| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52222 | τσιγκλάω | τσι-γκλά-ω ρ. (μτβ.) {τσιγκλ-άς ... | τσίγκλ-ησα, -ήσει, -ώντας} & τσιγκλώ & τσιγκλίζω {τσίγκλισα} (προφ.) 1. (μτφ.) προκαλώ την αντίδραση και το ξέσπασμα κάποιου, με λόγια, πειράγματα και επιμονή: Άσε με να πάω για ύπνο και μη με ~άς! Πβ. εκνευρίζω, ενοχλώ, ερεθίζω, πειράζω. 2. κεντρίζω ζώο, για να προχωρήσει: ~ησε το μουλάρι. | |
| 52223 | τσίγκλισμα | τσί-γκλι-σμα ουσ. (ουδ.) {τσιγκλίσματα} & (σπάν.) τσίγκλημα: η ενέργεια ή και το αποτέλεσμα του τσιγκλάω. | |
| 52224 | τσιγκλώ | βλ. τσιγκλάω | |
| 52225 | τσιγκογραφείο | [τσιγκογραφεῖο] τσι-γκο-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΥΠΟΓΡ. εργαστήριο τσιγκογραφίας. | |
| 52226 | τσιγκογραφία | τσι-γκο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική χάραξης και εκτύπωσης εικόνων και κειμένων σε πλάκα τσίγκου και συνεκδ. ό,τι εκτυπώνεται με αυτό τον τρόπο: έγχρωμες ~ες. Βλ. -γραφία, φωτο~. [< γαλλ. zincographie, αγγλ. zincography] | |
| 52227 | τσιγκογράφος | τσι-γκο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικός στην τσιγκογραφία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. zincographe, αγγλ. zincographer, γερμ. Zinkograph] | |
| 52228 | τσίγκος | τσί-γκος ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. (προφ.) ψευδάργυρος: ~ σε σκόνη. 2. ΤΥΠΟΓΡ. (συνεκδ.) πλάκα εκτύπωσης από ψευδάργυρο ή άλλα μέταλλα: θερμικοί ~οι. Εμφανιστήριο ~ων. 3. (συνεκδ.) λεπτό φύλλο ψευδαργύρου ή οτιδήποτε έχει αντίστοιχη επικάλυψη: στέγη από ~ους. Αυλή σκεπασμένη με ~ους. [< ιταλ. zinco] | |
| 52229 | τσιγκουνεύομαι | τσι-γκου-νεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {τσιγκουνεύ-τηκα}: είμαι τσιγκούνης: ~τηκε να πάρει καινούργια ρούχα.|| (μτφ.-προφ.) ~εται την (= είναι φειδωλός στην) αγάπη. ΑΝΤ. σπαταλώ | |
| 52230 | τσιγκούνης | , α, ικο τσι-γκού-νης επίθ./ουσ. {τσιγκούνηδες} & τσιγγούνης: που δύσκολα δίνει ή ξοδεύει χρήματα για οποιονδήποτε σκοπό: Είναι τόσο ~ που μετράει και το τελευταίο ευρώ. (ως ουσ.) Αγόρασε κάτι κι εσύ, βρε ~η! Πβ. εξηνταβελόνης, καβουροτσέπης, μίζερος, σπαγγοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσίπης, τσιφούτης, φιλάργυρος, δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό. ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης.|| (μτφ.-προφ.) ~ στα αισθήματα. ~ στη βαθμολογία/στους επαίνους (= φειδωλός, υπέρμετρα συγκρατημένος). ΑΝΤ. γαλαντόμος, γενναιόδωρος (1), σπάταλος (1), χουβαρντάς ● Μεγεθ.: τσιγκούναρος (ο) [< τουρκ. çingene] | |
| 52231 | τσιγκουνιά | τσι-γκου-νιά ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ή (συνεκδ.-κυρ. στον πληθ.) οι πράξεις του τσιγκούνη: μεγάλη ~. Η ~ του δεν λέγεται/περιγράφεται! Πβ. τσιφουτιά, φιλαργυρία.|| Δεν κάνει ~ιές.|| (μτφ.-προφ.) Συναισθηματική ~ (: ένδειξη μικρότητας). ΑΝΤ. απλοχεριά, γαλαντομία, γενναιοδωρία, σπατάλη | |
| 52232 | τσιγκούνικος | , η, ο τσι-γκού-νι-κος επίθ.: που αναφέρεται στον τσιγκούνη: ~ες: παροχές. Πβ. φειδωλός. ΑΝΤ. απλόχερος, γενναιόδωρος (2) ● επίρρ.: τσιγκούνικα | |
| 52233 | τσιζκέικ | τσιζ-κέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσιζ κέικ: ΖΑΧΑΡ. γλυκό με τυρί κρέμα πάνω σε βάση από τριμμένο μπισκότο, με επικάλυψη συνήθ. βύσσινο: ~ φούρνου. ~ με φρέσκα φρούτα/φράουλα. Παγωτό με γεύση ~. [< αγγλ. cheesecake, γαλλ. cheese-cake, 1979] | |
| 52234 | τσίζμπεργκερ | τσίζ-μπερ-γκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσίζμπουργκερ: ΜΑΓΕΙΡ. χάμπουργκερ με τυρί: διπλό ~ (: με δύο μπιφτέκια). ~ με πατάτες τηγανητές. Βλ. μπέργκερ. [< αμερικ. cheeseburger, 1928 < cheese + (ham)burger, γαλλ. ~, 1972] | |
| 52235 | τσικ τσικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσικ τσακ: ήχος που δηλώνει τρίξιμο ξύλου, τσαλάκωμα χαρτιού, θόρυβο μηχανής ή κόψιμο υλικού: Ακούγεται ένα ~ ~. ΣΥΝ. τσάκα τσούκα [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 52236 | τσικάλι | βλ. τσουκάλι | |
| 52237 | τσικλιτάρα | τσι-κλι-τά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ΟΡΝΙΘ. δρυοκολάπτης. | |
| 52238 | τσίκνα | τσί-κνα ουσ. (θηλ.): καπνός και οσμή από ψήσιμο κρέατος κυρ. στα κάρβουνα. Πβ. κνίσα. [< μεσν. τσίκνα] | |
| 52239 | τσικνιάς | τσι-κνιάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. διάφορα είδη ερωδιού. Βλ. σταχτο~. Πβ. αργυρο~/γραμμο~/θαλασο~/κρυπτο~/λευκο~/μικρο~/πορφυρο~/σταχτο~. | |
| 52240 | τσικνίζω | τσι-κνί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσίκνι-σα, τσικνί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τσικνίζ-οντας} (προφ.) 1. βγαίνω για φαγητό και διασκέδαση την Τσικνοπέμπτη: Πού θα (το) ~σουμε; 2. ψήνω κρέας, ώστε να μυρίσει τσίκνα: ~σμένα: κοψίδια.|| Οι μπριζόλες ~σαν. | |
| 52241 | τσίκνισμα | τσί-κνι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσικνίζω: καλό ~! |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ