Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52720-52740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52210τσιγαρόχαρτοτσι-γα-ρό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) 1. πολύ λεπτό χαρτί με το οποίο τυλίγουν τον καπνό συνήθ. στριφτών τσιγάρων. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε διαφανές και λεπτό χαρτί. Πβ. ριζόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. papier à cigarette]
52211τσιγγανάκιτσιγ-γα-νά-κι ουσ. (ουδ.): παιδί τσιγγάνων. ΣΥΝ. γυφτάκι (1), τσιγγανόπαιδο, τσιγγανόπουλο
52212τσιγγαναριότσιγ-γα-να-ριό ουσ. (ουδ.) (μειωτ.) ΣΥΝ. γυφταριό 1. (περιληπτ.) πλήθος από τσιγγάνους και κατ' επέκτ. από ανθρώπους που δεν έχουν μόνιμο τόπο διαμονής. Βλ. -αριό. 2. (μτφ.) βρόμικος, ακατάστατος χώρος: Έχει κάνει το σπίτι ~! Πβ. αχούρι.
52213τσιγγάνικος, η, ο τσιγ-γά-νι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους τσιγγάνους: ~ος: καταυλισμός. ~η: ζωή (πβ. μποέμικος). ~ο: καραβάνι. Πβ. γύφτικος. ● Ουσ.: τσιγγάνικα (τα): ρομανί. ● ΣΥΜΠΛ.: τσιγγάνικη μουσική: ΜΟΥΣ. παραδοσιακός ήχος της Βοημίας και της Ουγγαρίας, τον οποίο έχουν προσαρμόσει στα ακούσματά τους τσιγγάνοι μουσικοί.
52214τσιγγανόπαιδοτσιγ-γα-νό-παι-δο ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -αίδων}: τσιγγανάκι: πρόγραμμα για την ένταξη ~αίδων στο σχολείο. Βλ. -παιδο.
52215τσιγγανόπουλοτσιγ-γα-νό-που-λο ουσ. (ουδ.) , τσιγγανοπούλα (η): νεαρός τσιγγάνος ή παιδί τσιγγάνων. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. γυφτόπουλο, τσιγγανάκι
52216τσιγγάνος, τσιγγάνατσιγ-γά-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος νομαδικού λαού, που μετανάστευσε από την Ινδία και ζει κυρ. στην Ευρώπη, συχνά θύμα διακρίσεων και κοινωνικού αποκλεισμού: καταυλισμός ~ων. Γυρίζει/ζει σαν τον ~ο (: μετακινείται συνεχώς).|| (ως επίθ.) Δεξιοτέχνης ~ κιθαρίστας. ΣΥΝ. αθίγγανος, αθίγγανη, γύφτος, γύφτισσα (1), κατσίβελος, κατσιβέλα, Ρομά [< μεσν. ατσίγγανος, γαλλ.-αγγλ. tzigane, γερμ. Zigeuner]
52217τσιγγούνηςβλ. τσιγκούνης
52218τσιγκελάκιτσι-γκε-λά-κι ουσ. (ουδ.): βελονάκι που απολήγει σε άγκιστρο και χρησιμοποιείται στο πλέξιμο δαντέλας.
52219τσιγκέλιτσι-γκέ-λι ουσ. (ουδ.): σιδερένιο άγκιστρο σε σφαγεία ή κρεοπωλεία· γενικότ. αντίστοιχο εργαλείο για την ανέλκυση αντικειμένων από μεγάλο βάθος. Πβ. γάντζος. Βλ. αρπάγη. ● Υποκ.: τσιγκελάκι (το) ● ΦΡ.: του τα βγάζω με το τσιγκέλι (προφ.): του αποσπώ πληροφορίες με μεγάλη δυσκολία: Άντε, βρε παιδί μου, μίλα, με το τσιγκέλι θα στα βγάλω; [< τουρκ. çengel]
52220τσιγκελωτός, ή, ό τσι-γκε-λω-τός επίθ.: που είναι όμοιος με τσιγκέλι: ~ό: μουστάκι.
52221τσίγκινος, η, ο τσί-γκι-νος επίθ.: που είναι από τσίγκο: ~η: παράγκα/στέγη/ταμπέλα. ~ο: κουτί/παιχνίδι/υπόστεγο.|| (μτφ.) ~ος: ήχος (= μεταλλικός).
52222τσιγκλάωτσι-γκλά-ω ρ. (μτβ.) {τσιγκλ-άς ... | τσίγκλ-ησα, -ήσει, -ώντας} & τσιγκλώ & τσιγκλίζω {τσίγκλισα} (προφ.) 1. (μτφ.) προκαλώ την αντίδραση και το ξέσπασμα κάποιου, με λόγια, πειράγματα και επιμονή: Άσε με να πάω για ύπνο και μη με ~άς! Πβ. εκνευρίζω, ενοχλώ, ερεθίζω, πειράζω. 2. κεντρίζω ζώο, για να προχωρήσει: ~ησε το μουλάρι.
52223τσίγκλισματσί-γκλι-σμα ουσ. (ουδ.) {τσιγκλίσματα} & (σπάν.) τσίγκλημα: η ενέργεια ή και το αποτέλεσμα του τσιγκλάω.
52224τσιγκλώβλ. τσιγκλάω
52225τσιγκογραφείο[τσιγκογραφεῖο] τσι-γκο-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΥΠΟΓΡ. εργαστήριο τσιγκογραφίας.
52226τσιγκογραφίατσι-γκο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική χάραξης και εκτύπωσης εικόνων και κειμένων σε πλάκα τσίγκου και συνεκδ. ό,τι εκτυπώνεται με αυτό τον τρόπο: έγχρωμες ~ες. Βλ. -γραφία, φωτο~. [< γαλλ. zincographie, αγγλ. zincography]
52227τσιγκογράφοςτσι-γκο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στην τσιγκογραφία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. zincographe, αγγλ. zincographer, γερμ. Zinkograph]
52228τσίγκοςτσί-γκος ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. (προφ.) ψευδάργυρος: ~ σε σκόνη. 2. ΤΥΠΟΓΡ. (συνεκδ.) πλάκα εκτύπωσης από ψευδάργυρο ή άλλα μέταλλα: θερμικοί ~οι. Εμφανιστήριο ~ων. 3. (συνεκδ.) λεπτό φύλλο ψευδαργύρου ή οτιδήποτε έχει αντίστοιχη επικάλυψη: στέγη από ~ους. Αυλή σκεπασμένη με ~ους. [< ιταλ. zinco]
52229τσιγκουνεύομαιτσι-γκου-νεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {τσιγκουνεύ-τηκα}: είμαι τσιγκούνης: ~τηκε να πάρει καινούργια ρούχα.|| (μτφ.-προφ.) ~εται την (= είναι φειδωλός στην) αγάπη. ΑΝΤ. σπαταλώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.