Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52740-52760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52230τσιγκούνης, α, ικο τσι-γκού-νης επίθ./ουσ. {τσιγκούνηδες} & τσιγγούνης: που δύσκολα δίνει ή ξοδεύει χρήματα για οποιονδήποτε σκοπό: Είναι τόσο ~ που μετράει και το τελευταίο ευρώ. (ως ουσ.) Αγόρασε κάτι κι εσύ, βρε ~η! Πβ. εξηνταβελόνης, καβουροτσέπης, μίζερος, σπαγγοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσίπης, τσιφούτης, φιλάργυρος, δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό. ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης.|| (μτφ.-προφ.) ~ στα αισθήματα. ~ στη βαθμολογία/στους επαίνους (= φειδωλός, υπέρμετρα συγκρατημένος). ΑΝΤ. γαλαντόμος, γενναιόδωρος (1), σπάταλος (1), χουβαρντάς ● Μεγεθ.: τσιγκούναρος (ο) [< τουρκ. çingene]
52231τσιγκουνιάτσι-γκου-νιά ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ή (συνεκδ.-κυρ. στον πληθ.) οι πράξεις του τσιγκούνη: μεγάλη ~. Η ~ του δεν λέγεται/περιγράφεται! Πβ. τσιφουτιά, φιλαργυρία.|| Δεν κάνει ~ιές.|| (μτφ.-προφ.) Συναισθηματική ~ (: ένδειξη μικρότητας). ΑΝΤ. απλοχεριά, γαλαντομία, γενναιοδωρία, σπατάλη
52232τσιγκούνικος, η, ο τσι-γκού-νι-κος επίθ.: που αναφέρεται στον τσιγκούνη: ~ες: παροχές. Πβ. φειδωλός. ΑΝΤ. απλόχερος, γενναιόδωρος (2) ● επίρρ.: τσιγκούνικα
52233τσιζκέικτσιζ-κέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσιζ κέικ: ΖΑΧΑΡ. γλυκό με τυρί κρέμα πάνω σε βάση από τριμμένο μπισκότο, με επικάλυψη συνήθ. βύσσινο: ~ φούρνου. ~ με φρέσκα φρούτα/φράουλα. Παγωτό με γεύση ~. [< αγγλ. cheesecake, γαλλ. cheese-cake, 1979]
52234τσίζμπεργκερτσίζ-μπερ-γκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσίζμπουργκερ: ΜΑΓΕΙΡ. χάμπουργκερ με τυρί: διπλό ~ (: με δύο μπιφτέκια). ~ με πατάτες τηγανητές. Βλ. μπέργκερ. [< αμερικ. cheeseburger, 1928 < cheese + (ham)burger, γαλλ. ~, 1972]
52235τσικ τσικουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσικ τσακ: ήχος που δηλώνει τρίξιμο ξύλου, τσαλάκωμα χαρτιού, θόρυβο μηχανής ή κόψιμο υλικού: Ακούγεται ένα ~ ~. ΣΥΝ. τσάκα τσούκα [< λ. ηχομιμητ.]
52236τσικάλιβλ. τσουκάλι
52237τσικλιτάρατσι-κλι-τά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ΟΡΝΙΘ. δρυοκολάπτης.
52238τσίκνατσί-κνα ουσ. (θηλ.): καπνός και οσμή από ψήσιμο κρέατος κυρ. στα κάρβουνα. Πβ. κνίσα. [< μεσν. τσίκνα]
52239τσικνιάςτσι-κνιάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. διάφορα είδη ερωδιού. Βλ. σταχτο~. Πβ. αργυρο~/γραμμο~/θαλασο~/κρυπτο~/λευκο~/μικρο~/πορφυρο~/σταχτο~.
52240τσικνίζωτσι-κνί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσίκνι-σα, τσικνί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, τσικνίζ-οντας} (προφ.) 1. βγαίνω για φαγητό και διασκέδαση την Τσικνοπέμπτη: Πού θα (το) ~σουμε; 2. ψήνω κρέας, ώστε να μυρίσει τσίκνα: ~σμένα: κοψίδια.|| Οι μπριζόλες ~σαν.
52241τσίκνισματσί-κνι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσικνίζω: καλό ~!
52242τσικνόπαπιατσι-κνό-πα-πια ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. είδος αγριόπαπιας (επιστ. ονομασ. Aythya fuligula), που έχει λευκή κοιλιά, μαύρο το υπόλοιπο σώμα και χαρακτηριστικό λοφίο, όταν είναι αρσενική, και καφέ χρώμα παντού, όταν είναι θηλυκή.
52243ΤσικνοπέμπτηΤσι-κνο-πέ-μπτη ουσ. (θηλ.) (προφ.): η Πέμπτη της Κρεατινής, η οποία γιορτάζεται με κατανάλωση (τσικνισμένου) κρέατος, κυρ. με έξοδο σε ταβέρνες.
52244τσικότσι-κό ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: παιδική ή εφηβική ομάδα ποδοσφαιρικού σωματείου: Μικρός έπαιζε στα ~. [< ισπ. chico]
52245τσίκορε& (σπάν.) τσικορέ βλ. σικορέ
52246τσικουδιάτσι-κου-διά ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τσίπουρο που παράγεται κυρ. στην Κρήτη: δυνατή/ζεστή ~. Γιορτή ~ιάς. (συνεκδ., ποτήρι ~:) Οι ~ιές έφταναν η μία μετά την άλλη. Πβ. ρακή. 2. ΒΟΤ. τερέβινθος.
52247τσίκουδοτσί-κου-δο ουσ. (ουδ.) 1. {στον πληθ.} (διαλεκτ.) στέμφυλα: η απόσταξη των ~ων (βλ. τσικουδιά). 2. ΒΟΤ. ο καρπός της τσικουδιάς: νόστιμα και μυρωδάτα ~α.
52248τσιλημπουρδίζωβλ. τσιλιμπουρδίζω
52249τσιλημπούρδισμαβλ. τσιλιμπούρδισμα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.