| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52110 | τσαπατσουλιά | τσα-πα-τσου-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. έλλειψη οργάνωσης, προγραμματισμού και τάξης: η ανοργανωσιά και ~ των υπευθύνων. Πβ. ακαταστασία. ΣΥΝ. ατσαλοσύνη 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) εργασία που γίνεται πρόχειρα και βιαστικά: ερασιτεχνισμοί και ~ιές. Πβ. προχειρότητα. ΣΥΝ. τσαπατσοδουλειά | |
| 52111 | τσαπατσούλικος | , η, ο τσα-πα-τσού-λι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον τσαπατσούλη: ~η: δουλειά (= τσαπατσοδουλειά). ~ο: χειρόγραφο. Άτακτο και ~ικο παιδί. Πβ. ακατάστατος, άτσαλος, πρόχειρος. ΑΝΤ. τακτικός (3) ● επίρρ.: τσαπατσούλικα: Δουλεύει ~ (= πρόχειρα). ΣΥΝ. άρπα-κόλλα | |
| 52112 | τσαπέλα | τσα-πέ-λα ουσ. (θηλ.): αρμαθιά από ξερά σύκα. [< ιταλ. ciambella ή βεν. zambela] | |
| 52113 | τσαπερδόνα | τσα-περ-δό-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-οικ.) : ναζιάρα και έξυπνη κοπέλα: Είναι αυτή μια ~! Πβ. καπάτσα. | |
| 52114 | τσαπί | τσα-πί ουσ. (ουδ.): μικρή συνήθ. τσάπα. [< μεσν. τσαπίον] | |
| 52115 | τσαπίζω | τσα-πί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσάπι-σε, τσαπί-σει}: σκάβω ή σκαλίζω με τσάπα. [< μεσν. τσαπίζω] | |
| 52116 | τσάπισμα | τσά-πι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του τσαπίζω. | |
| 52117 | τσαπράζια | τσα-πρά-ζια ουσ. (ουδ.) (τα): ΛΑΟΓΡ. αργυρά ή επίχρυσα κοσμήματα της ανδρικής ενδυμασίας, που τα φορούσαν στο στήθος χιαστί. [< τουρκ. çapraz] | |
| 52118 | τσαρδί | τσαρ-δί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φτωχό σπίτι, πρόχειρα φτιαγμένο, συνήθ. από κλαδιά δέντρων: Στήνω ~. Πβ. καλύβα. ● Υποκ.: τσαρδάκι (το) [< τουρκ. çardak] | |
| 52119 | τσαρικός | , ή, ό τσα-ρι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τσάρο: ~ή: απολυταρχία/εξουσία. ~ά: στρατεύματα. Η ~ή Ρωσία.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= οπαδοί του ~ού καθεστώτος). | |
| 52120 | τσαρίνα | [τσαρῖνα] τσα-ρί-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Τ) αυτοκράτειρα με τσαρική εξουσία· σύζυγος τσάρου. 2. (μτφ.) γυναίκα, συνήθ. ρωσικής καταγωγής, που κατέχει κυρίαρχη θέση σε έναν τομέα: ~ του χορού/μπαλέτου. Πβ. βασίλισσα. Βλ. -ίνα1. | |
| 52121 | τσαρισμός | τσα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. το απολυταρχικό καθεστώς των τσάρων της Ρωσίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. tsarisme, 1907] | |
| 52122 | τσάρκα | τσάρ-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): περίπατος, βόλτα: βραδινές ~ες. Bγαίνω/κάνω ~. Πάμε καμιά ~; Πβ. σεργιάνι, σουλατσάρισμα, σουλάτσο. Βλ. μπαρότσαρκα.|| (μτφ.-αργκό) ~ες στο διαδίκτυο (= πλοήγηση, σερφάρισμα). [< τουρκ. çarka] | |
| 52123 | τσαρλατανιά | τσαρ-λα-τα-νιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): ενέργεια τσαρλατάνου: Πας να μας τουμπάρεις με ~ιές. Πβ. αγυρτεία, τσαρλατανισμός. | |
| 52124 | τσαρλατανισμός | τσαρ-λα-τα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): η ιδιότητα και (συνεκδ. στον πληθ.) η συμπεριφορά του τσαρλατάνου: πολιτικός ~. ~οί και γελοιότητες/υπερβολές. Πβ. αγυρτεία, κομπογιαννιτισμός, τσαρλατανιά. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. charlatanisme] | |
| 52125 | τσαρλατάνος | τσαρ-λα-τά-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. πρόσωπο που εξαπατά τους άλλους, συνήθ. προσποιούμενο ότι διαθέτει θαυματουργικές ικανότητες: ~ που κορόιδευε τον κόσμο. Πβ. αγύρτης, απατεώνας. ΣΥΝ. παπατζής (2) 2. (ειδικότ.) ψευτογιατρός που ισχυρίζεται ότι κατέχει εξειδικευμένη γνώση ή πολιτικός που δίνει ψεύτικες υποσχέσεις, εκμεταλλευόμενος τους αφελείς: Έπεσε σε ~ο.|| (ως επίθ.) ~οι: θεραπευτές. Πβ. αλμπάνης, κομπογιαννίτης, σκιτζής. [< ιταλ. ciarlatano] | |
| 52126 | τσάρλεστον | τσάρ-λε-στον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ γρήγορος χορός της δεκαετίας του 1920, αφροαμερικανικής προέλευσης, που χαρακτηρίζεται από κινήσεις των γονάτων προς τα μέσα· η αντίστοιχη μουσική: Χόρευε μετά μανίας ~.|| Στους ρυθμούς του ~.|| (ως επίθ.) Στιλ/(αποκριάτικη) στολή ~ (: για γυναικείο φόρεμα σε ευθεία γραμμή, που καταλήγει σε κρόσσια ή πτυχές). [< αμερικ. charleston, 1923, γαλλ. ~, 1926] | |
| 52127 | τσάρντας | τσάρ-ντας ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ουγγρικός παραδοσιακός ζευγαρωτός χορός, που χαρακτηρίζεται από αργό ρυθμό στην αρχή και πιο γρήγορο στη συνέχεια· η αντίστοιχη μουσική. [< γαλλ. czardas] | |
| 52128 | τσάρος | τσά-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Τ) τίτλος αυτοκρατόρων στην προεπαναστατική Ρωσία (δηλ. μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση) και Βουλγάρων ηγεμόνων κατά τον Μεσαίωνα· ο ίδιος ο μονάρχης: η φρουρά του ~ου. 2. (μτφ.) πρόσωπο που έχει εξέχουσα και κυρίαρχη θέση σε έναν τομέα: ο ~ της οικονομίας (= ο υπουργός Οικονομικών). Ο ~ των αιθέρων (: για πρωταθλητή του επί κοντώ). Πβ. βασιλιάς. [< σλαβ. tsar] | |
| 52129 | τσαρούχι | τσα-ρού-χι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. δερμάτινο χαμηλό υπόδημα χωρίς κορδόνια, συνήθ. κόκκινου χρώματος, με καρφιά στη σόλα και γυριστή μύτη, με χαρακτηριστική συνήθ. μαύρη φούντα, το οποίο αποτελεί τμήμα της παραδοσιακής στολής των τσολιάδων· παλαιότ. το αντίστοιχο παπούτσι των χωρικών. Βλ. φουστανέλα.|| (μτφ.-προφ.) Με μισό ~ (: πολύ φτωχός). 2. ΓΥΜΝ. πέλμα με κλίση προς τα πάνω. ● ΦΡ.: κοιμάμαι με τα τσαρούχια (προφ.): κοιμάμαι όρθιος: Χαμπάρι δεν έχει πάρει, ~ται ~ (= τον ύπνο του δικαίου)., με τα τσαρούχια (προφ.): με ιδιαίτερη άνεση και ευκολία: νίκη ~ ~. Mπήκε/πέρασε στη σχολή ~ ~., έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι βλ. γλώσσα [< μεσν. τσαρούχιν < τουρκ. çarik] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ