Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52580-52600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52081τσαμπουκαλίκιτσα-μπου-κα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): προκλητικά επιθετική και αγενής συμπεριφορά: Κράτα το ~ για αλλού! Κόψε/τέρμα τα ~ια! Πβ. ζοριλίκι, μαγκιά. Βλ. -λίκι. ΣΥΝ. τσαμπουκάς (1)
52082τσαμπουκάςτσα-μπου-κάς ουσ. (αρσ.) {τσαμπουκάδες} (προφ.) 1. επιθετική και απειλητική συμπεριφορά, μαγκιά, νταηλίκι: πολιτικός ~. Έχει/πουλάει ~ά. (ως οπαδικό σύνθημα:) Γερά με ~ά. Πβ. ζοριλίκι, παλικαρισμός. Βλ. ψευτο~. ΣΥΝ. τσαμπουκαλίκι 2. επεισόδιο, καβγάς, φασαρία: Έγινε χοντρός ~. 3. δυναμισμός, αγωνιστικότητα: Χρειάζεται ~ (: αυτοπεποίθηση, μαχητικότητα), για να επιβιώσεις. 4. πρόσωπο που συμπεριφέρεται με παρόμοιο τρόπο: Έμαθε να είναι ~. Το έπαιζε ~. ΣΥΝ. τσαμπουκαλής, τσαμπουκαλού, τσαμπούκι ● ΦΡ.: σπάω τον τσαμπουκά/σπάει ο τσαμπουκάς (λαϊκό): κάμπτω/κάμπτεται το ηθικό κάποιου: Μου ~σε τον ~. Μόλις τους ζορίσεις λιγάκι, τότε ~ει ο ~ τους., πουλάω αγριάδα/τσαμπουκά βλ. αγριάδα [< τουρκ. sabika]
52083τσαμπούκιτσα-μπού-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): (για πρόσ.) τσαμπουκάς.
52084τσαμπούνα

τσα-μπού-να ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πνευστό παραδοσιακό όργανο που αποτελείται από δερμάτινο ασκί, επιστόμιο και δύο καλαμένιους αυλούς με επικρουστικό γλωσσίδι: κυκλαδίτικη ~. Ταμπούρλα και ~ες. Χορεύουν με τη συνοδεία ~ας. Πβ. άσκαυλος, γκάιντα. [< μεσν. *τσαμπούνα, ιταλ. zampogna < λατ. symphonia < αρχ. συμφωνία]

52085τσαμπουνάωτσα-μπου-νά-ω ρ. (αμτβ.) {τσαμπουν-άς ...} & τσαμπουνώ [τσαμπουνῶ] & τσαμπουνίζω (λαϊκό): μιλώ συνεχώς χωρίς λόγο, φλυαρώ, αερολογώ: Τι μας ~άς όλη την ώρα; Πβ. κοπανώ.
52086τσαμπουνιέρηςτσα-μπου-νιέ-ρης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) τσαμπουνάρης: οργανοπαίκτης τσαμπούνας. Βλ. -ιέρης.
52087τσάμπουροτσά-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κοτσάνι σταφυλιού χωρίς ρώγες. Πβ. βόστρυχος. Βλ. τσαμπί.τσάμπουρα (τα): στέμφυλα.
52088τσανάκατσα-νά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεγάλο και βαθύ σκεύος, συνήθ. πήλινο, σε χρήση κυρ. παλαιότ. για το σερβίρισμα του φαγητού· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα τροφής: ~ (με) γιαούρτι (: κεσές).|| Έφαγε μια ~. Πβ. γαβάθα.
52090τσανακογλείφτηςτσα-να-κο-γλεί-φτης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) : λακές, τσιράκι. Πβ. γλείφτης, κόλακας.
52091τσαναμπέτηςβλ. τζαναμπέτης
52092τσάντατσά-ντα ουσ. (θηλ.): αντικείμενο, συνήθ. δερμάτινο ή υφασμάτινο, σε διάφορα σχήματα, για την τοποθέτηση και μεταφορά προσωπικών ή άλλων αντικειμένων· ειδικότ. αξεσουάρ της γυναικείας ένδυσης: επαγγελματική/κρεμαστή/μαλακή/πάνινη/πλαστική/πρακτική/σχολική (πβ. σάκα)/ταξιδιωτική (βλ. σακίδιο) ~. ~ γραφείου (= χαρτοφύλακας)/λάπτοπ/συνεδρίου/ταχυδρόμου (: που έχει μακρύ λουρί και φοριέται χιαστί). ~ πλάτης/χειρός/ώμου. ~ τρόλεϊ/φάκελος. ~ για έγγραφα/ψώνια. Οικολογικές/χάρτινες ~ες και σακούλες.|| Βραδινές/επώνυμες ~ες. ~ες πολυτελείας. ● Υποκ.: τσαντάκι (το), τσαντούλα (η) ● Μεγεθ.: τσαντάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: τσαντάκι μέσης: αυτό που έχει ζώνη, η οποία περνιέται γύρω από τη μέση. Πβ. μπανάνα. [< τουρκ. çanta]
52093τσαντάκιαςτσα-ντά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): νεαρός κυρ. άνδρας που κλέβει τσάντες, κυρ. από γυναίκες, συνήθ. οδηγώντας μηχανή: Συνελήφθη ~. Έπιασαν τον ~ια. Βλ. -άκιας, πορτοφολάς, τσαντιά.
52094τσαντιάτσα-ντιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τσάντα, συνήθ. από γυναίκα: Έφαγε μια ~ στο κεφάλι. Βλ. -ιά2.
52095τσαντίζωβλ. τσατίζω
52096τσαντίλατσα-ντί-λα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): σακούλα από πανί αραιής ύφανσης για στράγγισμα τυριών· κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα χαμηλής ποιότητας. [< σλαβ. čedilo]
52097τσαντίλαβλ. τσατίλα
52098τσαντίλαςβλ. τσατίλας
52099τσαντίριτσα-ντί-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πρόχειρο κατάλυμα, αντίσκηνο κυρ. τσιγγάνων· κατ' επέκτ. φτωχικό σπίτι, με άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Πβ. παράγκα, σκηνή, τέντα. ● Υποκ.: τσαντιράκι (το) [< τουρκ. çadιr]
52100τσάντισμαβλ. τσάτισμα
52101τσαντισμένος, η, ο βλ. τσατισμένος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.