| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52069 | τσαλίμι | τσα-λί-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): επιδέξια φιγούρα χορευτή: χορευτικά ~ια. ● τσαλίμια (τα): (μτφ.) πονηριές, νάζια: Κάνει κόνξες/σκέρτσα και ~. Πβ. καμώματα, πείσματα, τζιριτζάντζουλες, τερτίπι, τσακίσματα. ● Υποκ.: τσαλιμάκι (το) [< τουρκ. çalιm] | |
| 52070 | τσαμένο | τσα-μέ-νο ουσ. (ουδ.) (λ. νηπιακή-προφ., συνήθ. χαϊδευτ.) : καημένο: Κρυώνει/φοβάται το ~. | |
| 52071 | τσάμικος | , η, ο τσά-μι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους Τσάμηδες. ● Ουσ.: τσάμικο & τσάμικος (το/ο): παραδοσιακός, παλαιότ. ανδρικός, κυκλικός χορός με δώδεκα βήματα συνολικά, που έχει ρυθμό 3/4 και χαρακτηρίζεται από θεαματικές φιγούρες του πρώτου χορευτή. Βλ. καλαματιανός. ΣΥΝ. κλέφτικος ● ΦΡ.: μου/μας έγινε τσάμικος ταμπάκος (λαϊκό): είναι ενοχλητικός, φορτικός: Μας έγινε ~ ~! Πβ. κακός μπελάς, κολλιτσίδα, τσιμπούρι, φόρτωμα. | |
| 52072 | τσάμπα | βλ. τζάμπα | |
| 52073 | τσαμπατζής | βλ. τζαμπατζής | |
| 52074 | τσαμπατζίδικος | , η, ο βλ. τζαμπατζίδικος | |
| 52075 | τσαμπέ | βλ. τζαμπέ | |
| 52076 | τσαμπί | τσα-μπί ουσ. (ουδ.): κοτσάνι με ρώγες σταφυλιού· κατ' επέκτ. κάθε κοτσάνι με καρπούς: τα ~ιά του κλήματος. Πβ. βότρυς. Βλ. τσάμπουρο.|| Ένα ~ κεράσια/μπανάνες. Ντοματάκια που πωλούνται σε ~ιά. Βλ. αρμαθιά, δεμάτι, πακέτο, σωρός.|| (μτφ., για μεγάλο πλήθος ανθρώπων:) Κρέμονται σαν ~ιά από τις νταλίκες. ● Υποκ.: τσαμπάκι (το) [< μεσν. τσαμπί] | |
| 52077 | Τσάμπιονς Λιγκ | Τσά-μπι-ονς Λιγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. διασυλλογική ποδοσφαιρική διοργάνωση που διεξάγεται κάθε χρόνο υπό την αιγίδα της ΟΥΕΦΑ μεταξύ των πρωταθλητριών ομάδων της Ευρώπης και ορισμένων ακόμα με βάση ειδική βαθμολογία· συνεκδ. το αντίστοιχο τρόπαιο: πρόκριση στο ~. Οι όμιλοι του ~. Το σεντόνι του ~ (: που απλώνεται στη σέντρα του γηπέδου πριν από την έναρξη κάθε αγώνα).|| Κατέκτησε/πήρε το ~. [< αγγλ. Champions League, 1992] | |
| 52078 | τσαμπουκαλεύομαι | τσα-μπου-κα-λεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {τσαμπουκαλεύ-τηκα, -τεί, -μένος} (αργκό): συμπεριφέρομαι με τσαμπουκά: ~τηκε και μας απειλεί. ~μένο: ύφος. ~μένοι: οπαδοί. | |
| 52079 | τσαμπουκαλής, τσαμπουκαλού | τσα-μπου-κα-λής επίθ./ουσ. (λαϊκό): πρόσωπο που συμπεριφέρεται προκλητικά και εμπλέκεται σε φασαρίες και επεισόδια: Κάνει τον ~ή. Πβ. μάγκας. ΣΥΝ. νταής [< τουρκ. sabιkalι] | |
| 52080 | τσαμπουκαλίδικος | , η, ο τσα-μπου-κα-λί-δι-κος επίθ. (λαϊκό): που χαρακτηρίζει τον τσαμπουκαλή: ~ο: ύφος. Πβ. ζόρικος. Βλ. -ίδικος. ● επίρρ.: τσαμπουκαλίδικα | |
| 52081 | τσαμπουκαλίκι | τσα-μπου-κα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): προκλητικά επιθετική και αγενής συμπεριφορά: Κράτα το ~ για αλλού! Κόψε/τέρμα τα ~ια! Πβ. ζοριλίκι, μαγκιά. Βλ. -λίκι. ΣΥΝ. τσαμπουκάς (1) | |
| 52082 | τσαμπουκάς | τσα-μπου-κάς ουσ. (αρσ.) {τσαμπουκάδες} (προφ.) 1. επιθετική και απειλητική συμπεριφορά, μαγκιά, νταηλίκι: πολιτικός ~. Έχει/πουλάει ~ά. (ως οπαδικό σύνθημα:) Γερά με ~ά. Πβ. ζοριλίκι, παλικαρισμός. Βλ. ψευτο~. ΣΥΝ. τσαμπουκαλίκι 2. επεισόδιο, καβγάς, φασαρία: Έγινε χοντρός ~. 3. δυναμισμός, αγωνιστικότητα: Χρειάζεται ~ (: αυτοπεποίθηση, μαχητικότητα), για να επιβιώσεις. 4. πρόσωπο που συμπεριφέρεται με παρόμοιο τρόπο: Έμαθε να είναι ~. Το έπαιζε ~. ΣΥΝ. τσαμπουκαλής, τσαμπουκαλού, τσαμπούκι ● ΦΡ.: σπάω τον τσαμπουκά/σπάει ο τσαμπουκάς (λαϊκό): κάμπτω/κάμπτεται το ηθικό κάποιου: Μου ~σε τον ~. Μόλις τους ζορίσεις λιγάκι, τότε ~ει ο ~ τους., πουλάω αγριάδα/τσαμπουκά βλ. αγριάδα [< τουρκ. sabika] | |
| 52083 | τσαμπούκι | τσα-μπού-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): (για πρόσ.) τσαμπουκάς. | |
| 52084 | τσαμπούνα | τσα-μπού-να ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πνευστό παραδοσιακό όργανο που αποτελείται από δερμάτινο ασκί, επιστόμιο και δύο καλαμένιους αυλούς με επικρουστικό γλωσσίδι: κυκλαδίτικη ~. Ταμπούρλα και ~ες. Χορεύουν με τη συνοδεία ~ας. Πβ. άσκαυλος, γκάιντα. [< μεσν. *τσαμπούνα, ιταλ. zampogna < λατ. symphonia < αρχ. συμφωνία] | |
| 52085 | τσαμπουνάω | τσα-μπου-νά-ω ρ. (αμτβ.) {τσαμπουν-άς ...} & τσαμπουνώ [τσαμπουνῶ] & τσαμπουνίζω (λαϊκό): μιλώ συνεχώς χωρίς λόγο, φλυαρώ, αερολογώ: Τι μας ~άς όλη την ώρα; Πβ. κοπανώ. | |
| 52086 | τσαμπουνιέρης | τσα-μπου-νιέ-ρης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) τσαμπουνάρης: οργανοπαίκτης τσαμπούνας. Βλ. -ιέρης. | |
| 52087 | τσάμπουρο | τσά-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κοτσάνι σταφυλιού χωρίς ρώγες. Πβ. βόστρυχος. Βλ. τσαμπί. ● τσάμπουρα (τα): στέμφυλα. | |
| 52088 | τσανάκα | τσα-νά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μεγάλο και βαθύ σκεύος, συνήθ. πήλινο, σε χρήση κυρ. παλαιότ. για το σερβίρισμα του φαγητού· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα τροφής: ~ (με) γιαούρτι (: κεσές).|| Έφαγε μια ~. Πβ. γαβάθα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ