Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5240-5260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4314αντεκδικούμαι[ἀντεκδικοῦμαι] α-ντεκ-δι-κού-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αντεκδικ-είσαι ..., (σπάν.) -ήθηκα, -ηθεί} (λόγ.): ανταποδίδω εκδίκηση. Βλ. τιμωρώ.
4315αντεκκλησιαστικός, ή, ό βλ. αντιεκκλησιαστικός
4316αντέκταση[ἀντέκταση] α-ντέ-κτα-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. Ελληνική) μετατροπή βραχύχρονου φωνήεντος μιας συλλαβής στο αντίστοιχο μακρόχρονο, για να αναπληρωθεί ημίφωνο (λ, μ, ν, ρ, σ) που εξέπεσε μετά τη συλλαβή, π.χ. λυθέντς > λυθείς. [< μτγν. ἀντέκτασις 'ανταπόδοση', γερμ. Ersatzdehnung]
4317αντένα[ἀντένα] α-ντέ-να ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. κεραία που λαμβάνει ή μεταδίδει ηλεκτρομαγνητικά κύματα: δορυφορική ~. ~ αυτοκινήτου/ραδιοφώνου/ραντάρ/τηλεόρασης/υποβρυχίου. 2. (κατ' επέκτ.) υποστηρικτικός φορέας που συνδέεται με κάποιο κεντρικό όργανο: πολιτιστικές ~ες. Περιφερειακές ~ες εξυπηρέτησης. 3. ΝΑΥΤ. λεπτή και μακριά ράβδος στην οποία στερεώνονται πανιά (συνήθ. ιστιοφόρου πλοίου): σταυρωτές ~ες. ΣΥΝ. κεραία (2) 4. ΑΘΛ. (στο βόλεϊ) καθεμία από τις δύο εύκαμπτες ράβδους που βρίσκονται στις δύο αντίθετες πλευρές του φιλέ. [< 1,2,4: γαλλ. antenne, αγγλ. antenna 3: μεσν. αντένα]
4318αντενδείκνυται[ἀντενδείκνυται] α-ντεν-δεί-κνυ-ται ρ. (αμτβ.) {αντενδείκνυνται, μόνο στο ενεστ. θ.}: (συνήθ. ΙΑΤΡ.) δεν είναι ή δεν θεωρείται κατάλληλο, επωφελές: Εμβόλιο που ~ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (= δεν συνιστάται). ΑΝΤ. ενδείκνυται [< μτγν. ἀντενδείκνυμαι ‘δίνω αντίθετες ενδείξεις (για συμπτώματα)’]
4319αντένδειξη[ἀντένδειξη] α-ντέν-δει-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κατάσταση, δεδομένο που απαγορεύει τη χρήση συγκεκριμένου θεραπευτικού μέσου: απόλυτη ~ (ιδ. για εγκυμοσύνη). Παρενέργειες και ~είξεις φαρμάκων. ~είξεις χορήγησης (αντισυλληπτικών). Η τρίτη ηλικία δεν αποτελεί ~ για χειρουργική επέμβαση. ΑΝΤ. ένδειξη (3) 2. (σπάν.-λόγ.) ένδειξη που αντικρούει άλλη. Βλ. αντεπιχείρημα, αντιπρόταση. [< 1: μτγν. ἀντένδειξις, γαλλ. contre-indication 2: μεσν. αντένδειξις]
4320αντενέργεια[ἀντενέργεια] α-ντε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δράση που αποβλέπει στην αντιμετώπιση των ενεργειών άλλου. Βλ. αντί-δραση, -πραξη. [< γαλλ. action contraire]
4321αντενεργώ[ἀντενεργῶ] α-ντε-νερ-γώ ρ. (αμτβ.) {αντενεργ-είς ...| αντενήργ-ησα} (λόγ.): δρω με σκοπό να περιορίσω ή να αντιμετωπίσω τις συνέπειες των ενεργειών κάποιου άλλου: Ο άνθρωπος ~εί στη φύση. Πβ. αντιδρώ. [< μτγν. ἀντενεργῶ]
4322αντένσταση[ἀντένσταση] α-ντέν-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ένσταση που υποβάλλεται εναντίον ένστασης του αντιδίκου: Ασκώ/καταθέτω/προβαίνω σε ~. Η ~ απορρίφθηκε/έγινε δεκτή.
4323αντεξουσιαστήςβλ. αντιεξουσιαστής
4324αντεπανάσταση[ἀντεπανάσταση] α-ντε-πα-νά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (πολιτικό, κοινωνικό) κίνημα που στοχεύει στην καταστολή επανάστασης ή στην ανατροπή επαναστατικού καθεστώτος. 2. (γενικότ.) ρηξικέλευθη συνήθ. ιδεολογία που αντιτίθεται σε άλλη: πολιτιστική ~. [< γαλλ. contre-révolution]
4325αντεπαναστατικός, ή, ό [ἀντεπαναστατικός] α-ντε-πα-να-στα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αντεπανάσταση ή στον αντεπαναστάτη: ~ός: αγώνας/στρατός. ~ή: δράση/κίνηση. ~ά: στρατεύματα. [< γαλλ. contre-révolutionnaire]
4326αντεπεξέρχομαι[ἀντεπεξέρχομαι] α-ντε-πε-ξέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {αντεπεξήλθε, προφ. (συχνότ.) ανταπεξήλθε} (απαιτ. λεξιλόγ.) & (προφ.) ανταπεξέρχομαι: αντιμετωπίζω, μπορώ να εκπληρώσω κάτι επιτυχώς, επαρκώ: ~εται ικανοποιητικά στις διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις/στις δυσκολίες/στις ευθύνες που έχει αναλάβει/στα καθήκοντά του/στις προσδοκίες των άλλων. Επιχειρήσεις που αντεπεξήλθαν στην οικονομική κρίση. Δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. Πβ. τα βγάζω πέρα, τα καταφέρνω. ΣΥΝ. ανταποκρίνομαι (1) [< μεσν. αντεπεξέρχομαι, γαλλ. faire face à]
4327αντεπίθεση[ἀντεπίθεση] α-ντε-πί-θε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του αντεπιτίθεμαι: ολομέτωπη ~. ~ διαρκείας. Πέρασε στην ~, ζητώντας αποζημίωση για συκοφαντική δυσφήμιση. Κάνουν ~.|| (ΑΘΛ.) Βγήκε στην ~. Γρήγορες/ξαφνικές ~έσεις. [< μτγν. ἀντεπίθεσις]
4328αντεπιστέλλων, ουσα, ον [ἀντεπιστέλλων] α-ντε-πι-στέλ-λων επίθ. {αντεπιστέλλ-οντος | -οντα, -όντων}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αντεπιστέλλον μέλος (επίσ.): μέλος επιστημονικού, πνευματικού ιδρύματος ή εταιρείας που διαμένει σε τόπο διαφορετικό από την έδρα του ιδρύματος ή της εταιρείας: ~ ~ της Ακαδημίας Αθηνών. Τακτικά και ~οντα ~η. [< γαλλ. membre correspondant]
4329αντεπιστημονικός, ή, ό βλ. αντιεπιστημονικός
4330αντεπιτίθεμαι[ἀντεπιτίθεμαι] α-ντε-πι-τί-θε-μαι ρ. (αμτβ.) {αντεπιτέ-θηκα (λόγ. γ' πρόσ. αντεπετέθη, -ησαν)}: κάνω επίθεση (ένοπλη, λεκτική), για να αποκρούσω επίθεση του αντιπάλου: ~θηκαν με πυραύλους. Αντί να απολογούνται, ~ενται. (λόγ.) Αντεπετέθησαν, επιρρίπτοντας ευθύνες στους ...|| (ΑΘΛ.) Η ομάδα ~θηκε και πήρε τη νίκη. Πβ. βγαίνει στην κόντρα. [< μτγν. ἀντεπιτίθεμαι]
4331αντεπίτροπος[ἀντεπίτροπος] α-ντε-πί-τρο-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.): (επίσ.) αυτός που αναπληρώνει επίτροπο: ~ Επικρατείας/των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. [< μτγν. ἀντεπίτροπος]
4332αντεπιχείρημα[ἀντεπιχείρημα] α-ντε-πι-χεί-ρη-μα ουσ. (ουδ.): επιχείρημα που προβάλλεται, για να ανασκευαστεί άλλο: λογικό/σοβαρό ~. Απαντώ με/προβάλλω ~ατα. Χρησιμοποιούν ως ~ ότι ... Βλ. ανταπάντηση, αντιπρόταση. [< γαλλ. contre-argument]
4333αντεραστής[ἀντεραστής] α-ντε-ρα-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν. θηλ.) αντεράστρια}: ερωτικός αντίζηλος. [< αρχ. ἀντεραστής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.