| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52122 | τσάρκα | τσάρ-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): περίπατος, βόλτα: βραδινές ~ες. Bγαίνω/κάνω ~. Πάμε καμιά ~; Πβ. σεργιάνι, σουλατσάρισμα, σουλάτσο. Βλ. μπαρότσαρκα.|| (μτφ.-αργκό) ~ες στο διαδίκτυο (= πλοήγηση, σερφάρισμα). [< τουρκ. çarka] | |
| 52123 | τσαρλατανιά | τσαρ-λα-τα-νιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): ενέργεια τσαρλατάνου: Πας να μας τουμπάρεις με ~ιές. Πβ. αγυρτεία, τσαρλατανισμός. | |
| 52124 | τσαρλατανισμός | τσαρ-λα-τα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): η ιδιότητα και (συνεκδ. στον πληθ.) η συμπεριφορά του τσαρλατάνου: πολιτικός ~. ~οί και γελοιότητες/υπερβολές. Πβ. αγυρτεία, κομπογιαννιτισμός, τσαρλατανιά. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. charlatanisme] | |
| 52125 | τσαρλατάνος | τσαρ-λα-τά-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. πρόσωπο που εξαπατά τους άλλους, συνήθ. προσποιούμενο ότι διαθέτει θαυματουργικές ικανότητες: ~ που κορόιδευε τον κόσμο. Πβ. αγύρτης, απατεώνας. ΣΥΝ. παπατζής (2) 2. (ειδικότ.) ψευτογιατρός που ισχυρίζεται ότι κατέχει εξειδικευμένη γνώση ή πολιτικός που δίνει ψεύτικες υποσχέσεις, εκμεταλλευόμενος τους αφελείς: Έπεσε σε ~ο.|| (ως επίθ.) ~οι: θεραπευτές. Πβ. αλμπάνης, κομπογιαννίτης, σκιτζής. [< ιταλ. ciarlatano] | |
| 52126 | τσάρλεστον | τσάρ-λε-στον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ γρήγορος χορός της δεκαετίας του 1920, αφροαμερικανικής προέλευσης, που χαρακτηρίζεται από κινήσεις των γονάτων προς τα μέσα· η αντίστοιχη μουσική: Χόρευε μετά μανίας ~.|| Στους ρυθμούς του ~.|| (ως επίθ.) Στιλ/(αποκριάτικη) στολή ~ (: για γυναικείο φόρεμα σε ευθεία γραμμή, που καταλήγει σε κρόσσια ή πτυχές). [< αμερικ. charleston, 1923, γαλλ. ~, 1926] | |
| 52127 | τσάρντας | τσάρ-ντας ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ουγγρικός παραδοσιακός ζευγαρωτός χορός, που χαρακτηρίζεται από αργό ρυθμό στην αρχή και πιο γρήγορο στη συνέχεια· η αντίστοιχη μουσική. [< γαλλ. czardas] | |
| 52128 | τσάρος | τσά-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Τ) τίτλος αυτοκρατόρων στην προεπαναστατική Ρωσία (δηλ. μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση) και Βουλγάρων ηγεμόνων κατά τον Μεσαίωνα· ο ίδιος ο μονάρχης: η φρουρά του ~ου. 2. (μτφ.) πρόσωπο που έχει εξέχουσα και κυρίαρχη θέση σε έναν τομέα: ο ~ της οικονομίας (= ο υπουργός Οικονομικών). Ο ~ των αιθέρων (: για πρωταθλητή του επί κοντώ). Πβ. βασιλιάς. [< σλαβ. tsar] | |
| 52129 | τσαρούχι | τσα-ρού-χι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. δερμάτινο χαμηλό υπόδημα χωρίς κορδόνια, συνήθ. κόκκινου χρώματος, με καρφιά στη σόλα και γυριστή μύτη, με χαρακτηριστική συνήθ. μαύρη φούντα, το οποίο αποτελεί τμήμα της παραδοσιακής στολής των τσολιάδων· παλαιότ. το αντίστοιχο παπούτσι των χωρικών. Βλ. φουστανέλα.|| (μτφ.-προφ.) Με μισό ~ (: πολύ φτωχός). 2. ΓΥΜΝ. πέλμα με κλίση προς τα πάνω. ● ΦΡ.: κοιμάμαι με τα τσαρούχια (προφ.): κοιμάμαι όρθιος: Χαμπάρι δεν έχει πάρει, ~ται ~ (= τον ύπνο του δικαίου)., με τα τσαρούχια (προφ.): με ιδιαίτερη άνεση και ευκολία: νίκη ~ ~. Mπήκε/πέρασε στη σχολή ~ ~., έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι βλ. γλώσσα [< μεσν. τσαρούχιν < τουρκ. çarik] | |
| 52130 | τσαρτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: λίστα των δημοφιλέστερων και καλύτερων σε πωλήσεις δίσκων ή τραγουδιών σε συγκεκριμένη περίοδο: αμερικανικό/ελληνικό ~. Κατέκτησε την πρώτη θέση στο ~. Άλμπουμ που ανέβηκε/έφτασε στο νούμερο ένα/στην κορυφή των ~(ς). [< αμερικ. chart, 1957, αγγλ. ~, 1963] | |
| 52131 | τσάρτερ | τσάρ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: μίσθωση αεροπλάνου από γραφείο ταξιδίων με σκοπό τη φτηνή μετακίνηση επιβατών· (κυρ. συνεκδ.) το ίδιο το αεροσκάφος που μισθώνεται: αφίξεις τουριστών με ~. Ναύλωση ~.|| (ως επίθ.) Εταιρεία ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πτήση τσάρτερ: το αντίστοιχο δρομολόγιο: Ταξίδεψαν με ~ ~. [< αγγλ. charter flight, 1922] , τσάρτερ της χαράς (αθλητική αργκό): πτήση με την οποία επιστρέφει αθλητική ομάδα στη βάση της ύστερα από μεγάλη επιτυχία ή με την οποία ταξιδεύουν δωρεάν για παρακολούθηση αγώνα ή διοργάνωσης πρόσωπα που δεν σχετίζονται άμεσα με το σωματείο ή τους αθλητές που αγωνίζονται. [< αγγλ. charter, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 52132 | τσατ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. ανεπίσημη διαδικτυακή συζήτηση σε πραγματικό χρόνο μεταξύ δύο ή και περισσότερων ατόμων, ηλεκτρονική συνομιλία: υπηρεσία ~. ~ μέσω κινητού. Βλ. εμ ες εν. ΣΥΝ. τσάτινγκ 2. τσατ ρουμ: ~ γνωριμιών. Μπήκε στο ~. ● Υποκ.: τσατάκι (το) [< 1: αγγλ. chat, 1985, γαλλ. ~, 1997] | |
| 52133 | τσατ ρουμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός χώρος, συνήθ. αφιερωμένος σε συγκεκριμένο θέμα, όπου οι χρήστες μπορούν να επικοινωνούν σε πραγματικό χρόνο: συνομιλία μέσω ~. Μπαίνει σε ~. Βλ. μπλογκ, φόρουμ. ΣΥΝ. τσατ (2) [< αγγλ. chat room, 1986] | |
| 52134 | τσατάλι | τσα-τά-λι ουσ. (ουδ.) & τσάταλο (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια & σμπαράλια/ζαρτιέρες/κορδέλες/κορδελάκια: εκνευρίζομαι, χάνω τον αυτοέλεγχο: Σταμάτα, επιτέλους, γιατί έχουν γίνει ~ ~!|| Μου έχεις κάνει τα νεύρα ~ (: με εκνευρίζεις, μου τη σπας). [< τουρκ. çatal] | |
| 52135 | τσατίζω | τσα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {τσάτι-σα, τσατί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος} & τσαντίζω (προφ.): προκαλώ τον εκνευρισμό κάποιου: Με ~ει αφάνταστα! Τον ~ει (= πειράζει) να/που/το γεγονός ότι ... ~στηκαν με τη συμπεριφορά του. Πβ. εκνευρίζω, εξοργίζω, ζοχαδιάζω. ΣΥΝ. θυμώνω (2) [< τουρκ. çatιş(mak)] | |
| 52136 | τσατίλα | τσα-τί-λα ουσ. (θηλ.) & τσαντίλα (προφ.): εκνευρισμός, οργή: Έχω μεγάλη/μια ~! Πω πω κάτι ~ες! Πβ. θυμός, νεύρα, φούρκα. Βλ. -ίλα. ΣΥΝ. ζοχάδα (1), τσάτισμα | |
| 52137 | τσατίλας | τσα-τί-λας ουσ. (αρσ.) & τσαντίλας (προφ.): άτομο που τσατίζεται με ευκολία. ΣΥΝ. ζοχάδας | |
| 52138 | τσάτινγκ | τσά-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. τσατ. [< αγγλ. chatting] | |
| 52139 | τσάτισμα | τσά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) & τσάντισμα (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσατίζω. ΣΥΝ. τσατίλα | |
| 52140 | τσατισμένος | , η, ο τσα-τι-σμέ-νος επίθ. & τσαντισμένος (προφ.): θυμωμένος, νευριασμένος: Έφυγε ~. Πβ. εκνευρισμένος. ● επίρρ.: τσατισμένα | |
| 52141 | τσατμάς | τσα-τμάς ουσ. (αρσ.) {τσατμάδες} (λαϊκό): κατασκευή τοίχου με σανίδες ή καλάμια που στερεώνονται με λάσπη ή τούβλα και καλύπτονται από ασβεστοκονίαμα. Πβ. μπαγδατί. [< τουρκ. çatma] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ