Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52640-52660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52142τσάτνεϊτσάτ-νε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πικάντικο άρτυμα ινδικής προέλευσης που παρασκευάζεται από φρούτα ή λαχανικά με ξίδι, μπαχαρικά και ζάχαρη: ~ λεμονιού.|| (ως επίθ.) Αρνί με ~ μάνγκο. [< αγγλ. chutney, γαλλ. ~, 1964]
52143τσάτρα πάτρατσά-τρα πά-τρα επίρρ. (προφ.): πρόχειρα, όπως-όπως: Τα κατάφερε ~. Μιλάει/ξέρει Αραβικά ~. Η δουλειά έγινε ~ (= χωρίς επιμέλεια). Πβ. έτσι κι έτσι, κουτσά στραβά.|| (ως επίθ.) ~ μετάφραση (= μέτρια· ΑΝΤ. προσεγμένη). [< τουρκ. çatra patra]
52144τσατσάτσα-τσά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα μεγάλης ηλικίας, συνήθ. πρώην ιερόδουλη, που είναι ιδιοκτήτρια ή υπεύθυνη οίκου ανοχής. ΣΥΝ. μαντάμα, ματρόνα, προαγωγός
52145τσατσάρατσα-τσά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτένα: μικρή/πλαστική ~. Βλ. βούρτσα. [< βεν. zazzara]
52146τσατσιάτσα-τσιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ρουφιανιά· γενικότ. ανέντιμη συμπεριφορά: κλασική/χοντρή ~. Νίκησε δίκαια, χωρίς ~ιές.
52147τσατσιλίκιτσα-τσι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): συστηματική ρουφιανιά και γενικότ. κατ' επανάληψη ανέντιμη συμπεριφορά. Βλ. -ιλίκι.
52148τσατσόνιτσα-τσό-νι ουσ. (ουδ.) (αργκό): τσάτσος, συνήθ. για νεαρό σε ηλικία άτομο. Βλ. -όνι.
52149τσάτσοςτσά-τσος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. καταδότης. Πβ. ρουφιάνος, χαφιές. 2. γλείφτης.
52150τσαφουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ήχος που κάνει το άναμμα αναπτήρα ή η δημιουργία ηλεκτρικού σπινθήρα. ● ΦΡ.: στο τσακ/στο τσαφ βλ. τσακ [< λ. ηχομιμητ.]
52151τσαφ τσουφ{άκλ.} (προφ.): για να αποδοθεί ο ήχος ατμομηχανής: ~ ~, το τρένο περνά. [< λ. ηχομιμητ.]
52152τσάχαλοτσά-χα-λο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): σκόνη, μικρό σκουπίδι: Μου μπήκαν ~α στα μάτια.
58803Τσαχπινα
52153τσαχπίνης, α, ικο τσαχ-πί-νης επίθ. (προφ.): που έχει ζωηρότητα, χάρη και κάνει καμώματα, για να κερδίσει την προσοχή των άλλων: ~α: γυναίκα (= ναζιάρα, παιχνιδιάρα, σκερτσόζα).|| (ως ουσ.) Γλυκιά ~α. ΣΥΝ. τσαχπινιάρης [< τουρκ. çapkin]
52154τσαχπινιάτσαχ-πι-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα και (συνεκδ. στον πληθ.) η συμπεριφορά του τσαχπίνη: Διαθέτει ~.|| Γυναίκα όλο ~ιές (= νάζια, σκέρτσα). Πβ. ακκισμός. ● ΦΡ.: μου κάνει κόλπα/τσαχπινιές βλ. κόλπο
52155τσαχπινιάρης, α, ικο τσαχ-πι-νιά-ρης επίθ. (προφ.): τσαχπίνης. Βλ. -ιάρης.
52156τσαχπίνικος, η/ια, ο τσαχ-πί-νι-κος επίθ. & τσαχπινιάρικος (προφ.): που αναφέρεται στον τσαχπίνη: ~η: φωνή. ~ο: ύφος/χαμόγελο. Πβ. ναζιάρ-, παιχνιδιάρ-, σκερτσόζ-ικος. ● επίρρ.: τσαχπίνικα
52157τσαχπινογαργαλιάρατσαχ-πι-νο-γαρ-γα-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) {αρσ. τσαχπινογαργαλιάρης} (χαϊδευτ.): αυτή που είναι ζωηρή, γεμάτη χάρη και νάζι: (ως επίθ.) ~ γυναίκα (= καμωματού, ναζιάρα, πεταχτούλα).
52158τσαχπινογαργαλιάρικος, η, ο τσαχ-πι-νο-γαρ-γα-λιά-ρι-κος επίθ. (χαϊδευτ.): που χαρακτηρίζει τον τσαχπινογαργαλιάρη: ~ο: βλέμμα. ~α: ματάκια.
32782Τσαχπνα

μπιρ-μπί-λω ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα που κάνει νάζια και παιχνίδια. Πβ. μαριόλα, τσαχπίνα.

52159τσε τσεβλ. τσετσέ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.