Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52640-52660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52130τσαρτουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: λίστα των δημοφιλέστερων και καλύτερων σε πωλήσεις δίσκων ή τραγουδιών σε συγκεκριμένη περίοδο: αμερικανικό/ελληνικό ~. Κατέκτησε την πρώτη θέση στο ~. Άλμπουμ που ανέβηκε/έφτασε στο νούμερο ένα/στην κορυφή των ~(ς). [< αμερικ. chart, 1957, αγγλ. ~, 1963]
52131τσάρτερτσάρ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: μίσθωση αεροπλάνου από γραφείο ταξιδίων με σκοπό τη φτηνή μετακίνηση επιβατών· (κυρ. συνεκδ.) το ίδιο το αεροσκάφος που μισθώνεται: αφίξεις τουριστών με ~. Ναύλωση ~.|| (ως επίθ.) Εταιρεία ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πτήση τσάρτερ: το αντίστοιχο δρομολόγιο: Ταξίδεψαν με ~ ~. [< αγγλ. charter flight, 1922] , τσάρτερ της χαράς (αθλητική αργκό): πτήση με την οποία επιστρέφει αθλητική ομάδα στη βάση της ύστερα από μεγάλη επιτυχία ή με την οποία ταξιδεύουν δωρεάν για παρακολούθηση αγώνα ή διοργάνωσης πρόσωπα που δεν σχετίζονται άμεσα με το σωματείο ή τους αθλητές που αγωνίζονται. [< αγγλ. charter, γαλλ. ~, περ. 1950]
52132τσατουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. ανεπίσημη διαδικτυακή συζήτηση σε πραγματικό χρόνο μεταξύ δύο ή και περισσότερων ατόμων, ηλεκτρονική συνομιλία: υπηρεσία ~. ~ μέσω κινητού. Βλ. εμ ες εν. ΣΥΝ. τσάτινγκ 2. τσατ ρουμ: ~ γνωριμιών. Μπήκε στο ~. ● Υποκ.: τσατάκι (το) [< 1: αγγλ. chat, 1985, γαλλ. ~, 1997]
52133τσατ ρουμουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός χώρος, συνήθ. αφιερωμένος σε συγκεκριμένο θέμα, όπου οι χρήστες μπορούν να επικοινωνούν σε πραγματικό χρόνο: συνομιλία μέσω ~. Μπαίνει σε ~. Βλ. μπλογκ, φόρουμ. ΣΥΝ. τσατ (2) [< αγγλ. chat room, 1986]
52134τσατάλιτσα-τά-λι ουσ. (ουδ.) & τσάταλο (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: είναι/έχουν γίνει τα νεύρα μου τσατάλια/κουρέλια/κρόσσια & σμπαράλια/ζαρτιέρες/κορδέλες/κορδελάκια: εκνευρίζομαι, χάνω τον αυτοέλεγχο: Σταμάτα, επιτέλους, γιατί έχουν γίνει ~ ~!|| Μου έχεις κάνει τα νεύρα ~ (: με εκνευρίζεις, μου τη σπας). [< τουρκ. çatal]
52135τσατίζωτσα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {τσάτι-σα, τσατί-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος} & τσαντίζω (προφ.): προκαλώ τον εκνευρισμό κάποιου: Με ~ει αφάνταστα! Τον ~ει (= πειράζει) να/που/το γεγονός ότι ... ~στηκαν με τη συμπεριφορά του. Πβ. εκνευρίζω, εξοργίζω, ζοχαδιάζω. ΣΥΝ. θυμώνω (2) [< τουρκ. çatιş(mak)]
52136τσατίλατσα-τί-λα ουσ. (θηλ.) & τσαντίλα (προφ.): εκνευρισμός, οργή: Έχω μεγάλη/μια ~! Πω πω κάτι ~ες! Πβ. θυμός, νεύρα, φούρκα. Βλ. -ίλα. ΣΥΝ. ζοχάδα (1), τσάτισμα
52137τσατίλαςτσα-τί-λας ουσ. (αρσ.) & τσαντίλας (προφ.): άτομο που τσατίζεται με ευκολία. ΣΥΝ. ζοχάδας
52138τσάτινγκτσά-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. τσατ. [< αγγλ. chatting]
52139τσάτισματσά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) & τσάντισμα (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσατίζω. ΣΥΝ. τσατίλα
52140τσατισμένος, η, ο τσα-τι-σμέ-νος επίθ. & τσαντισμένος (προφ.): θυμωμένος, νευριασμένος: Έφυγε ~. Πβ. εκνευρισμένος. ● επίρρ.: τσατισμένα
52141τσατμάςτσα-τμάς ουσ. (αρσ.) {τσατμάδες} (λαϊκό): κατασκευή τοίχου με σανίδες ή καλάμια που στερεώνονται με λάσπη ή τούβλα και καλύπτονται από ασβεστοκονίαμα. Πβ. μπαγδατί. [< τουρκ. çatma]
52142τσάτνεϊτσάτ-νε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πικάντικο άρτυμα ινδικής προέλευσης που παρασκευάζεται από φρούτα ή λαχανικά με ξίδι, μπαχαρικά και ζάχαρη: ~ λεμονιού.|| (ως επίθ.) Αρνί με ~ μάνγκο. [< αγγλ. chutney, γαλλ. ~, 1964]
52143τσάτρα πάτρατσά-τρα πά-τρα επίρρ. (προφ.): πρόχειρα, όπως-όπως: Τα κατάφερε ~. Μιλάει/ξέρει Αραβικά ~. Η δουλειά έγινε ~ (= χωρίς επιμέλεια). Πβ. έτσι κι έτσι, κουτσά στραβά.|| (ως επίθ.) ~ μετάφραση (= μέτρια· ΑΝΤ. προσεγμένη). [< τουρκ. çatra patra]
52144τσατσάτσα-τσά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα μεγάλης ηλικίας, συνήθ. πρώην ιερόδουλη, που είναι ιδιοκτήτρια ή υπεύθυνη οίκου ανοχής. ΣΥΝ. μαντάμα, ματρόνα, προαγωγός
52145τσατσάρατσα-τσά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτένα: μικρή/πλαστική ~. Βλ. βούρτσα. [< βεν. zazzara]
52146τσατσιάτσα-τσιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ρουφιανιά· γενικότ. ανέντιμη συμπεριφορά: κλασική/χοντρή ~. Νίκησε δίκαια, χωρίς ~ιές.
52147τσατσιλίκιτσα-τσι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): συστηματική ρουφιανιά και γενικότ. κατ' επανάληψη ανέντιμη συμπεριφορά. Βλ. -ιλίκι.
52148τσατσόνιτσα-τσό-νι ουσ. (ουδ.) (αργκό): τσάτσος, συνήθ. για νεαρό σε ηλικία άτομο. Βλ. -όνι.
52149τσάτσοςτσά-τσος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. καταδότης. Πβ. ρουφιάνος, χαφιές. 2. γλείφτης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.