| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52160 | τσεβρές | τσε-βρές ουσ. (αρσ.) (διαλεκτ.): μεταξωτό ύφασμα κατάλληλο για κέντημα· (κυρ. συνεκδ.) εργόχειρο, συνήθ. από χρυσή κλωστή, ως διακοσμητικό επίπλων ή κεντητό κεφαλομάντιλο από αυτό το ύφασμα. Βλ. -ές. [< τουρκ. çevre] | |
| 52161 | τσεκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. επιταγή, κυρ. τραπέζης: ~ πληρωμής. Έλαβαν/εξαργύρωσαν/υπέγραψαν το ~.|| ~ δώρου (= δωροεπιταγή). 2. σημάδι τσεκαρίσματος: Συμπληρώστε τη δήλωση με ~, όπου χρειάζεται. ΣΥΝ. τικ3 (1) [< 1: αγγλ. cheque 2: αγγλ. check] | |
| 52166 | τσεκ-ιν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) τσέκιν: δήλωση της παρουσίας κάποιου, συνήθ. επιβάτη σε αεροδρόμιο, με καταχώριση· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: ηλεκτρονικό ~. ~ των εισιτηρίων. Έκανε ~.|| Το ~ της αεροπορικής εταιρείας. [< αγγλ. check-in, 1959] | |
| 52162 | τσεκαδόρος | τσε-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): (κυρ. σε κέντρα διασκέδασης και εστίασης) πρόσωπο που χειρίζεται την ταμειακή μηχανή και ελέγχει τις παραγγελίες των σερβιτόρων. Βλ. -αδόρος. | |
| 52163 | τσεκάπ | τσε-κάπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσεκ-απ: ΙΑΤΡ. προληπτική εξέταση για τον έλεγχο της υγείας κάποιου: γενικό/ετήσιο/προγραμματισμένο ~. Κάνω ~. Πάω για ~.|| (μτφ.) Ενεργειακό ~. Κρίσιμο ~ της οικονομίας. Πβ. τεστάρ-, τσεκάρ-ισμα. [< αγγλ. checkup, 1921, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 52164 | τσεκάρισμα | τσε-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {τσεκαρίσμα-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσεκάρω: ~ εισιτηρίων.|| Σημάδι ~ατος. Πβ. έλεγχος, επαλήθευση, τεστάρισμα, τσεκάπ. Βλ. -ισμα. | |
| 52165 | τσεκάρω | τσε-κά-ρω ρ. (μτβ.) {τσέκαρ-α κ. τσεκάρ-ισα, -ιστεί, -ισμένος, -οντας} (προφ.) 1. κάνω έλεγχο ή επαλήθευση στοιχείων: ~ τα μηνύματά μου. ~ετε τις τιμές, αρχίζουν οι εκπτώσεις. Δεν έχει ~ιστεί αν δουλεύει σωστά. (για πρόσ.) Την έχω ~ει και είναι έμπιστη. Πβ. ελέγχω, τεστάρω.|| (μτφ.) ~ουν το εισιτήριο της πρόκρισης. Πβ. επαληθεύω, επιβεβαιώνω, επικυρώνω. 2. μαρκάρω: ~ετε το πεδίο/τη σωστή απάντηση στο αντίστοιχο τετραγωνάκι. ~ισμένη: επιλογή. Βλ. -άρω. [< αγγλ. check] | |
| 52167 | τσεκουράτος | , η, ο [τσεκουρᾶτος] τσε-κου-ρά-τος επίθ. (προφ.): οξύς, αυστηρός: Είναι ~η στις απαντήσεις της.|| ~η: γλώσσα. ~α: λόγια. Πβ. αιχμηρός, δηκτικός, δριμύς, σκληρός, ωμός. Βλ. -άτος. ● επίρρ.: τσεκουράτα ● ΦΡ.: μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα | |
| 52168 | τσεκούρι | τσε-κού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. εργαλείο με ξύλινη λαβή και πλατιά, κοφτερή λεπίδα που χρησιμοποιείται κυρ. για πελέκημα και κοπή ξύλων: (ΤΕΧΝΟΛ.) υδραυλικά ~ια. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Πέτρινο ~. Τον απείλησε/του επιτέθηκε με ~. Πβ. μπαλτάς. ΣΥΝ. πέλεκυς (1) 2. (μτφ.-προφ.) δραστική μείωση εξόδων: ~ (= περικοπές) στις συντάξεις. ● Υποκ.: τσεκουράκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: το τσεκούρι του πολέμου (μτφ.): ένοπλη σύγκρουση ή αντιπαλότητα, διένεξη: Ξέθαψαν ~ ~ (= προκαλούν και επιτίθενται). Αποφασίσαμε να θάψουμε ~ ~ (= να συμφιλιωθούμε, να τα βρούμε). ● ΦΡ.: πέφτει τσεκούρι (μτφ.-προφ.): (για διαγωνισμούς) πολύ αυστηρή και χαμηλή βαθμολογία, μαζική απόρριψη: Θα πέσει ~ στις εξετάσεις. Έπεσε ~ στη Φυσική., φωτιά και τσεκούρι (απειλητ.): για φοβερές καταστροφές: ~ ~ σε όλους τους απατεώνες! [< μεσν. τσεκούρι(ν) < μτγν. σεκούριον < λατ. securis] | |
| 52169 | τσεκουριά | τσε-κου-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τσεκούρι: βαθιά/γερή ~. Έκοψε το σχοινί με μια ~. ΣΥΝ. τσεκούρωμα.|| (μτφ.) Τα λόγια του πέφτουν σαν ~ιές (= τσεκουράτα). | |
| 52170 | τσεκούρωμα | τσε-κού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {τσεκουρώμ-ατα} (προφ.) 1. (μτφ.) δραστική μείωση: ~ των αμοιβών/μισθών/συντάξεων. ~ στις δαπάνες. Πβ. περικοπές. 2. (μτφ.) απόρριψη: βαθμολογικά ~ατα. Πβ. κόψιμο. 3. τσεκουριά. 4. (μτφ.) αυστηρή τιμωρία, ποινή: Έπεσε ~ σε παραβάτες του ΚΟΚ. | |
| 52171 | τσεκουρώνω | τσε-κου-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {τσεκούρω-σα, τσεκουρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, τσεκουρών-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) τιμωρώ με αυστηρότητα· κατ' επέκτ. επιβάλλω μεγάλη ποινή: Τους ~σε η διαιτησία/το δικαστήριο. 2. (μτφ.) περιορίζω δραστικά, περικόπτω: Οι δαπάνες/κοινωνικές παροχές έχουν ~θεί. 3. (μτφ.) βάζω απορριπτικό βαθμό: Καθηγητής που ~ει (= πετσοκόβει) στα τεστ. 4. (μτφ.) υπερχρεώνω, αισχροκερδώ: Αντιπροσωπεία που ~ει στις τιμές. 5. χτυπώ με τσεκούρι. | |
| 52172 | τσελβόλ | τσελ-βόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ύφασμα από συνθετικό υλικό, τεχνητό βαμβάκι και μαλλί, που μοιάζει με μεταξωτό. Πβ. βισκόζη. [< γερμ. Zellwolle, περ. 1930] | |
| 52173 | τσελεμεντές | τσε-λε-με-ντές ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): οδηγός μαγειρικής, βιβλίο με συνταγές για φαγητά και γλυκά: διαδικτυακός ~. Βλ. -ές. [< ανθρ. Νικόλαος Τσελεμεντές] | |
| 52174 | τσελέστα | τσε-λέ-στα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πληκτροφόρο όργανο, που μοιάζει με μικρό πιάνο και έχει χαλύβδινα ελάσματα αντί για χορδές, τα οποία παράγουν κρυστάλλινο ήχο. [< γαλλ. célesta, ιταλ. celesta, 1927] | |
| 52175 | τσέλιγκας | τσέ-λι-γκας ουσ. (αρσ.) {-ες κ. -άδες} (λαϊκό) 1. αυτός που έχει στην κατοχή του μεγάλο κοπάδι ζώων, κυρ. αιγοπροβάτων. 2. (παλαιότ.) αρχηγός τσελιγκάτου. [< σλαβ. çelnik] | |
| 52176 | τσελιγκάτο | τσε-λι-γκά-το ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): κτηνοτροφικός συνεταιρισμός με πυρήνα το κοπάδι μιας οικονομικά ισχυρής οικογένειας με την οποία συνεργάζονταν μικρότερες, συνήθ. συγγενικές, ομάδες βοσκών. Βλ. -άτο. | |
| 52177 | τσελιγκόπουλο, τσελιγκοπούλα | τσε-λι-γκό-που-λο ουσ. (θηλ. + ουδ.) (λαϊκό): γιος ή κόρη τσέλιγκα, συνήθ. μικρής ηλικίας. | |
| 52178 | τσελίστας | τσε-λί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. τσελίστρια κ. τσελίστα}: ΜΟΥΣ. βιολοντσελίστας. [< ιταλ. (violon)cellista, αγγλ. cellist] | |
| 52179 | τσέλο | τσέ-λο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. βιολοντσέλο: σονάτα για ~ και κοντραμπάσο. [< ιταλ. (violon)cello, 1956, αγγλ. cello] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ