσα-λα-βου-τώ ρ. (αμτβ.) {τσαλαβουτ-άς ...| τσαλαβούτ-ησα, -ήσει, -ώντας} & τσαλαβουτάω (προφ.) 1. βουτώ απρόσεκτα σε νερά ή σπανιότ. περπατώ σε λάσπες: ~ά στη θάλασσα. ~ώντας στα ρηχά. Πβ. πλατσουρίζω. 2. (μτφ.) ασχολούμαι με κάτι πρόχειρα, επιφανειακά.
52064τσαλάκωματσα-λά-κω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσαλακώνω: ~ των ρούχων (= ζάρωμα)/του χαρτιού.|| (μτφ.) ~ της αξιοπρέπειας/της δημόσιας εικόνας του. Πβ. εξευτελισμός, στραπατσάρισμα, τσαλαπάτημα.
52065τσαλακώνωτσα-λα-κώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσαλάκω-σα, τσαλακώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, τσαλακών-οντας} 1. κάνω κάτι να αποκτήσει ζάρες ή σχηματίζω ζάρες· ζαρώνω: ~σε την εφημερίδα. ~σε και πέταξε το σημείωμα/το χαρτί.|| ~μένος: φάκελος. ~μένη: σελίδα. ~μένο: ρούχο/σεντόνι. (για σύγκρουση αυτοκινήτων:) ~μένη: λαμαρίνα (= στραπατσαρισμένη).|| Υφάσματα που δεν ~ουν εύκολα. 2. (μτφ.-προφ.) εξευτελίζω, ταπεινώνω, καταρρακώνω: Αντιδρούν σε ό, τι ~ει την αξιοπρέπειά τους. Το σκάνδαλο ~σε την εικόνα του. Η αποτυχία ~σε το γόητρο της ομάδας. Η φήμη του προέδρου ~θηκε ανεπανόρθωτα/άσχημα. ~μένος: εγωισμός. ~μένη: περηφάνια. Από την εκλογική μάχη βγήκε ~μένος (ΑΝΤ. ατσαλάκωτος). Πβ. στραπατσάρω, υποβιβάζω. ΣΥΝ. τσαλαπατώ (2) ΑΝΤ. εξαίρω (1), εξυψώνω (2) [< μτγν. ψαλάσσω 'αγγίζω απαλά']
52066τσαλαπάτηματσα-λα-πά-τη-μα ουσ. (ουδ.) {τσαλαπατήμ-ατα} (προφ.) 1. ποδοπάτημα: ~ατα και αγκωνιές. 2. (μτφ.) ταπείνωση, περιφρόνηση: βάναυσο/ολοκληρωτικό ~. ~ της αξιοπρέπειας/των νόμων. Πβ. εξευτελισμός, στραπατσάρισμα, τσαλάκωμα, υποβιβασμός.
52067τσαλαπατώ[τσαλαπατῶ] τσα-λα-πα-τώ ρ. (μτβ.) {τσαλαπατ-άς ... | τσαλαπάτ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & τσαλαπατάω (προφ.) 1. ποδοπατώ: ~ούν το χορτάρι. ~ήθηκαν από το πλήθος. 2. (μτφ.) εξευτελίζω, ταπεινώνω, περιφρονώ: ~ησε την αξιοπρέπειά/τα όνειρά του. ΣΥΝ. ποδοπατώ (2), στραπατσάρω (2), τσαλακώνω (2) [< μεσν. τσαλαπατώ]
52068τσαλαπετεινόςτσα-λα-πε-τει-νός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. άγριο εντομοφάγο μεταναστευτικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Upupa epops) με όμορφο πορτοκαλί και καστανό φτέρωμα, ασπρόμαυρα φτερά, μακρύ κυρτό ράμφος, μεγάλη ουρά και χαρακτηριστικό όρθιο λοφίο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.