Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52580-52600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52069τσαλίμιτσα-λί-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): επιδέξια φιγούρα χορευτή: χορευτικά ~ια.τσαλίμια (τα): (μτφ.) πονηριές, νάζια: Κάνει κόνξες/σκέρτσα και ~. Πβ. καμώματα, πείσματα, τζιριτζάντζουλες, τερτίπι, τσακίσματα. ● Υποκ.: τσαλιμάκι (το) [< τουρκ. çalιm]
52070τσαμένοτσα-μέ-νο ουσ. (ουδ.) (λ. νηπιακή-προφ., συνήθ. χαϊδευτ.) : καημένο: Κρυώνει/φοβάται το ~.
52071τσάμικος, η, ο τσά-μι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους Τσάμηδες. ● Ουσ.: τσάμικο & τσάμικος (το/ο): παραδοσιακός, παλαιότ. ανδρικός, κυκλικός χορός με δώδεκα βήματα συνολικά, που έχει ρυθμό 3/4 και χαρακτηρίζεται από θεαματικές φιγούρες του πρώτου χορευτή. Βλ. καλαματιανός. ΣΥΝ. κλέφτικος ● ΦΡ.: μου/μας έγινε τσάμικος ταμπάκος (λαϊκό): είναι ενοχλητικός, φορτικός: Μας έγινε ~ ~! Πβ. κακός μπελάς, κολλιτσίδα, τσιμπούρι, φόρτωμα.
52072τσάμπαβλ. τζάμπα
52073τσαμπατζήςβλ. τζαμπατζής
52074τσαμπατζίδικος, η, ο βλ. τζαμπατζίδικος
52075τσαμπέβλ. τζαμπέ
52076τσαμπίτσα-μπί ουσ. (ουδ.): κοτσάνι με ρώγες σταφυλιού· κατ' επέκτ. κάθε κοτσάνι με καρπούς: τα ~ιά του κλήματος. Πβ. βότρυς. Βλ. τσάμπουρο.|| Ένα ~ κεράσια/μπανάνες. Ντοματάκια που πωλούνται σε ~ιά. Βλ. αρμαθιά, δεμάτι, πακέτο, σωρός.|| (μτφ., για μεγάλο πλήθος ανθρώπων:) Κρέμονται σαν ~ιά από τις νταλίκες. ● Υποκ.: τσαμπάκι (το) [< μεσν. τσαμπί]
52077Τσάμπιονς ΛιγκΤσά-μπι-ονς Λιγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. διασυλλογική ποδοσφαιρική διοργάνωση που διεξάγεται κάθε χρόνο υπό την αιγίδα της ΟΥΕΦΑ μεταξύ των πρωταθλητριών ομάδων της Ευρώπης και ορισμένων ακόμα με βάση ειδική βαθμολογία· συνεκδ. το αντίστοιχο τρόπαιο: πρόκριση στο ~. Οι όμιλοι του ~. Το σεντόνι του ~ (: που απλώνεται στη σέντρα του γηπέδου πριν από την έναρξη κάθε αγώνα).|| Κατέκτησε/πήρε το ~. [< αγγλ. Champions League, 1992]
52078τσαμπουκαλεύομαιτσα-μπου-κα-λεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {τσαμπουκαλεύ-τηκα, -τεί, -μένος} (αργκό): συμπεριφέρομαι με τσαμπουκά: ~τηκε και μας απειλεί. ~μένο: ύφος. ~μένοι: οπαδοί.
52079τσαμπουκαλής, τσαμπουκαλούτσα-μπου-κα-λής επίθ./ουσ. (λαϊκό): πρόσωπο που συμπεριφέρεται προκλητικά και εμπλέκεται σε φασαρίες και επεισόδια: Κάνει τον ~ή. Πβ. μάγκας. ΣΥΝ. νταής [< τουρκ. sabιkalι]
52080τσαμπουκαλίδικος, η, ο τσα-μπου-κα-λί-δι-κος επίθ. (λαϊκό): που χαρακτηρίζει τον τσαμπουκαλή: ~ο: ύφος. Πβ. ζόρικος. Βλ. -ίδικος. ● επίρρ.: τσαμπουκαλίδικα
52081τσαμπουκαλίκιτσα-μπου-κα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): προκλητικά επιθετική και αγενής συμπεριφορά: Κράτα το ~ για αλλού! Κόψε/τέρμα τα ~ια! Πβ. ζοριλίκι, μαγκιά. Βλ. -λίκι. ΣΥΝ. τσαμπουκάς (1)
52082τσαμπουκάςτσα-μπου-κάς ουσ. (αρσ.) {τσαμπουκάδες} (προφ.) 1. επιθετική και απειλητική συμπεριφορά, μαγκιά, νταηλίκι: πολιτικός ~. Έχει/πουλάει ~ά. (ως οπαδικό σύνθημα:) Γερά με ~ά. Πβ. ζοριλίκι, παλικαρισμός. Βλ. ψευτο~. ΣΥΝ. τσαμπουκαλίκι 2. επεισόδιο, καβγάς, φασαρία: Έγινε χοντρός ~. 3. δυναμισμός, αγωνιστικότητα: Χρειάζεται ~ (: αυτοπεποίθηση, μαχητικότητα), για να επιβιώσεις. 4. πρόσωπο που συμπεριφέρεται με παρόμοιο τρόπο: Έμαθε να είναι ~. Το έπαιζε ~. ΣΥΝ. τσαμπουκαλής, τσαμπουκαλού, τσαμπούκι ● ΦΡ.: σπάω τον τσαμπουκά/σπάει ο τσαμπουκάς (λαϊκό): κάμπτω/κάμπτεται το ηθικό κάποιου: Μου ~σε τον ~. Μόλις τους ζορίσεις λιγάκι, τότε ~ει ο ~ τους., πουλάω αγριάδα/τσαμπουκά βλ. αγριάδα [< τουρκ. sabika]
52083τσαμπούκιτσα-μπού-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): (για πρόσ.) τσαμπουκάς.
52084τσαμπούνα

τσα-μπού-να ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πνευστό παραδοσιακό όργανο που αποτελείται από δερμάτινο ασκί, επιστόμιο και δύο καλαμένιους αυλούς με επικρουστικό γλωσσίδι: κυκλαδίτικη ~. Ταμπούρλα και ~ες. Χορεύουν με τη συνοδεία ~ας. Πβ. άσκαυλος, γκάιντα. [< μεσν. *τσαμπούνα, ιταλ. zampogna < λατ. symphonia < αρχ. συμφωνία]

52085τσαμπουνάωτσα-μπου-νά-ω ρ. (αμτβ.) {τσαμπουν-άς ...} & τσαμπουνώ [τσαμπουνῶ] & τσαμπουνίζω (λαϊκό): μιλώ συνεχώς χωρίς λόγο, φλυαρώ, αερολογώ: Τι μας ~άς όλη την ώρα; Πβ. κοπανώ.
52086τσαμπουνιέρηςτσα-μπου-νιέ-ρης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) τσαμπουνάρης: οργανοπαίκτης τσαμπούνας. Βλ. -ιέρης.
52087τσάμπουροτσά-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κοτσάνι σταφυλιού χωρίς ρώγες. Πβ. βόστρυχος. Βλ. τσαμπί.τσάμπουρα (τα): στέμφυλα.
52088τσανάκατσα-νά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεγάλο και βαθύ σκεύος, συνήθ. πήλινο, σε χρήση κυρ. παλαιότ. για το σερβίρισμα του φαγητού· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα τροφής: ~ (με) γιαούρτι (: κεσές).|| Έφαγε μια ~. Πβ. γαβάθα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.