| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52242 | τσικνόπαπια | τσι-κνό-πα-πια ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος αγριόπαπιας (επιστ. ονομασ. Aythya fuligula), που έχει λευκή κοιλιά, μαύρο το υπόλοιπο σώμα και χαρακτηριστικό λοφίο, όταν είναι αρσενική, και καφέ χρώμα παντού, όταν είναι θηλυκή. | |
| 52243 | Τσικνοπέμπτη | Τσι-κνο-πέ-μπτη ουσ. (θηλ.) (προφ.): η Πέμπτη της Κρεατινής, η οποία γιορτάζεται με κατανάλωση (τσικνισμένου) κρέατος, κυρ. με έξοδο σε ταβέρνες. | |
| 52244 | τσικό | τσι-κό ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: παιδική ή εφηβική ομάδα ποδοσφαιρικού σωματείου: Μικρός έπαιζε στα ~. [< ισπ. chico] | |
| 52245 | τσίκορε | & (σπάν.) τσικορέ βλ. σικορέ | |
| 52246 | τσικουδιά | τσι-κου-διά ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τσίπουρο που παράγεται κυρ. στην Κρήτη: δυνατή/ζεστή ~. Γιορτή ~ιάς. (συνεκδ., ποτήρι ~:) Οι ~ιές έφταναν η μία μετά την άλλη. Πβ. ρακή. 2. ΒΟΤ. τερέβινθος. | |
| 52247 | τσίκουδο | τσί-κου-δο ουσ. (ουδ.) 1. {στον πληθ.} (διαλεκτ.) στέμφυλα: η απόσταξη των ~ων (βλ. τσικουδιά). 2. ΒΟΤ. ο καρπός της τσικουδιάς: νόστιμα και μυρωδάτα ~α. | |
| 52248 | τσιλημπουρδίζω | βλ. τσιλιμπουρδίζω | |
| 52249 | τσιλημπούρδισμα | βλ. τσιλιμπούρδισμα | |
| 52250 | τσίλι | τσί-λι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μικρή κόκκινη καυτερή πιπεριά, χαρακτηριστική της μεξικανικής κουζίνας· η αντίστοιχη σάλτσα: αποξηραμένα ~. Σκόνη ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Χταπόδι με ~ και λεμόνι. Βλ. κάρι, μπούκοβο, ταμπάσκο. ● ΣΥΜΠΛ.: τσίλι κον κάρνε: ΜΑΓΕΙΡ. κιμάς ψημένος στην κατσαρόλα μαζί με κρεμμύδια, ντομάτες, τσίλι, σκόρδο, κόκκινα φασόλια και μπαχαρικά. [< αγγλ. chilli, γαλλ. chile, chili, διαδόθηκε περ. το 1950] | |
| 52251 | τσίλια | τσί-λια ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): σκοπιά, επιφυλακή· κυρ. στις ● ΦΡ.: κρατάω/φυλάω τσίλιες: παραφυλάω, ώστε οι συνεργοί μου να μη γίνουν αντιληπτοί κατά την εκτέλεση αξιόποινης ή γενικότ. παραβατικής πράξης., στην τσίλια (αργκό): σε εγρήγορση: Είναι ~ ~ λόγω εξεταστικής (: σε ένταση). [< ιταλ. ουδ. ciglio, πληθ. ciglia] | |
| 52252 | τσιλιαδόρος | τσι-λια-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): αυτός που κρατάει τσίλιες: ~ συμμορίας. Ο ~ κόβει βόλτες. Βλ. -αδόρος, πέφτει σύρμα. | |
| 52253 | τσιλιβήθρα | τσι-λι-βή-θρα ουσ. (θηλ.) , τσιλιβήθρας (ο) 1. (μτφ.-προφ.) (συνήθ. για παιδί ή γυναίκα) μικροκαμωμένο/η και πολύ αδύνατο/η. 2. ΟΡΝΙΘ. σουσουράδα. | |
| 52254 | τσιλίκι | τσι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & τσελίκι (λαϊκό) 1. ατσάλι. 2. (μτφ.) που έχει σιδερένια υγεία, πολύ γερός. 3. ξυλίκι. [< τουρκ. çelik] | |
| 52255 | τσίλικος | , η, ο τσί-λι-κος επίθ. (λαϊκό): που είναι εντελώς καινούργιος και γυαλιστερός· κατ' επέκτ. που έχει ωραία εμφάνιση: ~η: μηχανή. Το αμάξι ήταν φρεσκοβαμμένο και ~ο (= αστραφτερό). Πβ. μπάνικος, χάρμα οφθαλμών. ● επίρρ.: τσίλικα: τέλεια: Πάμε και θα περάσουμε ~ (= μέγκλα)! [< τουρκ. çil] | |
| 52256 | τσιλιμπουρδίζω | τσι-λι-μπουρ-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {τσιλιμπούρδισα, συνήθ. στον ενεστ.} & τσιλημπουρδίζω (λαϊκό): κάνω ερωτικά παιχνίδια και απιστίες, ερωτοτροπώ: Βγαίνει ραντεβού και ~ει. [< μεσν. τσιληπουρδώ] | |
| 52257 | τσιλιμπούρδισμα | τσι-λι-μπούρ-δι-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) τσιλημπούρδισμα (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσιλιμπουρδίζω: εξωσυζυγικά ~ίσματα. Πβ. ερωτο-δουλειά, -τροπία. [< μεσν. τσιληπούρδισμα] | |
| 52258 | τσίμα τσίμα | τσί-μα επίρρ. (προφ.) 1. με μεγάλη δυσκολία, οριακά, μόλις και μετά βίας: Τα καταφέρνουν/τα φέρνουν βόλτα ~ ~. Είμαι ~ ~ (= δεν βγαίνω οικονομικά). Τα αυτοκίνητα ~ ~ περνάνε από το στενό. Η φούστα τής χωράει ~ ~ (= της είναι στενή). ΣΥΝ. ίσα ίσα (1), με το ζόρι (2) 2. (σπάν.) άκρη άκρη: Περπατάει ~ ~. | |
| 52259 | τσιμένι | τσι-μέ-νι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. πολτός από καρυκεύματα και σκόρδο, που χρησιμοποιείται κυρ. ως περίβλημα του παστουρμά: μοσχαράκι φιλέτο με ~. [< τουρκ. çemen] | |
| 52260 | τσιμεντάδικο | τσι-με-ντά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΝΑΥΤ. πλοίο για τη μεταφορά τσιμέντου: ~ (ξε)φορτώνει στο λιμάνι.|| (ως επίθ.) ~ καράβι. 2. εργοστάσιο που παράγει τσιμέντο: οι εγκαταστάσεις του ~ου. Πβ. τσιμεντοβιομηχανία. Βλ. -άδικο. | |
| 52261 | τσιμεντάρισμα | τσι-με-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσιμεντάρω: ~ της ακτής. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τσιμεντόστρωση, τσιμέντωμα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ