| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52081 | τσαμπουκαλίκι | τσα-μπου-κα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): προκλητικά επιθετική και αγενής συμπεριφορά: Κράτα το ~ για αλλού! Κόψε/τέρμα τα ~ια! Πβ. ζοριλίκι, μαγκιά. Βλ. -λίκι. ΣΥΝ. τσαμπουκάς (1) | |
| 52082 | τσαμπουκάς | τσα-μπου-κάς ουσ. (αρσ.) {τσαμπουκάδες} (προφ.) 1. επιθετική και απειλητική συμπεριφορά, μαγκιά, νταηλίκι: πολιτικός ~. Έχει/πουλάει ~ά. (ως οπαδικό σύνθημα:) Γερά με ~ά. Πβ. ζοριλίκι, παλικαρισμός. Βλ. ψευτο~. ΣΥΝ. τσαμπουκαλίκι 2. επεισόδιο, καβγάς, φασαρία: Έγινε χοντρός ~. 3. δυναμισμός, αγωνιστικότητα: Χρειάζεται ~ (: αυτοπεποίθηση, μαχητικότητα), για να επιβιώσεις. 4. πρόσωπο που συμπεριφέρεται με παρόμοιο τρόπο: Έμαθε να είναι ~. Το έπαιζε ~. ΣΥΝ. τσαμπουκαλής, τσαμπουκαλού, τσαμπούκι ● ΦΡ.: σπάω τον τσαμπουκά/σπάει ο τσαμπουκάς (λαϊκό): κάμπτω/κάμπτεται το ηθικό κάποιου: Μου ~σε τον ~. Μόλις τους ζορίσεις λιγάκι, τότε ~ει ο ~ τους., πουλάω αγριάδα/τσαμπουκά βλ. αγριάδα [< τουρκ. sabika] | |
| 52083 | τσαμπούκι | τσα-μπού-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): (για πρόσ.) τσαμπουκάς. | |
| 52084 | τσαμπούνα | τσα-μπού-να ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πνευστό παραδοσιακό όργανο που αποτελείται από δερμάτινο ασκί, επιστόμιο και δύο καλαμένιους αυλούς με επικρουστικό γλωσσίδι: κυκλαδίτικη ~. Ταμπούρλα και ~ες. Χορεύουν με τη συνοδεία ~ας. Πβ. άσκαυλος, γκάιντα. [< μεσν. *τσαμπούνα, ιταλ. zampogna < λατ. symphonia < αρχ. συμφωνία] | |
| 52085 | τσαμπουνάω | τσα-μπου-νά-ω ρ. (αμτβ.) {τσαμπουν-άς ...} & τσαμπουνώ [τσαμπουνῶ] & τσαμπουνίζω (λαϊκό): μιλώ συνεχώς χωρίς λόγο, φλυαρώ, αερολογώ: Τι μας ~άς όλη την ώρα; Πβ. κοπανώ. | |
| 52086 | τσαμπουνιέρης | τσα-μπου-νιέ-ρης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) τσαμπουνάρης: οργανοπαίκτης τσαμπούνας. Βλ. -ιέρης. | |
| 52087 | τσάμπουρο | τσά-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κοτσάνι σταφυλιού χωρίς ρώγες. Πβ. βόστρυχος. Βλ. τσαμπί. ● τσάμπουρα (τα): στέμφυλα. | |
| 52088 | τσανάκα | τσα-νά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεγάλο και βαθύ σκεύος, συνήθ. πήλινο, σε χρήση κυρ. παλαιότ. για το σερβίρισμα του φαγητού· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα τροφής: ~ (με) γιαούρτι (: κεσές).|| Έφαγε μια ~. Πβ. γαβάθα. | |
| 52090 | τσανακογλείφτης | τσα-να-κο-γλεί-φτης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) : λακές, τσιράκι. Πβ. γλείφτης, κόλακας. | |
| 52091 | τσαναμπέτης | βλ. τζαναμπέτης | |
| 52092 | τσάντα | τσά-ντα ουσ. (θηλ.): αντικείμενο, συνήθ. δερμάτινο ή υφασμάτινο, σε διάφορα σχήματα, για την τοποθέτηση και μεταφορά προσωπικών ή άλλων αντικειμένων· ειδικότ. αξεσουάρ της γυναικείας ένδυσης: επαγγελματική/κρεμαστή/μαλακή/πάνινη/πλαστική/πρακτική/σχολική (πβ. σάκα)/ταξιδιωτική (βλ. σακίδιο) ~. ~ γραφείου (= χαρτοφύλακας)/λάπτοπ/συνεδρίου/ταχυδρόμου (: που έχει μακρύ λουρί και φοριέται χιαστί). ~ πλάτης/χειρός/ώμου. ~ τρόλεϊ/φάκελος. ~ για έγγραφα/ψώνια. Οικολογικές/χάρτινες ~ες και σακούλες.|| Βραδινές/επώνυμες ~ες. ~ες πολυτελείας. ● Υποκ.: τσαντάκι (το), τσαντούλα (η) ● Μεγεθ.: τσαντάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: τσαντάκι μέσης: αυτό που έχει ζώνη, η οποία περνιέται γύρω από τη μέση. Πβ. μπανάνα. [< τουρκ. çanta] | |
| 52093 | τσαντάκιας | τσα-ντά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): νεαρός κυρ. άνδρας που κλέβει τσάντες, κυρ. από γυναίκες, συνήθ. οδηγώντας μηχανή: Συνελήφθη ~. Έπιασαν τον ~ια. Βλ. -άκιας, πορτοφολάς, τσαντιά. | |
| 52094 | τσαντιά | τσα-ντιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τσάντα, συνήθ. από γυναίκα: Έφαγε μια ~ στο κεφάλι. Βλ. -ιά2. | |
| 52095 | τσαντίζω | βλ. τσατίζω | |
| 52096 | τσαντίλα | τσα-ντί-λα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): σακούλα από πανί αραιής ύφανσης για στράγγισμα τυριών· κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα χαμηλής ποιότητας. [< σλαβ. čedilo] | |
| 52097 | τσαντίλα | βλ. τσατίλα | |
| 52098 | τσαντίλας | βλ. τσατίλας | |
| 52099 | τσαντίρι | τσα-ντί-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πρόχειρο κατάλυμα, αντίσκηνο κυρ. τσιγγάνων· κατ' επέκτ. φτωχικό σπίτι, με άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Πβ. παράγκα, σκηνή, τέντα. ● Υποκ.: τσαντιράκι (το) [< τουρκ. çadιr] | |
| 52100 | τσάντισμα | βλ. τσάτισμα | |
| 52101 | τσαντισμένος | , η, ο βλ. τσατισμένος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ