Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52700-52720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52189τσέρκιτσέρ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. στεφάνη βαρελιού και γενικότ. δακτύλιος που περιβάλλει αντικείμενα με κυκλική περιφέρεια· κατ' επέκτ. μεταλλικός ή πλαστικός ιμάντας για τη σύνδεση ή συγκράτηση αντικειμένων: ~ια πολυεστερικά. ~ια συσκευασίας/για οικοδομές. Πβ. στεφάνι. 2. ΖΑΧΑΡ. είδος ταψιού· ειδικότ. βάση για το φορμάρισμα μείγματος κατά τη διαδικασία παρασκευής γλυκού: ~ τετράγωνο/στρογγυλό ανοξείδωτο. ~ ζαχαροπλαστικής. Στρώνουμε την πάστα φλόρα σ' ένα ~. 3. ΛΑΟΓΡ. παιδικό παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες κυλούσαν ένα μεταλλικό ή ξύλινο στεφάνι, σπρώχνοντάς το με μια βέργα· νικητής ανακηρυσσόταν ο παίκτης που θα έφτανε πρώτος στο προκαθορισμένο σημείο. [< ιταλ. cerchio]
52190τσέρουλατσέ-ρου-λα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ερμαφρόδιτο ψάρι (επιστ. ονομασ. Spicara flexuosa), με ανοιχτό γκρι χρώμα, χρυσοκίτρινες και γαλάζιες ρίγες και χαρακτηριστική σκούρα κηλίδα στο ραχιαίο πτερύγιο, το οποίο φτάνει μέχρι τα είκοσι εκατοστά και μοιάζει με μαρίδα στην όψη, αλλά είναι λιγότερο εύγευστο. Βλ. μένουλα.
52191τσέστερτσέ-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκληρό αγελαδινό τυρί αγγλικής προέλευσης. Βλ. τσένταρ. [< αγγλ. Chester, από την ομώνυμη πόλη]
52192τσετσέτσε-τσέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μύγα τσε τσε: ΖΩΟΛ. είδος αφρικανικής μύγας (επιστ. ονομασ. Glossina morsitans, οικογ. Tabanidae) που, ρουφώντας αίμα, αναπαράγεται σε ζεστά και υγρά περιβάλλοντα και μεταδίδει στον άνθρωπο την ασθένεια του ύπνου. Βλ. τρυπανοσωμίαση. ● ΦΡ.: τον τσίμπησε (μύγα) τσε τσε/μύγα/αλογόμυγα (μτφ.-προφ.): για κάποιον που εξοργίζεται ξαφνικά, που αντιδρά αλλοπρόσαλλα: Τι σ' έπιασε και κάνεις έτσι; Μύγα (τσε τσε) σε τσίμπησε; [< γαλλ. tsé-tsé]
52193τσεχικός, ή, ό τσε-χι-κός επίθ. & (προφ.) τσέχικος, η, ο: που σχετίζεται με την Τσεχία ή/και τους Τσέχους: ~ή: κορόνα. ● Ουσ.: Τσεχικά & (προφ.) Τσέχικα (τα) & (επίσ.) Τσεχική (η): η τσεχική γλώσσα. [< γαλλ. tchèque]
52194Τσέχος, ΤσέχαΤσέ-χος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Τσεχία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την τσεχική υπηκοότητα. [< γαλλ. Tchèque]
52196τσιαπάτατσια-πά-τα ουσ. (θηλ. + ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό, άσπρο, παραλληλόγραμμο ψωμί με μικρές και μεγάλες τρύπες στην ψίχα του και αλευρωμένη τραγανή κόρα. Βλ. φοκάτσια. [< ιταλ. ciabatta]
52197τσιαττιστάτσιατ-τι-στά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. τσιαττιστό} & τσιατιστά: κυπριακές μαντινάδες. Βλ. δίστιχο, κοτσάκι1.
52198τσίβαβλ. τζίβα
52199τσιγαράδικοτσι-γα-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλοίο για τη μεταφορά λαθραίων τσιγάρων: Πιάστηκε ~ στο λιμάνι.
52200τσιγαριάτσι-γα-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τσιγάρο: στριφτή ~. Μια ~ (= ένα τσιγάρο) δρόμος. Βλ. καφεδιά, φραπεδιά.
52201τσιγαρίδεςτσι-γα-ρί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τσιγαρίδα}: τσιγαρισμένα μακρόστενα κομματάκια χοιρινού λίπους: λαχανόπιτα με ~.
52202τσιγαρίζωτσι-γα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {τσιγάρι-σα, τσιγαρί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τσιγαρίζ-οντας} 1. ΜΑΓΕΙΡ. τηγανίζω κάτι συνήθ. σε καυτό λάδι, μέχρι να ροδίσει, ανακατεύοντάς το ταυτόχρονα: ~ουμε τον κιμά/το κοτόπουλο/το μπέικον. ~ουμε με βούτυρο/σε σιγανή φωτιά. ~σμένο: κρεμμύδι. Πβ. καβουρδίζω, σοτάρω. 2. (μτφ.-προφ.) {κυρ. μεσοπαθ.} βασανίζω, παιδεύω κάποιον, συνήθ. για πολύ καιρό: Με με ~εις άλλο, δεν σε αντέχω πια. ~ονται στη ζέστη. ΣΥΝ. ταλαιπωρώ, τηγανίζω (2), τσιτσιρίζω, τσουρουφλίζω (2) [< μεσν. τσιγαρίζω]
52203τσιγαρίλατσι-γα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσοσμία από τσιγάρο: Τα μαλλιά/ρούχα του βρομάνε ~. Βλ. -ίλα, καπνίλα.
52204τσιγαριλίκιτσι-γα-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) τσιγαρλίκι (αργκό): στριφτό συνήθ. τσιγάρο, που περιέχει χασίς ή μαριχουάνα. ΣΥΝ. μπάφος [< τουρκ. sιgaralιk]
52205τσιγάρισματσι-γά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσιγαρίζω: λάδι για το ~. Βλ. ζεμάτισμα, τηγάνισμα. ΣΥΝ. καβούρδισμα & καβούρντισμα, σοτάρισμα
52206τσιγαριστός, ή, ό τσι-γα-ρι-στός επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. τσιγαρισμένος: ~ή: συκωταριά. ~ά: χόρτα. Βλ. γιαχνί.
52207τσιγάροτσι-γά-ρο ουσ. (ουδ.) 1. μικρά κομμάτια επεξεργασμένου καπνού τυλιγμένα με ειδικό λεπτό χαρτί σε κυλινδρικό σχήμα: βαρύ/ελαφρύ/σέρτικο ~. ~α με/χωρίς φίλτρο/με χαμηλή περιεκτικότητα σε πίσσα και νικοτίνη. Ο καπνός/η καύτρα/η μυρωδιά του ~ου. Λαθρεμπόριο/μάρκα/παραγωγή ~ων. Κάνω/πίνω ένα ~ (= καπνίζω). Έσβησε το ~ στο τασάκι. Άναβε το ένα ~ μετά το άλλο/πάνω στο άλλο. Η υπόθεση σηκώνει ~. Πβ. σιγαρέτο, στριφτό.|| (συνεκδ.) Πεταμένα ~α (= αποτσίγαρα, γόπες).|| (κατ' επέκτ.) ~ κάνναβης/μαριχουάνας. 2. (συνεκδ.) κάπνισμα: Αρχίζω/σταματώ το ~. Το ~ προκαλεί εθισμό. Κόψτε το ~ μαχαίρι.τσιγάρα (τα): πακέτο τσιγάρων: αύξηση εμμέσων φόρων σε ποτά και ~. Πετάχτηκε να πάρει ~ από το περίπτερο. ● Υποκ.: τσιγαράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό/ηλεκτρικό τσιγάρο: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που λειτουργεί με επαναφορτιζόμενη μπαταρία, αποτελείται από φίλτρο, το οποίο περιέχει χημικά υγρά αναπλήρωσης, νικοτίνη και αρωματικές ύλες, και ειδικό κυλινδρικό θάλαμο στον οποίο παράγεται ατμός χωρίς τα βλαβερά συστατικά του συμβατικού τσιγάρου. Βλ. άτμισμα. [< αγγλ. electronic cigarette, e-cigarette, 2003, γαλλ. cigarette électronique, εμπορ. ονομασ. vapoteuse, 2011] ● ΦΡ.: ένα τσιγάρο/δυο τσιγάρα δρόμος βλ. δρόμος, στρίβω τσιγάρο βλ. στρίβω [< βεν. cigaro]
52208τσιγαρόβηχαςτσι-γα-ρό-βη-χας ουσ. (αρσ.) (προφ.): βήχας των καπνιστών, ο οποίος είναι πιθανό να οδηγήσει σε χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια: επίμονος/πρωινός ~. Βλ. ξερόβηχας.
52209τσιγαροθήκητσι-γα-ρο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. ειδική θήκη τσιγάρων: ασημένια/μεταλλική ~. ~ από γνήσιο δέρμα. Πβ. ταμπακιέρα. Βλ. -θήκη. 2. (καταχρ.) τασάκι: ~ες αυτοκινήτων. Καλάθια αχρήστων µε ~. [< 1: γαλλ. porte-cigares]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.