| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52090 | τσανακογλείφτης | τσα-να-κο-γλεί-φτης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) : λακές, τσιράκι. Πβ. γλείφτης, κόλακας. | |
| 52091 | τσαναμπέτης | βλ. τζαναμπέτης | |
| 52092 | τσάντα | τσά-ντα ουσ. (θηλ.): αντικείμενο, συνήθ. δερμάτινο ή υφασμάτινο, σε διάφορα σχήματα, για την τοποθέτηση και μεταφορά προσωπικών ή άλλων αντικειμένων· ειδικότ. αξεσουάρ της γυναικείας ένδυσης: επαγγελματική/κρεμαστή/μαλακή/πάνινη/πλαστική/πρακτική/σχολική (πβ. σάκα)/ταξιδιωτική (βλ. σακίδιο) ~. ~ γραφείου (= χαρτοφύλακας)/λάπτοπ/συνεδρίου/ταχυδρόμου (: που έχει μακρύ λουρί και φοριέται χιαστί). ~ πλάτης/χειρός/ώμου. ~ τρόλεϊ/φάκελος. ~ για έγγραφα/ψώνια. Οικολογικές/χάρτινες ~ες και σακούλες.|| Βραδινές/επώνυμες ~ες. ~ες πολυτελείας. ● Υποκ.: τσαντάκι (το), τσαντούλα (η) ● Μεγεθ.: τσαντάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: τσαντάκι μέσης: αυτό που έχει ζώνη, η οποία περνιέται γύρω από τη μέση. Πβ. μπανάνα. [< τουρκ. çanta] | |
| 52093 | τσαντάκιας | τσα-ντά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.): νεαρός κυρ. άνδρας που κλέβει τσάντες, κυρ. από γυναίκες, συνήθ. οδηγώντας μηχανή: Συνελήφθη ~. Έπιασαν τον ~ια. Βλ. -άκιας, πορτοφολάς, τσαντιά. | |
| 52094 | τσαντιά | τσα-ντιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τσάντα, συνήθ. από γυναίκα: Έφαγε μια ~ στο κεφάλι. Βλ. -ιά2. | |
| 52095 | τσαντίζω | βλ. τσατίζω | |
| 52096 | τσαντίλα | τσα-ντί-λα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): σακούλα από πανί αραιής ύφανσης για στράγγισμα τυριών· κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα χαμηλής ποιότητας. [< σλαβ. čedilo] | |
| 52097 | τσαντίλα | βλ. τσατίλα | |
| 52098 | τσαντίλας | βλ. τσατίλας | |
| 52099 | τσαντίρι | τσα-ντί-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πρόχειρο κατάλυμα, αντίσκηνο κυρ. τσιγγάνων· κατ' επέκτ. φτωχικό σπίτι, με άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Πβ. παράγκα, σκηνή, τέντα. ● Υποκ.: τσαντιράκι (το) [< τουρκ. çadιr] | |
| 52100 | τσάντισμα | βλ. τσάτισμα | |
| 52101 | τσαντισμένος | , η, ο βλ. τσατισμένος | |
| 52102 | τσαντόρ | τσα-ντόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ένδυμα που καλύπτει το πάνω μέρος του σώματος και το κεφάλι των μουσουλμάνων γυναικών, κυρ. του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας: μαύρο ~. Βλ. μπούρκα, νικάμπ, φερετζές. [< γαλλ. tchador, διαδόθηκε το 1978] | |
| 52103 | τσάο | τσά-ο επιφών. {άκλ.} (νεαν. αργκό): αντίο, γεια: ~, θα τα πούμε. Άντε ~ και καλό δρόμο! Πβ. μπάι, άντε γεια. [< ιταλ. ciao, γαλλ. ~, tchao, 1953] | |
| 52104 | τσαουλί | τσα-ου-λί ουσ. (ουδ.) {κυρ. στον πληθ.}: φασόλι φρέσκο με στενό λοβό. Βλ. μπαρμπουνοφάσουλα. [< τουρκ. çalι fasulyesi] | |
| 52105 | τσαούσα | τσα-ού-σα ουσ. (θηλ.) & τσαούσω & τσαούσης (ο) (λαϊκό): (κυρ. για γυναίκα) αυταρχικός, εριστικός, ιδιότροπος και δυναμικός άνθρωπος: Είναι μεγάλη ~. [< μεσν. τσαούσης < τουρκ. çavuş 'λοχίας'] | |
| 52106 | τσάπα | τσά-πα ουσ. (θηλ.) 1. σκαπτικό εργαλείο με πλατιά μεταλλική λάμα στερεωμένη σε ξύλινο στειλιάρι: ~ από ανοξείδωτο ατσάλι. Πβ. σκαπάνη, τσαπί. Βλ. αξίνα, σκαλιστήρι, φτυάρι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για χωματουργικές εργασίες, κυρ. για σκάψιμο των θεμελίων οικοδομής: ερπυστριοφόρα/λαστιχοφόρα/περιστροφική ~. [< 1: μεσν. τσάπα < ιταλ. zappa] | |
| 52107 | τσαπαρί | τσα-πα-ρί ουσ. (ουδ.): πετονιά με πολλά αγκίστρια και ένα ή περισσότερα φτερά, αντί για δόλωμα, για το ψάρεμα αφρόψαρων· ο αντίστοιχος τρόπος ψαρέματος. Βλ. καθετή, συρτή. [< τουρκ. çapari] | |
| 52108 | τσαπατσοδουλειά | τσα-πα-τσο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.): προχειροδουλειά. ΣΥΝ. τσαπατσουλιά (2) | |
| 52109 | τσαπατσούλης | τσα-πα-τσού-λης ουσ. (αρσ.) {τσαπατσούληδες} , τσαπατσούλα (η) (προφ.): αυτός που εργάζεται χωρίς μεθοδικότητα και πρόγραμμα, με αδεξιότητα και επιπολαιότητα: Είναι φοβερά ~.|| (ως επίθ.) ~ης: μαθητής. Πβ. ανοργάνωτος. ΣΥΝ. ακατάστατος, άτσαλος ΑΝΤ. τακτικός (3) [< τουρκ. çapaçul 'κακοντυμένος'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ