| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52130 | τσαρτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: λίστα των δημοφιλέστερων και καλύτερων σε πωλήσεις δίσκων ή τραγουδιών σε συγκεκριμένη περίοδο: αμερικανικό/ελληνικό ~. Κατέκτησε την πρώτη θέση στο ~. Άλμπουμ που ανέβηκε/έφτασε στο νούμερο ένα/στην κορυφή των ~(ς). [< αμερικ. chart, 1957, αγγλ. ~, 1963] | |
| 52131 | τσάρτερ | τσάρ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: μίσθωση αεροπλάνου από γραφείο ταξιδίων με σκοπό τη φτηνή μετακίνηση επιβατών· (κυρ. συνεκδ.) το ίδιο το αεροσκάφος που μισθώνεται: αφίξεις τουριστών με ~. Ναύλωση ~.|| (ως επίθ.) Εταιρεία ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πτήση τσάρτερ: το αντίστοιχο δρομολόγιο: Ταξίδεψαν με ~ ~. [< αγγλ. charter flight, 1922] , τσάρτερ της χαράς (αθλητική αργκό): πτήση με την οποία επιστρέφει αθλητική ομάδα στη βάση της ύστερα από μεγάλη επιτυχία ή με την οποία ταξιδεύουν δωρεάν για παρακολούθηση αγώνα ή διοργάνωσης πρόσωπα που δεν σχετίζονται άμεσα με το σωματείο ή τους αθλητές που αγωνίζονται. [< αγγλ. charter, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 52132 | τσατ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. ανεπίσημη διαδικτυακή συζήτηση σε πραγματικό χρόνο μεταξύ δύο ή και περισσότερων ατόμων, ηλεκτρονική συνομιλία: υπηρεσία ~. ~ μέσω κινητού. Βλ. εμ ες εν. ΣΥΝ. τσάτινγκ 2. τσατ ρουμ: ~ γνωριμιών. Μπήκε στο ~. ● Υποκ.: τσατάκι (το) [< 1: αγγλ. chat, 1985, γαλλ. ~, 1997] | |
| 52133 | τσατ ρουμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός χώρος, συνήθ. αφιερωμένος σε συγκεκριμένο θέμα, όπου οι χρήστες μπορούν να επικοινωνούν σε πραγματικό χρόνο: συνομιλία μέσω ~. Μπαίνει σε ~. Βλ. μπλογκ, φόρουμ. ΣΥΝ. τσατ (2) [< αγγλ. chat room, 1986] | |
| 52134 | τσατάλι | τσα-τά-λι ουσ. (ουδ.) & τσάταλο (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια & σμπαράλια/ζαρτιέρες/κορδέλες/κορδελάκια: εκνευρίζομαι, χάνω τον αυτοέλεγχο: Σταμάτα, επιτέλους, γιατί έχουν γίνει ~ ~!|| Μου έχεις κάνει τα νεύρα ~ (: με εκνευρίζεις, μου τη σπας). [< τουρκ. çatal] | |
| 52135 | τσατίζω | τσα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {τσάτι-σα, τσατί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος} & τσαντίζω (προφ.): προκαλώ τον εκνευρισμό κάποιου: Με ~ει αφάνταστα! Τον ~ει (= πειράζει) να/που/το γεγονός ότι ... ~στηκαν με τη συμπεριφορά του. Πβ. εκνευρίζω, εξοργίζω, ζοχαδιάζω. ΣΥΝ. θυμώνω (2) [< τουρκ. çatιş(mak)] | |
| 52136 | τσατίλα | τσα-τί-λα ουσ. (θηλ.) & τσαντίλα (προφ.): εκνευρισμός, οργή: Έχω μεγάλη/μια ~! Πω πω κάτι ~ες! Πβ. θυμός, νεύρα, φούρκα. Βλ. -ίλα. ΣΥΝ. ζοχάδα (1), τσάτισμα | |
| 52137 | τσατίλας | τσα-τί-λας ουσ. (αρσ.) & τσαντίλας (προφ.): άτομο που τσατίζεται με ευκολία. ΣΥΝ. ζοχάδας | |
| 52138 | τσάτινγκ | τσά-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. τσατ. [< αγγλ. chatting] | |
| 52139 | τσάτισμα | τσά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) & τσάντισμα (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσατίζω. ΣΥΝ. τσατίλα | |
| 52140 | τσατισμένος | , η, ο τσα-τι-σμέ-νος επίθ. & τσαντισμένος (προφ.): θυμωμένος, νευριασμένος: Έφυγε ~. Πβ. εκνευρισμένος. ● επίρρ.: τσατισμένα | |
| 52141 | τσατμάς | τσα-τμάς ουσ. (αρσ.) {τσατμάδες} (λαϊκό): κατασκευή τοίχου με σανίδες ή καλάμια που στερεώνονται με λάσπη ή τούβλα και καλύπτονται από ασβεστοκονίαμα. Πβ. μπαγδατί. [< τουρκ. çatma] | |
| 52142 | τσάτνεϊ | τσάτ-νε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πικάντικο άρτυμα ινδικής προέλευσης που παρασκευάζεται από φρούτα ή λαχανικά με ξίδι, μπαχαρικά και ζάχαρη: ~ λεμονιού.|| (ως επίθ.) Αρνί με ~ μάνγκο. [< αγγλ. chutney, γαλλ. ~, 1964] | |
| 52143 | τσάτρα πάτρα | τσά-τρα πά-τρα επίρρ. (προφ.): πρόχειρα, όπως-όπως: Τα κατάφερε ~. Μιλάει/ξέρει Αραβικά ~. Η δουλειά έγινε ~ (= χωρίς επιμέλεια). Πβ. έτσι κι έτσι, κουτσά στραβά.|| (ως επίθ.) ~ μετάφραση (= μέτρια· ΑΝΤ. προσεγμένη). [< τουρκ. çatra patra] | |
| 52144 | τσατσά | τσα-τσά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα μεγάλης ηλικίας, συνήθ. πρώην ιερόδουλη, που είναι ιδιοκτήτρια ή υπεύθυνη οίκου ανοχής. ΣΥΝ. μαντάμα, ματρόνα, προαγωγός | |
| 52145 | τσατσάρα | τσα-τσά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτένα: μικρή/πλαστική ~. Βλ. βούρτσα. [< βεν. zazzara] | |
| 52146 | τσατσιά | τσα-τσιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ρουφιανιά· γενικότ. ανέντιμη συμπεριφορά: κλασική/χοντρή ~. Νίκησε δίκαια, χωρίς ~ιές. | |
| 52147 | τσατσιλίκι | τσα-τσι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): συστηματική ρουφιανιά και γενικότ. κατ' επανάληψη ανέντιμη συμπεριφορά. Βλ. -ιλίκι. | |
| 52148 | τσατσόνι | τσα-τσό-νι ουσ. (ουδ.) (αργκό): τσάτσος, συνήθ. για νεαρό σε ηλικία άτομο. Βλ. -όνι. | |
| 52149 | τσάτσος | τσά-τσος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. καταδότης. Πβ. ρουφιάνος, χαφιές. 2. γλείφτης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ