| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52061 | τσακωτός | , ή, ό τσα-κω-τός επίθ. (λαϊκό): μόνο στη ● ΦΡ.: κάνω κάποιον τσακωτό/γίνομαι τσακωτός: (αργκό) συλλαμβάνω, συλλαμβάνομαι επ' αυτοφώρω: Έκαναν ~ τον κλέφτη (= τον έκαναν πιαστό).|| Έγινε ~ με ναρκωτικά/από γείτονες την ώρα της διάρρηξης. ΣΥΝ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα [< μεσν. τσακωτός] | |
| 52062 | τσαλαβούτημα | τσα-λα-βού-τη-μα ουσ. (ουδ.) & τσαλαβούτα (η) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσαλαβουτώ. Πβ. βούτηγμα, πλατσούρισμα. | |
| 52063 | τσαλαβουτώ | [τσαλαβουτῶ] τσα-λα-βου-τώ ρ. (αμτβ.) {τσαλαβουτ-άς ...| τσαλαβούτ-ησα, -ήσει, -ώντας} & τσαλαβουτάω (προφ.) 1. βουτώ απρόσεκτα σε νερά ή σπανιότ. περπατώ σε λάσπες: ~ά στη θάλασσα. ~ώντας στα ρηχά. Πβ. πλατσουρίζω. 2. (μτφ.) ασχολούμαι με κάτι πρόχειρα, επιφανειακά. | |
| 52064 | τσαλάκωμα | τσα-λά-κω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσαλακώνω: ~ των ρούχων (= ζάρωμα)/του χαρτιού.|| (μτφ.) ~ της αξιοπρέπειας/της δημόσιας εικόνας του. Πβ. εξευτελισμός, στραπατσάρισμα, τσαλαπάτημα. | |
| 52065 | τσαλακώνω | τσα-λα-κώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσαλάκω-σα, τσαλακώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, τσαλακών-οντας} 1. κάνω κάτι να αποκτήσει ζάρες ή σχηματίζω ζάρες· ζαρώνω: ~σε την εφημερίδα. ~σε και πέταξε το σημείωμα/το χαρτί.|| ~μένος: φάκελος. ~μένη: σελίδα. ~μένο: ρούχο/σεντόνι. (για σύγκρουση αυτοκινήτων:) ~μένη: λαμαρίνα (= στραπατσαρισμένη).|| Υφάσματα που δεν ~ουν εύκολα. 2. (μτφ.-προφ.) εξευτελίζω, ταπεινώνω, καταρρακώνω: Αντιδρούν σε ό, τι ~ει την αξιοπρέπειά τους. Το σκάνδαλο ~σε την εικόνα του. Η αποτυχία ~σε το γόητρο της ομάδας. Η φήμη του προέδρου ~θηκε ανεπανόρθωτα/άσχημα. ~μένος: εγωισμός. ~μένη: περηφάνια. Από την εκλογική μάχη βγήκε ~μένος (ΑΝΤ. ατσαλάκωτος). Πβ. στραπατσάρω, υποβιβάζω. ΣΥΝ. τσαλαπατώ (2) ΑΝΤ. εξαίρω (1), εξυψώνω (2) [< μτγν. ψαλάσσω 'αγγίζω απαλά'] | |
| 52066 | τσαλαπάτημα | τσα-λα-πά-τη-μα ουσ. (ουδ.) {τσαλαπατήμ-ατα} (προφ.) 1. ποδοπάτημα: ~ατα και αγκωνιές. 2. (μτφ.) ταπείνωση, περιφρόνηση: βάναυσο/ολοκληρωτικό ~. ~ της αξιοπρέπειας/των νόμων. Πβ. εξευτελισμός, στραπατσάρισμα, τσαλάκωμα, υποβιβασμός. | |
| 52067 | τσαλαπατώ | [τσαλαπατῶ] τσα-λα-πα-τώ ρ. (μτβ.) {τσαλαπατ-άς ... | τσαλαπάτ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & τσαλαπατάω (προφ.) 1. ποδοπατώ: ~ούν το χορτάρι. ~ήθηκαν από το πλήθος. 2. (μτφ.) εξευτελίζω, ταπεινώνω, περιφρονώ: ~ησε την αξιοπρέπειά/τα όνειρά του. ΣΥΝ. ποδοπατώ (2), στραπατσάρω (2), τσαλακώνω (2) [< μεσν. τσαλαπατώ] | |
| 52068 | τσαλαπετεινός | τσα-λα-πε-τει-νός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. άγριο εντομοφάγο μεταναστευτικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Upupa epops) με όμορφο πορτοκαλί και καστανό φτέρωμα, ασπρόμαυρα φτερά, μακρύ κυρτό ράμφος, μεγάλη ουρά και χαρακτηριστικό όρθιο λοφίο. | |
| 52069 | τσαλίμι | τσα-λί-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): επιδέξια φιγούρα χορευτή: χορευτικά ~ια. ● τσαλίμια (τα): (μτφ.) πονηριές, νάζια: Κάνει κόνξες/σκέρτσα και ~. Πβ. καμώματα, πείσματα, τζιριτζάντζουλες, τερτίπι, τσακίσματα. ● Υποκ.: τσαλιμάκι (το) [< τουρκ. çalιm] | |
| 52070 | τσαμένο | τσα-μέ-νο ουσ. (ουδ.) (λ. νηπιακή-προφ., συνήθ. χαϊδευτ.) : καημένο: Κρυώνει/φοβάται το ~. | |
| 52071 | τσάμικος | , η, ο τσά-μι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους Τσάμηδες. ● Ουσ.: τσάμικο & τσάμικος (το/ο): παραδοσιακός, παλαιότ. ανδρικός, κυκλικός χορός με δώδεκα βήματα συνολικά, που έχει ρυθμό 3/4 και χαρακτηρίζεται από θεαματικές φιγούρες του πρώτου χορευτή. Βλ. καλαματιανός. ΣΥΝ. κλέφτικος ● ΦΡ.: μου/μας έγινε τσάμικος ταμπάκος (λαϊκό): είναι ενοχλητικός, φορτικός: Μας έγινε ~ ~! Πβ. κακός μπελάς, κολλιτσίδα, τσιμπούρι, φόρτωμα. | |
| 52072 | τσάμπα | βλ. τζάμπα | |
| 52073 | τσαμπατζής | βλ. τζαμπατζής | |
| 52074 | τσαμπατζίδικος | , η, ο βλ. τζαμπατζίδικος | |
| 52075 | τσαμπέ | βλ. τζαμπέ | |
| 52076 | τσαμπί | τσα-μπί ουσ. (ουδ.): κοτσάνι με ρώγες σταφυλιού· κατ' επέκτ. κάθε κοτσάνι με καρπούς: τα ~ιά του κλήματος. Πβ. βότρυς. Βλ. τσάμπουρο.|| Ένα ~ κεράσια/μπανάνες. Ντοματάκια που πωλούνται σε ~ιά. Βλ. αρμαθιά, δεμάτι, πακέτο, σωρός.|| (μτφ., για μεγάλο πλήθος ανθρώπων:) Κρέμονται σαν ~ιά από τις νταλίκες. ● Υποκ.: τσαμπάκι (το) [< μεσν. τσαμπί] | |
| 52077 | Τσάμπιονς Λιγκ | Τσά-μπι-ονς Λιγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. διασυλλογική ποδοσφαιρική διοργάνωση που διεξάγεται κάθε χρόνο υπό την αιγίδα της ΟΥΕΦΑ μεταξύ των πρωταθλητριών ομάδων της Ευρώπης και ορισμένων ακόμα με βάση ειδική βαθμολογία· συνεκδ. το αντίστοιχο τρόπαιο: πρόκριση στο ~. Οι όμιλοι του ~. Το σεντόνι του ~ (: που απλώνεται στη σέντρα του γηπέδου πριν από την έναρξη κάθε αγώνα).|| Κατέκτησε/πήρε το ~. [< αγγλ. Champions League, 1992] | |
| 52078 | τσαμπουκαλεύομαι | τσα-μπου-κα-λεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {τσαμπουκαλεύ-τηκα, -τεί, -μένος} (αργκό): συμπεριφέρομαι με τσαμπουκά: ~τηκε και μας απειλεί. ~μένο: ύφος. ~μένοι: οπαδοί. | |
| 52079 | τσαμπουκαλής, τσαμπουκαλού | τσα-μπου-κα-λής επίθ./ουσ. (λαϊκό): πρόσωπο που συμπεριφέρεται προκλητικά και εμπλέκεται σε φασαρίες και επεισόδια: Κάνει τον ~ή. Πβ. μάγκας. ΣΥΝ. νταής [< τουρκ. sabιkalι] | |
| 52080 | τσαμπουκαλίδικος | , η, ο τσα-μπου-κα-λί-δι-κος επίθ. (λαϊκό): που χαρακτηρίζει τον τσαμπουκαλή: ~ο: ύφος. Πβ. ζόρικος. Βλ. -ίδικος. ● επίρρ.: τσαμπουκαλίδικα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ