| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52168 | τσεκούρι | τσε-κού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. εργαλείο με ξύλινη λαβή και πλατιά, κοφτερή λεπίδα που χρησιμοποιείται κυρ. για πελέκημα και κοπή ξύλων: (ΤΕΧΝΟΛ.) υδραυλικά ~ια. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Πέτρινο ~. Τον απείλησε/του επιτέθηκε με ~. Πβ. μπαλτάς. ΣΥΝ. πέλεκυς (1) 2. (μτφ.-προφ.) δραστική μείωση εξόδων: ~ (= περικοπές) στις συντάξεις. ● Υποκ.: τσεκουράκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: το τσεκούρι του πολέμου (μτφ.): ένοπλη σύγκρουση ή αντιπαλότητα, διένεξη: Ξέθαψαν ~ ~ (= προκαλούν και επιτίθενται). Αποφασίσαμε να θάψουμε ~ ~ (= να συμφιλιωθούμε, να τα βρούμε). ● ΦΡ.: πέφτει τσεκούρι (μτφ.-προφ.): (για διαγωνισμούς) πολύ αυστηρή και χαμηλή βαθμολογία, μαζική απόρριψη: Θα πέσει ~ στις εξετάσεις. Έπεσε ~ στη Φυσική., φωτιά και τσεκούρι (απειλητ.): για φοβερές καταστροφές: ~ ~ σε όλους τους απατεώνες! [< μεσν. τσεκούρι(ν) < μτγν. σεκούριον < λατ. securis] | |
| 52169 | τσεκουριά | τσε-κου-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με τσεκούρι: βαθιά/γερή ~. Έκοψε το σχοινί με μια ~. ΣΥΝ. τσεκούρωμα.|| (μτφ.) Τα λόγια του πέφτουν σαν ~ιές (= τσεκουράτα). | |
| 52170 | τσεκούρωμα | τσε-κού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {τσεκουρώμ-ατα} (προφ.) 1. (μτφ.) δραστική μείωση: ~ των αμοιβών/μισθών/συντάξεων. ~ στις δαπάνες. Πβ. περικοπές. 2. (μτφ.) απόρριψη: βαθμολογικά ~ατα. Πβ. κόψιμο. 3. τσεκουριά. 4. (μτφ.) αυστηρή τιμωρία, ποινή: Έπεσε ~ σε παραβάτες του ΚΟΚ. | |
| 52171 | τσεκουρώνω | τσε-κου-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {τσεκούρω-σα, τσεκουρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, τσεκουρών-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) τιμωρώ με αυστηρότητα· κατ' επέκτ. επιβάλλω μεγάλη ποινή: Τους ~σε η διαιτησία/το δικαστήριο. 2. (μτφ.) περιορίζω δραστικά, περικόπτω: Οι δαπάνες/κοινωνικές παροχές έχουν ~θεί. 3. (μτφ.) βάζω απορριπτικό βαθμό: Καθηγητής που ~ει (= πετσοκόβει) στα τεστ. 4. (μτφ.) υπερχρεώνω, αισχροκερδώ: Αντιπροσωπεία που ~ει στις τιμές. 5. χτυπώ με τσεκούρι. | |
| 52172 | τσελβόλ | τσελ-βόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ύφασμα από συνθετικό υλικό, τεχνητό βαμβάκι και μαλλί, που μοιάζει με μεταξωτό. Πβ. βισκόζη. [< γερμ. Zellwolle, περ. 1930] | |
| 52173 | τσελεμεντές | τσε-λε-με-ντές ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): οδηγός μαγειρικής, βιβλίο με συνταγές για φαγητά και γλυκά: διαδικτυακός ~. Βλ. -ές. [< ανθρ. Νικόλαος Τσελεμεντές] | |
| 52174 | τσελέστα | τσε-λέ-στα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πληκτροφόρο όργανο, που μοιάζει με μικρό πιάνο και έχει χαλύβδινα ελάσματα αντί για χορδές, τα οποία παράγουν κρυστάλλινο ήχο. [< γαλλ. célesta, ιταλ. celesta, 1927] | |
| 52175 | τσέλιγκας | τσέ-λι-γκας ουσ. (αρσ.) {-ες κ. -άδες} (λαϊκό) 1. αυτός που έχει στην κατοχή του μεγάλο κοπάδι ζώων, κυρ. αιγοπροβάτων. 2. (παλαιότ.) αρχηγός τσελιγκάτου. [< σλαβ. çelnik] | |
| 52176 | τσελιγκάτο | τσε-λι-γκά-το ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): κτηνοτροφικός συνεταιρισμός με πυρήνα το κοπάδι μιας οικονομικά ισχυρής οικογένειας με την οποία συνεργάζονταν μικρότερες, συνήθ. συγγενικές, ομάδες βοσκών. Βλ. -άτο. | |
| 52177 | τσελιγκόπουλο, τσελιγκοπούλα | τσε-λι-γκό-που-λο ουσ. (θηλ. + ουδ.) (λαϊκό): γιος ή κόρη τσέλιγκα, συνήθ. μικρής ηλικίας. | |
| 52178 | τσελίστας | τσε-λί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. τσελίστρια κ. τσελίστα}: ΜΟΥΣ. βιολοντσελίστας. [< ιταλ. (violon)cellista, αγγλ. cellist] | |
| 52179 | τσέλο | τσέ-λο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. βιολοντσέλο: σονάτα για ~ και κοντραμπάσο. [< ιταλ. (violon)cello, 1956, αγγλ. cello] | |
| 52180 | τσεμπαλίστας | τσε-μπα-λί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. τσεμπαλίστα κ. τσεμπαλίστρια}: ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει τσέμπαλο. [< ιταλ. cembalista] | |
| 52181 | τσέμπαλο | τσέ-μπα-λο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. νυκτό πληκτροφόρο όργανο που αντικαταστάθηκε από το πιάνο και, παρόλο που δεν έχει την ίδια δυναμική ήχου με αυτό, αποτελεί ιδανικό μέσο για αντιστικτική μουσική: σόλο ~. Ρεσιτάλ ~ου. [< ιταλ. cembalo < μεσν. λατ. (clavi)cymbalum < λατ. cymbalum < αρχ. κύμβαλον] | |
| 52182 | τσεμπέρι | τσε-μπέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΛΑΟΓΡ. μαντίλι κεφαλής, που δένει πίσω στο λαιμό ή πάνω από το μέτωπο και το φορούν κυρ. γυναίκες της υπαίθρου: άσπρο/μαύρο ~. Πβ. κεφαλόδεσμος, μαντίλα, μπόλια, φακιόλι. [< τουρκ. çember] | |
| 52183 | τσένταρ | τσέ-νταρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκληρό τυρί από αγελαδινό γάλα, με κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα, λεία υφή και γεύση που κυμαίνεται από ήπια έως πολύ έντονη, ανάλογα με τον βαθμό ωρίμανσής του: τριμμένο ~. Βλ. γκούντα, έμενταλ, κασέρι, (κεφαλο)γραβιέρα, παρμεζάνα, τσέστερ. [< αγγλ. Cheddar, από την ομώνυμη κωμόπολη] | |
| 52184 | τσέπη | τσέ-πη ουσ. (θηλ.) 1. μέρος συνήθ. ρούχου που μοιάζει με θήκη και χρησιμοποιείται κυρ. για την τοποθέτηση μικρών αντικειμένων: κρυφή/μπροστινή/πίσω/πλαϊνή/τρύπια ~. ~ καγκουρό (: με δύο ανοίγματα για τα χέρια)/με φερμουάρ. Οι ~ες του μπουφάν/παντελονιού. Σακάκι με μικρές/χωρίς ~ες. Έβαλε το πορτοφόλι στην/έβγαλε το σημείωμα από την ~. Του έπεσαν τα κλειδιά από την ~. Περπατά με τα χέρια στις ~ες. Δεν έχω φράγκο στην ~ (= είμαι άφραγκος). Βλ. κωλότσεπη.|| Τσάντα με εξωτερικές ~ες. Σακίδιο/χαρτοφύλακας με εσωτερικές ~ες.|| ~ες στις πλάτες καθισμάτων. 2. (μτφ.) εισόδημα, οικονομική κατάσταση: λύσεις για κάθε ~/για όλες τις ~ες. Έβαλε/ξόδεψε/πλήρωσε από την ~ της χιλιάδες ευρώ. Οι αυξήσεις στις τιμές των οπωροκηπευτικών καίνε/πλήττουν την ~ των καταναλωτών. Δεν θα επιβαρυνθεί η ~ μας. Τα λεφτά θα πάνε στις ~ες των λίγων. Πβ. βαλάντιο, πορτοφόλι. ● τσέπης: για αντικείμενο που έχει μικρές διαστάσεις και κατ' επέκτ. για καθετί που είναι μικρότερο από το κανονικό: αριθμομηχανή/βιβλίο/ημερολόγιο/φακός ~.|| Ρολόγια χειρός και ~ης.|| Θωρηκτό/υποβρύχιο ~. ● Υποκ.: τσεπάκι (το): στη σημ. 1., τσεπούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθιές τσέπες (μτφ.): οικονομική ευρωστία: πελάτες με (αρκετά) ~ ~. Οι έχοντες ~ ~., γεμάτη/φουσκωμένη τσέπη (μτφ.): οικονομική άνεση, πολλά χρήματα: Διαθέτει/έχει ~ ~. Με ~ ~ έφυγε για το εξωτερικό. Πβ. γερό/μεγάλο πορτοφόλι., πάρκο τσέπης βλ. πάρκο, υπολογιστής τσέπης βλ. υπολογιστής ● ΦΡ.: (δεν) (το) αντέχει/σηκώνει η τσέπη μου (μτφ.-προφ.): (δεν) έχω την οικονομική δυνατότητα να πληρώσω κάτι: Το νοίκι είναι πολύ ακριβό, δεν το ~ ~. Θα αγοράσει το αυτοκίνητο τώρα που το ~ ~ του., βάζω στην τσέπη (μτφ.): τσεπώνω: Έβαλε ~ εκατομμύρια ευρώ., έχει καβούρια στην τσέπη/η τσέπη του (ειρων.): είναι τσιγκούνης. Πβ. καβουροτσέπης, σπαγγοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσίπης, τσιφούτης, φιλάργυρος., έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου (μτφ.-προφ.): τον έχω υπό τον έλεγχό μου: Με έχει ~ ~ της και με κάνει ό,τι θέλει. Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη.|| (για πράγμα) Έχει το βραβείο/την επιτυχία ~ ~ του (: είναι σίγουρος νικητής)., κοιτάει (μόνο) την τσέπη του (προφ.): ενδιαφέρεται μόνο για το συμφέρον του, συνήθ. οικονομικό., ματώνει η τσέπη (κάποιου) (μτφ.-προφ.): είναι υποχρεωμένος να πληρώσει αδρά, για να αποκτήσει κάτι., με άδειες τσέπες (προφ.): χωρίς χρήματα: γιορτές/διακοπές ~ ~. Γύρισε σπίτι/έμεινε/έφυγε ~ ~., τα σάβανα δεν έχουν τσέπες (γνωμ.): για να δηλωθεί η ματαιότητα συσσώρευσης υλικών αγαθών., βάζω/χώνω (βαθιά) το χέρι στην τσέπη βλ. χέρι, έχει τα δάκρυα/το δάκρυ στο τσεπάκι/στην τσέπη βλ. δάκρυ, με τρύπιες τσέπες βλ. τρύπιος, οι τσέπες του είναι τρύπιες/έχει τρύπιες τσέπες βλ. τρύπιος, σε μέγεθος τσέπης βλ. μέγεθος [< τουρκ. cep, αγγλ. pocket] | |
| 52185 | τσέπωμα | τσέ-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσεπώνω: ~ χρημάτων. ~ των επιδοτήσεων. Πβ. κατάχρηση, υπεξαίρεση. Βλ. αρπαχτή, λάδωμα. | |
| 52186 | τσεπώνω | τσε-πώ-νω ρ. (μτβ.) {τσέπω-σα, τσεπώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, τσεπών-οντας} (προφ.): ιδιοποιούμαι χρήματα: ~σαν μίζες/την κληρονομιά. Τα ~σε γερά/κανονικά/χοντρά. Πβ. ενθυλακώνω, καταχρώμαι, υπεξαιρώ. ΣΥΝ. βάζω στην τσέπη | |
| 52188 | τσέρι | τσέ-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φρουτώδες λικέρ με άρωμα από κεράσι: ~ μπράντι. Σοκολατάκια με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ντοματάκια τσέρι & ντομάτες τσέρι: ντοματίνια. [< αγγλ. cherry (brandy), γαλλ. ~, 1891] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ