| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52102 | τσαντόρ | τσα-ντόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ένδυμα που καλύπτει το πάνω μέρος του σώματος και το κεφάλι των μουσουλμάνων γυναικών, κυρ. του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας: μαύρο ~. Βλ. μπούρκα, νικάμπ, φερετζές. [< γαλλ. tchador, διαδόθηκε το 1978] | |
| 52103 | τσάο | τσά-ο επιφών. {άκλ.} (νεαν. αργκό): αντίο, γεια: ~, θα τα πούμε. Άντε ~ και καλό δρόμο! Πβ. μπάι, άντε γεια. [< ιταλ. ciao, γαλλ. ~, tchao, 1953] | |
| 52104 | τσαουλί | τσα-ου-λί ουσ. (ουδ.) {κυρ. στον πληθ.}: φασόλι φρέσκο με στενό λοβό. Βλ. μπαρμπουνοφάσουλα. [< τουρκ. çalι fasulyesi] | |
| 52105 | τσαούσα | τσα-ού-σα ουσ. (θηλ.) & τσαούσω & τσαούσης (ο) (λαϊκό): (κυρ. για γυναίκα) αυταρχικός, εριστικός, ιδιότροπος και δυναμικός άνθρωπος: Είναι μεγάλη ~. [< μεσν. τσαούσης < τουρκ. çavuş 'λοχίας'] | |
| 52106 | τσάπα | τσά-πα ουσ. (θηλ.) 1. σκαπτικό εργαλείο με πλατιά μεταλλική λάμα στερεωμένη σε ξύλινο στειλιάρι: ~ από ανοξείδωτο ατσάλι. Πβ. σκαπάνη, τσαπί. Βλ. αξίνα, σκαλιστήρι, φτυάρι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για χωματουργικές εργασίες, κυρ. για σκάψιμο των θεμελίων οικοδομής: ερπυστριοφόρα/λαστιχοφόρα/περιστροφική ~. [< 1: μεσν. τσάπα < ιταλ. zappa] | |
| 52107 | τσαπαρί | τσα-πα-ρί ουσ. (ουδ.): πετονιά με πολλά αγκίστρια και ένα ή περισσότερα φτερά, αντί για δόλωμα, για το ψάρεμα αφρόψαρων· ο αντίστοιχος τρόπος ψαρέματος. Βλ. καθετή, συρτή. [< τουρκ. çapari] | |
| 52108 | τσαπατσοδουλειά | τσα-πα-τσο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.): προχειροδουλειά. ΣΥΝ. τσαπατσουλιά (2) | |
| 52109 | τσαπατσούλης | τσα-πα-τσού-λης ουσ. (αρσ.) {τσαπατσούληδες} , τσαπατσούλα (η) (προφ.): αυτός που εργάζεται χωρίς μεθοδικότητα και πρόγραμμα, με αδεξιότητα και επιπολαιότητα: Είναι φοβερά ~.|| (ως επίθ.) ~ης: μαθητής. Πβ. ανοργάνωτος. ΣΥΝ. ακατάστατος, άτσαλος ΑΝΤ. τακτικός (3) [< τουρκ. çapaçul 'κακοντυμένος'] | |
| 52110 | τσαπατσουλιά | τσα-πα-τσου-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. έλλειψη οργάνωσης, προγραμματισμού και τάξης: η ανοργανωσιά και ~ των υπευθύνων. Πβ. ακαταστασία. ΣΥΝ. ατσαλοσύνη 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) εργασία που γίνεται πρόχειρα και βιαστικά: ερασιτεχνισμοί και ~ιές. Πβ. προχειρότητα. ΣΥΝ. τσαπατσοδουλειά | |
| 52111 | τσαπατσούλικος | , η, ο τσα-πα-τσού-λι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον τσαπατσούλη: ~η: δουλειά (= τσαπατσοδουλειά). ~ο: χειρόγραφο. Άτακτο και ~ικο παιδί. Πβ. ακατάστατος, άτσαλος, πρόχειρος. ΑΝΤ. τακτικός (3) ● επίρρ.: τσαπατσούλικα: Δουλεύει ~ (= πρόχειρα). ΣΥΝ. άρπα-κόλλα | |
| 52112 | τσαπέλα | τσα-πέ-λα ουσ. (θηλ.): αρμαθιά από ξερά σύκα. [< ιταλ. ciambella ή βεν. zambela] | |
| 52113 | τσαπερδόνα | τσα-περ-δό-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-οικ.) : ναζιάρα και έξυπνη κοπέλα: Είναι αυτή μια ~! Πβ. καπάτσα. | |
| 52114 | τσαπί | τσα-πί ουσ. (ουδ.): μικρή συνήθ. τσάπα. [< μεσν. τσαπίον] | |
| 52115 | τσαπίζω | τσα-πί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσάπι-σε, τσαπί-σει}: σκάβω ή σκαλίζω με τσάπα. [< μεσν. τσαπίζω] | |
| 52116 | τσάπισμα | τσά-πι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του τσαπίζω. | |
| 52117 | τσαπράζια | τσα-πρά-ζια ουσ. (ουδ.) (τα): ΛΑΟΓΡ. αργυρά ή επίχρυσα κοσμήματα της ανδρικής ενδυμασίας, που τα φορούσαν στο στήθος χιαστί. [< τουρκ. çapraz] | |
| 52118 | τσαρδί | τσαρ-δί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φτωχό σπίτι, πρόχειρα φτιαγμένο, συνήθ. από κλαδιά δέντρων: Στήνω ~. Πβ. καλύβα. ● Υποκ.: τσαρδάκι (το) [< τουρκ. çardak] | |
| 52119 | τσαρικός | , ή, ό τσα-ρι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τσάρο: ~ή: απολυταρχία/εξουσία. ~ά: στρατεύματα. Η ~ή Ρωσία.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= οπαδοί του ~ού καθεστώτος). | |
| 52120 | τσαρίνα | [τσαρῖνα] τσα-ρί-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Τ) αυτοκράτειρα με τσαρική εξουσία· σύζυγος τσάρου. 2. (μτφ.) γυναίκα, συνήθ. ρωσικής καταγωγής, που κατέχει κυρίαρχη θέση σε έναν τομέα: ~ του χορού/μπαλέτου. Πβ. βασίλισσα. Βλ. -ίνα1. | |
| 52121 | τσαρισμός | τσα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. το απολυταρχικό καθεστώς των τσάρων της Ρωσίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. tsarisme, 1907] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ