| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4321 | αντενεργώ | [ἀντενεργῶ] α-ντε-νερ-γώ ρ. (αμτβ.) {αντενεργ-είς ...| αντενήργ-ησα} (λόγ.): δρω με σκοπό να περιορίσω ή να αντιμετωπίσω τις συνέπειες των ενεργειών κάποιου άλλου: Ο άνθρωπος ~εί στη φύση. Πβ. αντιδρώ. [< μτγν. ἀντενεργῶ] | |
| 4322 | αντένσταση | [ἀντένσταση] α-ντέν-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ένσταση που υποβάλλεται εναντίον ένστασης του αντιδίκου: Ασκώ/καταθέτω/προβαίνω σε ~. Η ~ απορρίφθηκε/έγινε δεκτή. | |
| 4323 | αντεξουσιαστής | βλ. αντιεξουσιαστής | |
| 4324 | αντεπανάσταση | [ἀντεπανάσταση] α-ντε-πα-νά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (πολιτικό, κοινωνικό) κίνημα που στοχεύει στην καταστολή επανάστασης ή στην ανατροπή επαναστατικού καθεστώτος. 2. (γενικότ.) ρηξικέλευθη συνήθ. ιδεολογία που αντιτίθεται σε άλλη: πολιτιστική ~. [< γαλλ. contre-révolution] | |
| 4325 | αντεπαναστατικός | , ή, ό [ἀντεπαναστατικός] α-ντε-πα-να-στα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αντεπανάσταση ή στον αντεπαναστάτη: ~ός: αγώνας/στρατός. ~ή: δράση/κίνηση. ~ά: στρατεύματα. [< γαλλ. contre-révolutionnaire] | |
| 4326 | αντεπεξέρχομαι | [ἀντεπεξέρχομαι] α-ντε-πε-ξέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {αντεπεξήλθε, προφ. (συχνότ.) ανταπεξήλθε} (απαιτ. λεξιλόγ.) & (προφ.) ανταπεξέρχομαι: αντιμετωπίζω, μπορώ να εκπληρώσω κάτι επιτυχώς, επαρκώ: ~εται ικανοποιητικά στις διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις/στις δυσκολίες/στις ευθύνες που έχει αναλάβει/στα καθήκοντά του/στις προσδοκίες των άλλων. Επιχειρήσεις που αντεπεξήλθαν στην οικονομική κρίση. Δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του. Πβ. τα βγάζω πέρα, τα καταφέρνω. ΣΥΝ. ανταποκρίνομαι (1) [< μεσν. αντεπεξέρχομαι, γαλλ. faire face à] | |
| 4327 | αντεπίθεση | [ἀντεπίθεση] α-ντε-πί-θε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του αντεπιτίθεμαι: ολομέτωπη ~. ~ διαρκείας. Πέρασε στην ~, ζητώντας αποζημίωση για συκοφαντική δυσφήμιση. Κάνουν ~.|| (ΑΘΛ.) Βγήκε στην ~. Γρήγορες/ξαφνικές ~έσεις. [< μτγν. ἀντεπίθεσις] | |
| 4328 | αντεπιστέλλων | , ουσα, ον [ἀντεπιστέλλων] α-ντε-πι-στέλ-λων επίθ. {αντεπιστέλλ-οντος | -οντα, -όντων}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αντεπιστέλλον μέλος (επίσ.): μέλος επιστημονικού, πνευματικού ιδρύματος ή εταιρείας που διαμένει σε τόπο διαφορετικό από την έδρα του ιδρύματος ή της εταιρείας: ~ ~ της Ακαδημίας Αθηνών. Τακτικά και ~οντα ~η. [< γαλλ. membre correspondant] | |
| 4329 | αντεπιστημονικός | , ή, ό βλ. αντιεπιστημονικός | |
| 4330 | αντεπιτίθεμαι | [ἀντεπιτίθεμαι] α-ντε-πι-τί-θε-μαι ρ. (αμτβ.) {αντεπιτέ-θηκα (λόγ. γ' πρόσ. αντεπετέθη, -ησαν)}: κάνω επίθεση (ένοπλη, λεκτική), για να αποκρούσω επίθεση του αντιπάλου: ~θηκαν με πυραύλους. Αντί να απολογούνται, ~ενται. (λόγ.) Αντεπετέθησαν, επιρρίπτοντας ευθύνες στους ...|| (ΑΘΛ.) Η ομάδα ~θηκε και πήρε τη νίκη. Πβ. βγαίνει στην κόντρα. [< μτγν. ἀντεπιτίθεμαι] | |
| 4331 | αντεπίτροπος | [ἀντεπίτροπος] α-ντε-πί-τρο-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.): (επίσ.) αυτός που αναπληρώνει επίτροπο: ~ Επικρατείας/των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. [< μτγν. ἀντεπίτροπος] | |
| 4332 | αντεπιχείρημα | [ἀντεπιχείρημα] α-ντε-πι-χεί-ρη-μα ουσ. (ουδ.): επιχείρημα που προβάλλεται, για να ανασκευαστεί άλλο: λογικό/σοβαρό ~. Απαντώ με/προβάλλω ~ατα. Χρησιμοποιούν ως ~ ότι ... Βλ. ανταπάντηση, αντιπρόταση. [< γαλλ. contre-argument] | |
| 4333 | αντεραστής | [ἀντεραστής] α-ντε-ρα-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν. θηλ.) αντεράστρια}: ερωτικός αντίζηλος. [< αρχ. ἀντεραστής] | |
| 4334 | αντεργατικός | , ή, ό [ἀντεργατικός] α-ντερ-γα-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αντιεργατικός: που στρέφεται εναντίον των εργατών και των συμφερόντων τους: ~ός: νόμος. ~ή: πολιτική/συμφωνία. ~ές: μεταρρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. ΑΝΤ. φιλεργατικός [< αγγλ. anti-labour, γαλλ. anti-ouvrier] | |
| 4335 | αντεργκράουντ | [ἀντεργκράουντ] α-ντερ-γκρά-ουντ επίθ./ουσ. {άκλ.} & (σπάν.) άντεργκραουντ 1. που διακρίνεται για τον εναλλακτικό, ιδιόρρυθμο, πειραματικό ή πρωτοποριακό χαρακτήρα του, που αντιτίθεται στα κυρίαρχα συνήθ. δίκτυα εμπορικής διανομής και υπάρχει ή παράγεται έξω από αυτά: ~ κινηματογράφος/μουσική σκηνή/συγκρότημα. ~ και αντιεξουσιαστικό περιοδικό. Βλ. αλτέρνατιβ.|| (ως ουσ.) Ο χώρος του ~. Πβ. αβανγκάρντ, αντικουλτούρα. 2. (γενικότ.) περιθωριακός: ~ κλαμπ/τύπος. [< αγγλ. underground, γαλλ. ~, 1967] | |
| 4336 | αντέρεισμα | [ἀντέρεισμα] α-ντέ-ρει-σμα ουσ. (ουδ.) {αντερείσμ-ατα} 1. ΑΡΧΙΤ. κατασκευή που χρησιμοποιείται ως μέσο στήριξης: πέτρινο ~. ~ θόλου. Εγκάρσια ~ατα για την ενδυνάμωση της κατασκευής. Πβ. ανάλημμα, αντηρίδα, αντιστήριγμα, υποστύλωμα. 2. ΓΕΩΓΡ. τμήμα του βουνού που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διαδοχικές χαράδρες: ~ της κορυφής. Βραχώδη ~ατα. Τα ~ατα της οροσειράς ... 3. (απαιτ.-λεξιλόγ.-μτφ.) στήριγμα, έρεισμα: πνευματικά ~ατα. [< μτγν. ἀντέρεισμα] | |
| 4337 | αντερί | [ἀντερί] α-ντε-ρί ουσ. (ουδ.): μακρύ ένδυμα κληρικών και μοναχών που φοριέται μέσα από το ράσο. ΣΥΝ. ζωστικό [< τουρκ. entari] | |
| 4338 | άντερο | [ἄντερο] ά-ντε-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό.-προφ.): έντερο. ● ΦΡ.: βγάζει τ' άντερά του (μτφ.): κερδίζει πολλά χρήματα., δεν αγαπάει ούτε τ' άντερά του (μειωτ.): δεν νοιάζεται για κανένα, είναι σκληρός και ανελέητος: Μην περιμένεις τίποτα από δαύτον! Αυτός ~ ~!, δεν μου έμεινε άντερο (μτφ.): γέλασα υπερβολικά. Πβ. πεθαίνω, ξεκαρδίζομαι στα γέλια., λάδωσε/λίγδωσε τ' άντερο/τ' αντεράκι (κάποιου) (μτφ.): χόρτασε ή απόκτησε υλικά αγαθά., στριμμένο άντερο (μειωτ.): άνθρωπος ιδιότροπος, στρυφνός. Πβ. ανάποδος, κέρατο., του βγάζω τ' άντερα (μτφ.) 1. ξεκοιλιάζω, μαχαιρώνω, σκοτώνω: (απειλητ.) Να του πεις πως, αν τον δω, θα του βγάλω ~! 2. (σπάν.) ξεχαρβαλώνω, χαλάω κάτι: Προσπάθησε να φτιάξει το ραδιόφωνο και του έβγαλε ~!, βγάζω/ξερνώ τ' άντερά μου βλ. ξερνώ, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας [< μεσν. άντερο(ν)] | |
| 4339 | αντεροβγάλτης | [ἀντεροβγάλτης] α-ντε-ρο-βγάλ-της ουσ. (αρσ.): μανιακός, στυγνός δολοφόνος που σκοτώνει τα θύματά του συνήθ. με μαχαίρι. [< αγγλ. (Jack the) Ripper] | |
| 4340 | άντες | [ἄντες] ά-ντες επιφών. (λαϊκό): άντε. [< άντε] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ