Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52620-52640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52122τσάρκατσάρ-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): περίπατος, βόλτα: βραδινές ~ες. Bγαίνω/κάνω ~. Πάμε καμιά ~; Πβ. σεργιάνι, σουλατσάρισμα, σουλάτσο. Βλ. μπαρότσαρκα.|| (μτφ.-αργκό) ~ες στο διαδίκτυο (= πλοήγηση, σερφάρισμα). [< τουρκ. çarka]
52123τσαρλατανιάτσαρ-λα-τα-νιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): ενέργεια τσαρλατάνου: Πας να μας τουμπάρεις με ~ιές. Πβ. αγυρτεία, τσαρλατανισμός.
52124τσαρλατανισμόςτσαρ-λα-τα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): η ιδιότητα και (συνεκδ. στον πληθ.) η συμπεριφορά του τσαρλατάνου: πολιτικός ~. ~οί και γελοιότητες/υπερβολές. Πβ. αγυρτεία, κομπογιαννιτισμός, τσαρλατανιά. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. charlatanisme]
52125τσαρλατάνοςτσαρ-λα-τά-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. πρόσωπο που εξαπατά τους άλλους, συνήθ. προσποιούμενο ότι διαθέτει θαυματουργικές ικανότητες: ~ που κορόιδευε τον κόσμο. Πβ. αγύρτης, απατεώνας. ΣΥΝ. παπατζής (2) 2. (ειδικότ.) ψευτογιατρός που ισχυρίζεται ότι κατέχει εξειδικευμένη γνώση ή πολιτικός που δίνει ψεύτικες υποσχέσεις, εκμεταλλευόμενος τους αφελείς: Έπεσε σε ~ο.|| (ως επίθ.) ~οι: θεραπευτές. Πβ. αλμπάνης, κομπογιαννίτης, σκιτζής. [< ιταλ. ciarlatano]
52126τσάρλεστοντσάρ-λε-στον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ γρήγορος χορός της δεκαετίας του 1920, αφροαμερικανικής προέλευσης, που χαρακτηρίζεται από κινήσεις των γονάτων προς τα μέσα· η αντίστοιχη μουσική: Χόρευε μετά μανίας ~.|| Στους ρυθμούς του ~.|| (ως επίθ.) Στιλ/(αποκριάτικη) στολή ~ (: για γυναικείο φόρεμα σε ευθεία γραμμή, που καταλήγει σε κρόσσια ή πτυχές). [< αμερικ. charleston, 1923, γαλλ. ~, 1926]
52127τσάρνταςτσάρ-ντας ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ουγγρικός παραδοσιακός ζευγαρωτός χορός, που χαρακτηρίζεται από αργό ρυθμό στην αρχή και πιο γρήγορο στη συνέχεια· η αντίστοιχη μουσική. [< γαλλ. czardas]
52128τσάροςτσά-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Τ) τίτλος αυτοκρατόρων στην προεπαναστατική Ρωσία (δηλ. μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση) και Βουλγάρων ηγεμόνων κατά τον Μεσαίωνα· ο ίδιος ο μονάρχης: η φρουρά του ~ου. 2. (μτφ.) πρόσωπο που έχει εξέχουσα και κυρίαρχη θέση σε έναν τομέα: ο ~ της οικονομίας (= ο υπουργός Οικονομικών). Ο ~ των αιθέρων (: για πρωταθλητή του επί κοντώ). Πβ. βασιλιάς. [< σλαβ. tsar]
52129τσαρούχιτσα-ρού-χι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. δερμάτινο χαμηλό υπόδημα χωρίς κορδόνια, συνήθ. κόκκινου χρώματος, με καρφιά στη σόλα και γυριστή μύτη, με χαρακτηριστική συνήθ. μαύρη φούντα, το οποίο αποτελεί τμήμα της παραδοσιακής στολής των τσολιάδων· παλαιότ. το αντίστοιχο παπούτσι των χωρικών. Βλ. φουστανέλα.|| (μτφ.-προφ.) Με μισό ~ (: πολύ φτωχός). 2. ΓΥΜΝ. πέλμα με κλίση προς τα πάνω. ● ΦΡ.: κοιμάμαι με τα τσαρούχια (προφ.): κοιμάμαι όρθιος: Χαμπάρι δεν έχει πάρει, ~ται ~ (= τον ύπνο του δικαίου)., με τα τσαρούχια (προφ.): με ιδιαίτερη άνεση και ευκολία: νίκη ~ ~. Mπήκε/πέρασε στη σχολή ~ ~., έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι βλ. γλώσσα [< μεσν. τσαρούχιν < τουρκ. çarik]
52130τσαρτουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: λίστα των δημοφιλέστερων και καλύτερων σε πωλήσεις δίσκων ή τραγουδιών σε συγκεκριμένη περίοδο: αμερικανικό/ελληνικό ~. Κατέκτησε την πρώτη θέση στο ~. Άλμπουμ που ανέβηκε/έφτασε στο νούμερο ένα/στην κορυφή των ~(ς). [< αμερικ. chart, 1957, αγγλ. ~, 1963]
52131τσάρτερτσάρ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: μίσθωση αεροπλάνου από γραφείο ταξιδίων με σκοπό τη φτηνή μετακίνηση επιβατών· (κυρ. συνεκδ.) το ίδιο το αεροσκάφος που μισθώνεται: αφίξεις τουριστών με ~. Ναύλωση ~.|| (ως επίθ.) Εταιρεία ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πτήση τσάρτερ: το αντίστοιχο δρομολόγιο: Ταξίδεψαν με ~ ~. [< αγγλ. charter flight, 1922] , τσάρτερ της χαράς (αθλητική αργκό): πτήση με την οποία επιστρέφει αθλητική ομάδα στη βάση της ύστερα από μεγάλη επιτυχία ή με την οποία ταξιδεύουν δωρεάν για παρακολούθηση αγώνα ή διοργάνωσης πρόσωπα που δεν σχετίζονται άμεσα με το σωματείο ή τους αθλητές που αγωνίζονται. [< αγγλ. charter, γαλλ. ~, περ. 1950]
52132τσατουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. ανεπίσημη διαδικτυακή συζήτηση σε πραγματικό χρόνο μεταξύ δύο ή και περισσότερων ατόμων, ηλεκτρονική συνομιλία: υπηρεσία ~. ~ μέσω κινητού. Βλ. εμ ες εν. ΣΥΝ. τσάτινγκ 2. τσατ ρουμ: ~ γνωριμιών. Μπήκε στο ~. ● Υποκ.: τσατάκι (το) [< 1: αγγλ. chat, 1985, γαλλ. ~, 1997]
52133τσατ ρουμουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός χώρος, συνήθ. αφιερωμένος σε συγκεκριμένο θέμα, όπου οι χρήστες μπορούν να επικοινωνούν σε πραγματικό χρόνο: συνομιλία μέσω ~. Μπαίνει σε ~. Βλ. μπλογκ, φόρουμ. ΣΥΝ. τσατ (2) [< αγγλ. chat room, 1986]
52134τσατάλιτσα-τά-λι ουσ. (ουδ.) & τσάταλο (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια & σμπαράλια/ζαρτιέρες/κορδέλες/κορδελάκια: εκνευρίζομαι, χάνω τον αυτοέλεγχο: Σταμάτα, επιτέλους, γιατί έχουν γίνει ~ ~!|| Μου έχεις κάνει τα νεύρα ~ (: με εκνευρίζεις, μου τη σπας). [< τουρκ. çatal]
52135τσατίζωτσα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {τσάτι-σα, τσατί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος} & τσαντίζω (προφ.): προκαλώ τον εκνευρισμό κάποιου: Με ~ει αφάνταστα! Τον ~ει (= πειράζει) να/που/το γεγονός ότι ... ~στηκαν με τη συμπεριφορά του. Πβ. εκνευρίζω, εξοργίζω, ζοχαδιάζω. ΣΥΝ. θυμώνω (2) [< τουρκ. çatιş(mak)]
52136τσατίλατσα-τί-λα ουσ. (θηλ.) & τσαντίλα (προφ.): εκνευρισμός, οργή: Έχω μεγάλη/μια ~! Πω πω κάτι ~ες! Πβ. θυμός, νεύρα, φούρκα. Βλ. -ίλα. ΣΥΝ. ζοχάδα (1), τσάτισμα
52137τσατίλαςτσα-τί-λας ουσ. (αρσ.) & τσαντίλας (προφ.): άτομο που τσατίζεται με ευκολία. ΣΥΝ. ζοχάδας
52138τσάτινγκτσά-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. τσατ. [< αγγλ. chatting]
52139τσάτισματσά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) & τσάντισμα (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσατίζω. ΣΥΝ. τσατίλα
52140τσατισμένος, η, ο τσα-τι-σμέ-νος επίθ. & τσαντισμένος (προφ.): θυμωμένος, νευριασμένος: Έφυγε ~. Πβ. εκνευρισμένος. ● επίρρ.: τσατισμένα
52141τσατμάςτσα-τμάς ουσ. (αρσ.) {τσατμάδες} (λαϊκό): κατασκευή τοίχου με σανίδες ή καλάμια που στερεώνονται με λάσπη ή τούβλα και καλύπτονται από ασβεστοκονίαμα. Πβ. μπαγδατί. [< τουρκ. çatma]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.