Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52600-52620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52090τσανακογλείφτηςτσα-να-κο-γλεί-φτης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) : λακές, τσιράκι. Πβ. γλείφτης, κόλακας.
52091τσαναμπέτηςβλ. τζαναμπέτης
52092τσάντατσά-ντα ουσ. (θηλ.): αντικείμενο, συνήθ. δερμάτινο ή υφασμάτινο, σε διάφορα σχήματα, για την τοποθέτηση και μεταφορά προσωπικών ή άλλων αντικειμένων· ειδικότ. αξεσουάρ της γυναικείας ένδυσης: επαγγελματική/κρεμαστή/μαλακή/πάνινη/πλαστική/πρακτική/σχολική (πβ. σάκα)/ταξιδιωτική (βλ. σακίδιο) ~. ~ γραφείου (= χαρτοφύλακας)/λάπτοπ/συνεδρίου/ταχυδρόμου (: που έχει μακρύ λουρί και φοριέται χιαστί). ~ πλάτης/χειρός/ώμου. ~ τρόλεϊ/φάκελος. ~ για έγγραφα/ψώνια. Οικολογικές/χάρτινες ~ες και σακούλες.|| Βραδινές/επώνυμες ~ες. ~ες πολυτελείας. ● Υποκ.: τσαντάκι (το), τσαντούλα (η) ● Μεγεθ.: τσαντάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: τσαντάκι μέσης: αυτό που έχει ζώνη, η οποία περνιέται γύρω από τη μέση. Πβ. μπανάνα. [< τουρκ. çanta]
52093τσαντάκιαςτσα-ντά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): νεαρός κυρ. άνδρας που κλέβει τσάντες, κυρ. από γυναίκες, συνήθ. οδηγώντας μηχανή: Συνελήφθη ~. Έπιασαν τον ~ια. Βλ. -άκιας, πορτοφολάς, τσαντιά.
52094τσαντιάτσα-ντιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τσάντα, συνήθ. από γυναίκα: Έφαγε μια ~ στο κεφάλι. Βλ. -ιά2.
52095τσαντίζωβλ. τσατίζω
52096τσαντίλατσα-ντί-λα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): σακούλα από πανί αραιής ύφανσης για στράγγισμα τυριών· κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα χαμηλής ποιότητας. [< σλαβ. čedilo]
52097τσαντίλαβλ. τσατίλα
52098τσαντίλαςβλ. τσατίλας
52099τσαντίριτσα-ντί-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πρόχειρο κατάλυμα, αντίσκηνο κυρ. τσιγγάνων· κατ' επέκτ. φτωχικό σπίτι, με άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Πβ. παράγκα, σκηνή, τέντα. ● Υποκ.: τσαντιράκι (το) [< τουρκ. çadιr]
52100τσάντισμαβλ. τσάτισμα
52101τσαντισμένος, η, ο βλ. τσατισμένος
52102τσαντόρτσα-ντόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ένδυμα που καλύπτει το πάνω μέρος του σώματος και το κεφάλι των μουσουλμάνων γυναικών, κυρ. του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας: μαύρο ~. Βλ. μπούρκα, νικάμπ, φερετζές. [< γαλλ. tchador, διαδόθηκε το 1978]
52103τσάοτσά-ο επιφών. {άκλ.} (νεαν. αργκό): αντίο, γεια: ~, θα τα πούμε. Άντε ~ και καλό δρόμο! Πβ. μπάι, άντε γεια. [< ιταλ. ciao, γαλλ. ~, tchao, 1953]
52104τσαουλίτσα-ου-λί ουσ. (ουδ.) {κυρ. στον πληθ.}: φασόλι φρέσκο με στενό λοβό. Βλ. μπαρμπουνοφάσουλα. [< τουρκ. çalι fasulyesi]
52105τσαούσατσα-ού-σα ουσ. (θηλ.) & τσαούσω & τσαούσης (ο) (λαϊκό): (κυρ. για γυναίκα) αυταρχικός, εριστικός, ιδιότροπος και δυναμικός άνθρωπος: Είναι μεγάλη ~. [< μεσν. τσαούσης < τουρκ. çavuş 'λοχίας']
52106τσάπα

τσά-πα ουσ. (θηλ.) 1. σκαπτικό εργαλείο με πλατιά μεταλλική λάμα στερεωμένη σε ξύλινο στειλιάρι: ~ από ανοξείδωτο ατσάλι. Πβ. σκαπάνη, τσαπί. Βλ. αξίνα, σκαλιστήρι, φτυάρι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για χωματουργικές εργασίες, κυρ. για σκάψιμο των θεμελίων οικοδομής: ερπυστριοφόρα/λαστιχοφόρα/περιστροφική ~. [< 1: μεσν. τσάπα < ιταλ. zappa]

52107τσαπαρίτσα-πα-ρί ουσ. (ουδ.): πετονιά με πολλά αγκίστρια και ένα ή περισσότερα φτερά, αντί για δόλωμα, για το ψάρεμα αφρόψαρων· ο αντίστοιχος τρόπος ψαρέματος. Βλ. καθετή, συρτή. [< τουρκ. çapari]
52108τσαπατσοδουλειάτσα-πα-τσο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.): προχειροδουλειά. ΣΥΝ. τσαπατσουλιά (2)
52109τσαπατσούληςτσα-πα-τσού-λης ουσ. (αρσ.) {τσαπατσούληδες} , τσαπατσούλα (η) (προφ.): αυτός που εργάζεται χωρίς μεθοδικότητα και πρόγραμμα, με αδεξιότητα και επιπολαιότητα: Είναι φοβερά ~.|| (ως επίθ.) ~ης: μαθητής. Πβ. ανοργάνωτος. ΣΥΝ. ακατάστατος, άτσαλος ΑΝΤ. τακτικός (3) [< τουρκ. çapaçul 'κακοντυμένος']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.