| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52150 | τσαφ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ήχος που κάνει το άναμμα αναπτήρα ή η δημιουργία ηλεκτρικού σπινθήρα. ● ΦΡ.: στο τσακ/στο τσαφ βλ. τσακ [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 52151 | τσαφ τσουφ | {άκλ.} (προφ.): για να αποδοθεί ο ήχος ατμομηχανής: ~ ~, το τρένο περνά. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 52152 | τσάχαλο | τσά-χα-λο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): σκόνη, μικρό σκουπίδι: Μου μπήκαν ~α στα μάτια. | |
| 58803 | Τσαχπινα | ||
| 52153 | τσαχπίνης | , α, ικο τσαχ-πί-νης επίθ. (προφ.): που έχει ζωηρότητα, χάρη και κάνει καμώματα, για να κερδίσει την προσοχή των άλλων: ~α: γυναίκα (= ναζιάρα, παιχνιδιάρα, σκερτσόζα).|| (ως ουσ.) Γλυκιά ~α. ΣΥΝ. τσαχπινιάρης [< τουρκ. çapkin] | |
| 52154 | τσαχπινιά | τσαχ-πι-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα και (συνεκδ. στον πληθ.) η συμπεριφορά του τσαχπίνη: Διαθέτει ~.|| Γυναίκα όλο ~ιές (= νάζια, σκέρτσα). Πβ. ακκισμός. ● ΦΡ.: μου κάνει κόλπα/τσαχπινιές βλ. κόλπο | |
| 52155 | τσαχπινιάρης | , α, ικο τσαχ-πι-νιά-ρης επίθ. (προφ.): τσαχπίνης. Βλ. -ιάρης. | |
| 52156 | τσαχπίνικος | , η/ια, ο τσαχ-πί-νι-κος επίθ. & τσαχπινιάρικος (προφ.): που αναφέρεται στον τσαχπίνη: ~η: φωνή. ~ο: ύφος/χαμόγελο. Πβ. ναζιάρ-, παιχνιδιάρ-, σκερτσόζ-ικος. ● επίρρ.: τσαχπίνικα | |
| 52157 | τσαχπινογαργαλιάρα | τσαχ-πι-νο-γαρ-γα-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) {αρσ. τσαχπινογαργαλιάρης} (χαϊδευτ.): αυτή που είναι ζωηρή, γεμάτη χάρη και νάζι: (ως επίθ.) ~ γυναίκα (= καμωματού, ναζιάρα, πεταχτούλα). | |
| 52158 | τσαχπινογαργαλιάρικος | , η, ο τσαχ-πι-νο-γαρ-γα-λιά-ρι-κος επίθ. (χαϊδευτ.): που χαρακτηρίζει τον τσαχπινογαργαλιάρη: ~ο: βλέμμα. ~α: ματάκια. | |
| 32782 | Τσαχπνα | μπιρ-μπί-λω ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα που κάνει νάζια και παιχνίδια. Πβ. μαριόλα, τσαχπίνα. | |
| 52159 | τσε τσε | βλ. τσετσέ | |
| 52160 | τσεβρές | τσε-βρές ουσ. (αρσ.) (διαλεκτ.): μεταξωτό ύφασμα κατάλληλο για κέντημα· (κυρ. συνεκδ.) εργόχειρο, συνήθ. από χρυσή κλωστή, ως διακοσμητικό επίπλων ή κεντητό κεφαλομάντιλο από αυτό το ύφασμα. Βλ. -ές. [< τουρκ. çevre] | |
| 52161 | τσεκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. επιταγή, κυρ. τραπέζης: ~ πληρωμής. Έλαβαν/εξαργύρωσαν/υπέγραψαν το ~.|| ~ δώρου (= δωροεπιταγή). 2. σημάδι τσεκαρίσματος: Συμπληρώστε τη δήλωση με ~, όπου χρειάζεται. ΣΥΝ. τικ3 (1) [< 1: αγγλ. cheque 2: αγγλ. check] | |
| 52166 | τσεκ-ιν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) τσέκιν: δήλωση της παρουσίας κάποιου, συνήθ. επιβάτη σε αεροδρόμιο, με καταχώριση· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: ηλεκτρονικό ~. ~ των εισιτηρίων. Έκανε ~.|| Το ~ της αεροπορικής εταιρείας. [< αγγλ. check-in, 1959] | |
| 52162 | τσεκαδόρος | τσε-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): (κυρ. σε κέντρα διασκέδασης και εστίασης) πρόσωπο που χειρίζεται την ταμειακή μηχανή και ελέγχει τις παραγγελίες των σερβιτόρων. Βλ. -αδόρος. | |
| 52163 | τσεκάπ | τσε-κάπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσεκ-απ: ΙΑΤΡ. προληπτική εξέταση για τον έλεγχο της υγείας κάποιου: γενικό/ετήσιο/προγραμματισμένο ~. Κάνω ~. Πάω για ~.|| (μτφ.) Ενεργειακό ~. Κρίσιμο ~ της οικονομίας. Πβ. τεστάρ-, τσεκάρ-ισμα. [< αγγλ. checkup, 1921, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 52164 | τσεκάρισμα | τσε-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {τσεκαρίσμα-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσεκάρω: ~ εισιτηρίων.|| Σημάδι ~ατος. Πβ. έλεγχος, επαλήθευση, τεστάρισμα, τσεκάπ. Βλ. -ισμα. | |
| 52165 | τσεκάρω | τσε-κά-ρω ρ. (μτβ.) {τσέκαρ-α κ. τσεκάρ-ισα, -ιστεί, -ισμένος, -οντας} (προφ.) 1. κάνω έλεγχο ή επαλήθευση στοιχείων: ~ τα μηνύματά μου. ~ετε τις τιμές, αρχίζουν οι εκπτώσεις. Δεν έχει ~ιστεί αν δουλεύει σωστά. (για πρόσ.) Την έχω ~ει και είναι έμπιστη. Πβ. ελέγχω, τεστάρω.|| (μτφ.) ~ουν το εισιτήριο της πρόκρισης. Πβ. επαληθεύω, επιβεβαιώνω, επικυρώνω. 2. μαρκάρω: ~ετε το πεδίο/τη σωστή απάντηση στο αντίστοιχο τετραγωνάκι. ~ισμένη: επιλογή. Βλ. -άρω. [< αγγλ. check] | |
| 52167 | τσεκουράτος | , η, ο [τσεκουρᾶτος] τσε-κου-ρά-τος επίθ. (προφ.): οξύς, αυστηρός: Είναι ~η στις απαντήσεις της.|| ~η: γλώσσα. ~α: λόγια. Πβ. αιχμηρός, δηκτικός, δριμύς, σκληρός, ωμός. Βλ. -άτος. ● επίρρ.: τσεκουράτα ● ΦΡ.: μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ