| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 52142 | τσάτνεϊ | τσάτ-νε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πικάντικο άρτυμα ινδικής προέλευσης που παρασκευάζεται από φρούτα ή λαχανικά με ξίδι, μπαχαρικά και ζάχαρη: ~ λεμονιού.|| (ως επίθ.) Αρνί με ~ μάνγκο. [< αγγλ. chutney, γαλλ. ~, 1964] | |
| 52143 | τσάτρα πάτρα | τσά-τρα πά-τρα επίρρ. (προφ.): πρόχειρα, όπως-όπως: Τα κατάφερε ~. Μιλάει/ξέρει Αραβικά ~. Η δουλειά έγινε ~ (= χωρίς επιμέλεια). Πβ. έτσι κι έτσι, κουτσά στραβά.|| (ως επίθ.) ~ μετάφραση (= μέτρια· ΑΝΤ. προσεγμένη). [< τουρκ. çatra patra] | |
| 52144 | τσατσά | τσα-τσά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα μεγάλης ηλικίας, συνήθ. πρώην ιερόδουλη, που είναι ιδιοκτήτρια ή υπεύθυνη οίκου ανοχής. ΣΥΝ. μαντάμα, ματρόνα, προαγωγός | |
| 52145 | τσατσάρα | τσα-τσά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτένα: μικρή/πλαστική ~. Βλ. βούρτσα. [< βεν. zazzara] | |
| 52146 | τσατσιά | τσα-τσιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ρουφιανιά· γενικότ. ανέντιμη συμπεριφορά: κλασική/χοντρή ~. Νίκησε δίκαια, χωρίς ~ιές. | |
| 52147 | τσατσιλίκι | τσα-τσι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): συστηματική ρουφιανιά και γενικότ. κατ' επανάληψη ανέντιμη συμπεριφορά. Βλ. -ιλίκι. | |
| 52148 | τσατσόνι | τσα-τσό-νι ουσ. (ουδ.) (αργκό): τσάτσος, συνήθ. για νεαρό σε ηλικία άτομο. Βλ. -όνι. | |
| 52149 | τσάτσος | τσά-τσος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. καταδότης. Πβ. ρουφιάνος, χαφιές. 2. γλείφτης. | |
| 52150 | τσαφ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ήχος που κάνει το άναμμα αναπτήρα ή η δημιουργία ηλεκτρικού σπινθήρα. ● ΦΡ.: στο τσακ/στο τσαφ βλ. τσακ [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 52151 | τσαφ τσουφ | {άκλ.} (προφ.): για να αποδοθεί ο ήχος ατμομηχανής: ~ ~, το τρένο περνά. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 52152 | τσάχαλο | τσά-χα-λο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): σκόνη, μικρό σκουπίδι: Μου μπήκαν ~α στα μάτια. | |
| 58803 | Τσαχπινα | | |
| 52153 | τσαχπίνης | , α, ικο τσαχ-πί-νης επίθ. (προφ.): που έχει ζωηρότητα, χάρη και κάνει καμώματα, για να κερδίσει την προσοχή των άλλων: ~α: γυναίκα (= ναζιάρα, παιχνιδιάρα, σκερτσόζα).|| (ως ουσ.) Γλυκιά ~α. ΣΥΝ. τσαχπινιάρης [< τουρκ. çapkin] | |
| 52154 | τσαχπινιά | τσαχ-πι-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα και (συνεκδ. στον πληθ.) η συμπεριφορά του τσαχπίνη: Διαθέτει ~.|| Γυναίκα όλο ~ιές (= νάζια, σκέρτσα). Πβ. ακκισμός. ● ΦΡ.: μου κάνει κόλπα/τσαχπινιές βλ. κόλπο | |
| 52155 | τσαχπινιάρης | , α, ικο τσαχ-πι-νιά-ρης επίθ. (προφ.): τσαχπίνης. Βλ. -ιάρης. | |
| 52156 | τσαχπίνικος | , η/ια, ο τσαχ-πί-νι-κος επίθ. & τσαχπινιάρικος (προφ.): που αναφέρεται στον τσαχπίνη: ~η: φωνή. ~ο: ύφος/χαμόγελο. Πβ. ναζιάρ-, παιχνιδιάρ-, σκερτσόζ-ικος. ● επίρρ.: τσαχπίνικα | |
| 52157 | τσαχπινογαργαλιάρα | τσαχ-πι-νο-γαρ-γα-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) {αρσ. τσαχπινογαργαλιάρης} (χαϊδευτ.): αυτή που είναι ζωηρή, γεμάτη χάρη και νάζι: (ως επίθ.) ~ γυναίκα (= καμωματού, ναζιάρα, πεταχτούλα). | |
| 52158 | τσαχπινογαργαλιάρικος | , η, ο τσαχ-πι-νο-γαρ-γα-λιά-ρι-κος επίθ. (χαϊδευτ.): που χαρακτηρίζει τον τσαχπινογαργαλιάρη: ~ο: βλέμμα. ~α: ματάκια. | |
| 32782 | Τσαχπνα | μπιρ-μπί-λω ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα που κάνει νάζια και παιχνίδια. Πβ. μαριόλα, τσαχπίνα. | |
| 52159 | τσε τσε | βλ. τσετσέ | |