| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52180 | τσεμπαλίστας | τσε-μπα-λί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. τσεμπαλίστα κ. τσεμπαλίστρια}: ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει τσέμπαλο. [< ιταλ. cembalista] | |
| 52181 | τσέμπαλο | τσέ-μπα-λο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. νυκτό πληκτροφόρο όργανο που αντικαταστάθηκε από το πιάνο και, παρόλο που δεν έχει την ίδια δυναμική ήχου με αυτό, αποτελεί ιδανικό μέσο για αντιστικτική μουσική: σόλο ~. Ρεσιτάλ ~ου. [< ιταλ. cembalo < μεσν. λατ. (clavi)cymbalum < λατ. cymbalum < αρχ. κύμβαλον] | |
| 52182 | τσεμπέρι | τσε-μπέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΛΑΟΓΡ. μαντίλι κεφαλής, που δένει πίσω στο λαιμό ή πάνω από το μέτωπο και το φορούν κυρ. γυναίκες της υπαίθρου: άσπρο/μαύρο ~. Πβ. κεφαλόδεσμος, μαντίλα, μπόλια, φακιόλι. [< τουρκ. çember] | |
| 52183 | τσένταρ | τσέ-νταρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκληρό τυρί από αγελαδινό γάλα, με κίτρινο ή πορτοκαλί χρώμα, λεία υφή και γεύση που κυμαίνεται από ήπια έως πολύ έντονη, ανάλογα με τον βαθμό ωρίμανσής του: τριμμένο ~. Βλ. γκούντα, έμενταλ, κασέρι, (κεφαλο)γραβιέρα, παρμεζάνα, τσέστερ. [< αγγλ. Cheddar, από την ομώνυμη κωμόπολη] | |
| 52184 | τσέπη | τσέ-πη ουσ. (θηλ.) 1. μέρος συνήθ. ρούχου που μοιάζει με θήκη και χρησιμοποιείται κυρ. για την τοποθέτηση μικρών αντικειμένων: κρυφή/μπροστινή/πίσω/πλαϊνή/τρύπια ~. ~ καγκουρό (: με δύο ανοίγματα για τα χέρια)/με φερμουάρ. Οι ~ες του μπουφάν/παντελονιού. Σακάκι με μικρές/χωρίς ~ες. Έβαλε το πορτοφόλι στην/έβγαλε το σημείωμα από την ~. Του έπεσαν τα κλειδιά από την ~. Περπατά με τα χέρια στις ~ες. Δεν έχω φράγκο στην ~ (= είμαι άφραγκος). Βλ. κωλότσεπη.|| Τσάντα με εξωτερικές ~ες. Σακίδιο/χαρτοφύλακας με εσωτερικές ~ες.|| ~ες στις πλάτες καθισμάτων. 2. (μτφ.) εισόδημα, οικονομική κατάσταση: λύσεις για κάθε ~/για όλες τις ~ες. Έβαλε/ξόδεψε/πλήρωσε από την ~ της χιλιάδες ευρώ. Οι αυξήσεις στις τιμές των οπωροκηπευτικών καίνε/πλήττουν την ~ των καταναλωτών. Δεν θα επιβαρυνθεί η ~ μας. Τα λεφτά θα πάνε στις ~ες των λίγων. Πβ. βαλάντιο, πορτοφόλι. ● τσέπης: για αντικείμενο που έχει μικρές διαστάσεις και κατ' επέκτ. για καθετί που είναι μικρότερο από το κανονικό: αριθμομηχανή/βιβλίο/ημερολόγιο/φακός ~.|| Ρολόγια χειρός και ~ης.|| Θωρηκτό/υποβρύχιο ~. ● Υποκ.: τσεπάκι (το): στη σημ. 1., τσεπούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθιές τσέπες (μτφ.): οικονομική ευρωστία: πελάτες με (αρκετά) ~ ~. Οι έχοντες ~ ~., γεμάτη/φουσκωμένη τσέπη (μτφ.): οικονομική άνεση, πολλά χρήματα: Διαθέτει/έχει ~ ~. Με ~ ~ έφυγε για το εξωτερικό. Πβ. γερό/μεγάλο πορτοφόλι., πάρκο τσέπης βλ. πάρκο, υπολογιστής τσέπης βλ. υπολογιστής ● ΦΡ.: (δεν) (το) αντέχει/σηκώνει η τσέπη μου (μτφ.-προφ.): (δεν) έχω την οικονομική δυνατότητα να πληρώσω κάτι: Το νοίκι είναι πολύ ακριβό, δεν το ~ ~. Θα αγοράσει το αυτοκίνητο τώρα που το ~ ~ του., βάζω στην τσέπη (μτφ.): τσεπώνω: Έβαλε ~ εκατομμύρια ευρώ., έχει καβούρια στην τσέπη/η τσέπη του (ειρων.): είναι τσιγκούνης. Πβ. καβουροτσέπης, σπαγγοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσίπης, τσιφούτης, φιλάργυρος., έχω κάποιον στην τσέπη/στο τσεπάκι μου (μτφ.-προφ.): τον έχω υπό τον έλεγχό μου: Με έχει ~ ~ της και με κάνει ό,τι θέλει. Πβ. είναι/τον έχω του χεριού μου, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη.|| (για πράγμα) Έχει το βραβείο/την επιτυχία ~ ~ του (: είναι σίγουρος νικητής)., κοιτάει (μόνο) την τσέπη του (προφ.): ενδιαφέρεται μόνο για το συμφέρον του, συνήθ. οικονομικό., ματώνει η τσέπη (κάποιου) (μτφ.-προφ.): είναι υποχρεωμένος να πληρώσει αδρά, για να αποκτήσει κάτι., με άδειες τσέπες (προφ.): χωρίς χρήματα: γιορτές/διακοπές ~ ~. Γύρισε σπίτι/έμεινε/έφυγε ~ ~., τα σάβανα δεν έχουν τσέπες (γνωμ.): για να δηλωθεί η ματαιότητα συσσώρευσης υλικών αγαθών., βάζω/χώνω (βαθιά) το χέρι στην τσέπη βλ. χέρι, έχει τα δάκρυα/το δάκρυ στο τσεπάκι/στην τσέπη βλ. δάκρυ, με τρύπιες τσέπες βλ. τρύπιος, οι τσέπες του είναι τρύπιες/έχει τρύπιες τσέπες βλ. τρύπιος, σε μέγεθος τσέπης βλ. μέγεθος [< τουρκ. cep, αγγλ. pocket] | |
| 52185 | τσέπωμα | τσέ-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσεπώνω: ~ χρημάτων. ~ των επιδοτήσεων. Πβ. κατάχρηση, υπεξαίρεση. Βλ. αρπαχτή, λάδωμα. | |
| 52186 | τσεπώνω | τσε-πώ-νω ρ. (μτβ.) {τσέπω-σα, τσεπώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, τσεπών-οντας} (προφ.): ιδιοποιούμαι χρήματα: ~σαν μίζες/την κληρονομιά. Τα ~σε γερά/κανονικά/χοντρά. Πβ. ενθυλακώνω, καταχρώμαι, υπεξαιρώ. ΣΥΝ. βάζω στην τσέπη | |
| 52188 | τσέρι | τσέ-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φρουτώδες λικέρ με άρωμα από κεράσι: ~ μπράντι. Σοκολατάκια με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ντοματάκια τσέρι & ντομάτες τσέρι: ντοματίνια. [< αγγλ. cherry (brandy), γαλλ. ~, 1891] | |
| 52189 | τσέρκι | τσέρ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. στεφάνη βαρελιού και γενικότ. δακτύλιος που περιβάλλει αντικείμενα με κυκλική περιφέρεια· κατ' επέκτ. μεταλλικός ή πλαστικός ιμάντας για τη σύνδεση ή συγκράτηση αντικειμένων: ~ια πολυεστερικά. ~ια συσκευασίας/για οικοδομές. Πβ. στεφάνι. 2. ΖΑΧΑΡ. είδος ταψιού· ειδικότ. βάση για το φορμάρισμα μείγματος κατά τη διαδικασία παρασκευής γλυκού: ~ τετράγωνο/στρογγυλό ανοξείδωτο. ~ ζαχαροπλαστικής. Στρώνουμε την πάστα φλόρα σ' ένα ~. 3. ΛΑΟΓΡ. παιδικό παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες κυλούσαν ένα μεταλλικό ή ξύλινο στεφάνι, σπρώχνοντάς το με μια βέργα· νικητής ανακηρυσσόταν ο παίκτης που θα έφτανε πρώτος στο προκαθορισμένο σημείο. [< ιταλ. cerchio] | |
| 52190 | τσέρουλα | τσέ-ρου-λα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ερμαφρόδιτο ψάρι (επιστ. ονομασ. Spicara flexuosa), με ανοιχτό γκρι χρώμα, χρυσοκίτρινες και γαλάζιες ρίγες και χαρακτηριστική σκούρα κηλίδα στο ραχιαίο πτερύγιο, το οποίο φτάνει μέχρι τα είκοσι εκατοστά και μοιάζει με μαρίδα στην όψη, αλλά είναι λιγότερο εύγευστο. Βλ. μένουλα. | |
| 52191 | τσέστερ | τσέ-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκληρό αγελαδινό τυρί αγγλικής προέλευσης. Βλ. τσένταρ. [< αγγλ. Chester, από την ομώνυμη πόλη] | |
| 52192 | τσετσέ | τσε-τσέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μύγα τσε τσε: ΖΩΟΛ. είδος αφρικανικής μύγας (επιστ. ονομασ. Glossina morsitans, οικογ. Tabanidae) που, ρουφώντας αίμα, αναπαράγεται σε ζεστά και υγρά περιβάλλοντα και μεταδίδει στον άνθρωπο την ασθένεια του ύπνου. Βλ. τρυπανοσωμίαση. ● ΦΡ.: τον τσίμπησε (μύγα) τσε τσε/μύγα/αλογόμυγα (μτφ.-προφ.): για κάποιον που εξοργίζεται ξαφνικά, που αντιδρά αλλοπρόσαλλα: Τι σ' έπιασε και κάνεις έτσι; Μύγα (τσε τσε) σε τσίμπησε; [< γαλλ. tsé-tsé] | |
| 52193 | τσεχικός | , ή, ό τσε-χι-κός επίθ. & (προφ.) τσέχικος, η, ο: που σχετίζεται με την Τσεχία ή/και τους Τσέχους: ~ή: κορόνα. ● Ουσ.: Τσεχικά & (προφ.) Τσέχικα (τα) & (επίσ.) Τσεχική (η): η τσεχική γλώσσα. [< γαλλ. tchèque] | |
| 52194 | Τσέχος, Τσέχα | Τσέ-χος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Τσεχία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την τσεχική υπηκοότητα. [< γαλλ. Tchèque] | |
| 52196 | τσιαπάτα | τσια-πά-τα ουσ. (θηλ. + ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό, άσπρο, παραλληλόγραμμο ψωμί με μικρές και μεγάλες τρύπες στην ψίχα του και αλευρωμένη τραγανή κόρα. Βλ. φοκάτσια. [< ιταλ. ciabatta] | |
| 52197 | τσιαττιστά | τσιατ-τι-στά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. τσιαττιστό} & τσιατιστά: κυπριακές μαντινάδες. Βλ. δίστιχο, κοτσάκι1. | |
| 52198 | τσίβα | βλ. τζίβα | |
| 52199 | τσιγαράδικο | τσι-γα-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλοίο για τη μεταφορά λαθραίων τσιγάρων: Πιάστηκε ~ στο λιμάνι. | |
| 52200 | τσιγαριά | τσι-γα-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τσιγάρο: στριφτή ~. Μια ~ (= ένα τσιγάρο) δρόμος. Βλ. καφεδιά, φραπεδιά. | |
| 52201 | τσιγαρίδες | τσι-γα-ρί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τσιγαρίδα}: τσιγαρισμένα μακρόστενα κομματάκια χοιρινού λίπους: λαχανόπιτα με ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ