| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52202 | τσιγαρίζω | τσι-γα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {τσιγάρι-σα, τσιγαρί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τσιγαρίζ-οντας} 1. ΜΑΓΕΙΡ. τηγανίζω κάτι συνήθ. σε καυτό λάδι, μέχρι να ροδίσει, ανακατεύοντάς το ταυτόχρονα: ~ουμε τον κιμά/το κοτόπουλο/το μπέικον. ~ουμε με βούτυρο/σε σιγανή φωτιά. ~σμένο: κρεμμύδι. Πβ. καβουρδίζω, σοτάρω. 2. (μτφ.-προφ.) {κυρ. μεσοπαθ.} βασανίζω, παιδεύω κάποιον, συνήθ. για πολύ καιρό: Με με ~εις άλλο, δεν σε αντέχω πια. ~ονται στη ζέστη. ΣΥΝ. ταλαιπωρώ, τηγανίζω (2), τσιτσιρίζω, τσουρουφλίζω (2) [< μεσν. τσιγαρίζω] | |
| 52203 | τσιγαρίλα | τσι-γα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσοσμία από τσιγάρο: Τα μαλλιά/ρούχα του βρομάνε ~. Βλ. -ίλα, καπνίλα. | |
| 52204 | τσιγαριλίκι | τσι-γα-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) τσιγαρλίκι (αργκό): στριφτό συνήθ. τσιγάρο, που περιέχει χασίς ή μαριχουάνα. ΣΥΝ. μπάφος [< τουρκ. sιgaralιk] | |
| 52205 | τσιγάρισμα | τσι-γά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσιγαρίζω: λάδι για το ~. Βλ. ζεμάτισμα, τηγάνισμα. ΣΥΝ. καβούρδισμα & καβούρντισμα, σοτάρισμα | |
| 52206 | τσιγαριστός | , ή, ό τσι-γα-ρι-στός επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. τσιγαρισμένος: ~ή: συκωταριά. ~ά: χόρτα. Βλ. γιαχνί. | |
| 52207 | τσιγάρο | τσι-γά-ρο ουσ. (ουδ.) 1. μικρά κομμάτια επεξεργασμένου καπνού τυλιγμένα με ειδικό λεπτό χαρτί σε κυλινδρικό σχήμα: βαρύ/ελαφρύ/σέρτικο ~. ~α με/χωρίς φίλτρο/με χαμηλή περιεκτικότητα σε πίσσα και νικοτίνη. Ο καπνός/η καύτρα/η μυρωδιά του ~ου. Λαθρεμπόριο/μάρκα/παραγωγή ~ων. Κάνω/πίνω ένα ~ (= καπνίζω). Έσβησε το ~ στο τασάκι. Άναβε το ένα ~ μετά το άλλο/πάνω στο άλλο. Η υπόθεση σηκώνει ~. Πβ. σιγαρέτο, στριφτό.|| (συνεκδ.) Πεταμένα ~α (= αποτσίγαρα, γόπες).|| (κατ' επέκτ.) ~ κάνναβης/μαριχουάνας. 2. (συνεκδ.) κάπνισμα: Αρχίζω/σταματώ το ~. Το ~ προκαλεί εθισμό. Κόψτε το ~ μαχαίρι. ● τσιγάρα (τα): πακέτο τσιγάρων: αύξηση εμμέσων φόρων σε ποτά και ~. Πετάχτηκε να πάρει ~ από το περίπτερο. ● Υποκ.: τσιγαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό/ηλεκτρικό τσιγάρο: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που λειτουργεί με επαναφορτιζόμενη μπαταρία, αποτελείται από φίλτρο, το οποίο περιέχει χημικά υγρά αναπλήρωσης, νικοτίνη και αρωματικές ύλες, και ειδικό κυλινδρικό θάλαμο στον οποίο παράγεται ατμός χωρίς τα βλαβερά συστατικά του συμβατικού τσιγάρου. Βλ. άτμισμα. [< αγγλ. electronic cigarette, e-cigarette, 2003, γαλλ. cigarette électronique, εμπορ. ονομασ. vapoteuse, 2011] ● ΦΡ.: ένα τσιγάρο/δυο τσιγάρα δρόμος βλ. δρόμος, στρίβω τσιγάρο βλ. στρίβω [< βεν. cigaro] | |
| 52208 | τσιγαρόβηχας | τσι-γα-ρό-βη-χας ουσ. (αρσ.) (προφ.): βήχας των καπνιστών, ο οποίος είναι πιθανό να οδηγήσει σε χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια: επίμονος/πρωινός ~. Βλ. ξερόβηχας. | |
| 52209 | τσιγαροθήκη | τσι-γα-ρο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. ειδική θήκη τσιγάρων: ασημένια/μεταλλική ~. ~ από γνήσιο δέρμα. Πβ. ταμπακιέρα. Βλ. -θήκη. 2. (καταχρ.) τασάκι: ~ες αυτοκινήτων. Καλάθια αχρήστων µε ~. [< 1: γαλλ. porte-cigares] | |
| 52210 | τσιγαρόχαρτο | τσι-γα-ρό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) 1. πολύ λεπτό χαρτί με το οποίο τυλίγουν τον καπνό συνήθ. στριφτών τσιγάρων. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε διαφανές και λεπτό χαρτί. Πβ. ριζόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. papier à cigarette] | |
| 52211 | τσιγγανάκι | τσιγ-γα-νά-κι ουσ. (ουδ.): παιδί τσιγγάνων. ΣΥΝ. γυφτάκι (1), τσιγγανόπαιδο, τσιγγανόπουλο | |
| 52212 | τσιγγαναριό | τσιγ-γα-να-ριό ουσ. (ουδ.) (μειωτ.) ΣΥΝ. γυφταριό 1. (περιληπτ.) πλήθος από τσιγγάνους και κατ' επέκτ. από ανθρώπους που δεν έχουν μόνιμο τόπο διαμονής. Βλ. -αριό. 2. (μτφ.) βρόμικος, ακατάστατος χώρος: Έχει κάνει το σπίτι ~! Πβ. αχούρι. | |
| 52213 | τσιγγάνικος | , η, ο τσιγ-γά-νι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους τσιγγάνους: ~ος: καταυλισμός. ~η: ζωή (πβ. μποέμικος). ~ο: καραβάνι. Πβ. γύφτικος. ● Ουσ.: τσιγγάνικα (τα): ρομανί. ● ΣΥΜΠΛ.: τσιγγάνικη μουσική: ΜΟΥΣ. παραδοσιακός ήχος της Βοημίας και της Ουγγαρίας, τον οποίο έχουν προσαρμόσει στα ακούσματά τους τσιγγάνοι μουσικοί. | |
| 52214 | τσιγγανόπαιδο | τσιγ-γα-νό-παι-δο ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -αίδων}: τσιγγανάκι: πρόγραμμα για την ένταξη ~αίδων στο σχολείο. Βλ. -παιδο. | |
| 52215 | τσιγγανόπουλο | τσιγ-γα-νό-που-λο ουσ. (ουδ.) , τσιγγανοπούλα (η): νεαρός τσιγγάνος ή παιδί τσιγγάνων. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. γυφτόπουλο, τσιγγανάκι | |
| 52216 | τσιγγάνος, τσιγγάνα | τσιγ-γά-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος νομαδικού λαού, που μετανάστευσε από την Ινδία και ζει κυρ. στην Ευρώπη, συχνά θύμα διακρίσεων και κοινωνικού αποκλεισμού: καταυλισμός ~ων. Γυρίζει/ζει σαν τον ~ο (: μετακινείται συνεχώς).|| (ως επίθ.) Δεξιοτέχνης ~ κιθαρίστας. ΣΥΝ. αθίγγανος, αθίγγανη, γύφτος, γύφτισσα (1), κατσίβελος, κατσιβέλα, Ρομά [< μεσν. ατσίγγανος, γαλλ.-αγγλ. tzigane, γερμ. Zigeuner] | |
| 52217 | τσιγγούνης | βλ. τσιγκούνης | |
| 52218 | τσιγκελάκι | τσι-γκε-λά-κι ουσ. (ουδ.): βελονάκι που απολήγει σε άγκιστρο και χρησιμοποιείται στο πλέξιμο δαντέλας. | |
| 52219 | τσιγκέλι | τσι-γκέ-λι ουσ. (ουδ.): σιδερένιο άγκιστρο σε σφαγεία ή κρεοπωλεία· γενικότ. αντίστοιχο εργαλείο για την ανέλκυση αντικειμένων από μεγάλο βάθος. Πβ. γάντζος. Βλ. αρπάγη. ● Υποκ.: τσιγκελάκι (το) ● ΦΡ.: του τα βγάζω με το τσιγκέλι (προφ.): του αποσπώ πληροφορίες με μεγάλη δυσκολία: Άντε, βρε παιδί μου, μίλα, με το τσιγκέλι θα στα βγάλω; [< τουρκ. çengel] | |
| 52220 | τσιγκελωτός | , ή, ό τσι-γκε-λω-τός επίθ.: που είναι όμοιος με τσιγκέλι: ~ό: μουστάκι. | |
| 52221 | τσίγκινος | , η, ο τσί-γκι-νος επίθ.: που είναι από τσίγκο: ~η: παράγκα/στέγη/ταμπέλα. ~ο: κουτί/παιχνίδι/υπόστεγο.|| (μτφ.) ~ος: ήχος (= μεταλλικός). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ