| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52250 | τσίλι | τσί-λι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μικρή κόκκινη καυτερή πιπεριά, χαρακτηριστική της μεξικανικής κουζίνας· η αντίστοιχη σάλτσα: αποξηραμένα ~. Σκόνη ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Χταπόδι με ~ και λεμόνι. Βλ. κάρι, μπούκοβο, ταμπάσκο. ● ΣΥΜΠΛ.: τσίλι κον κάρνε: ΜΑΓΕΙΡ. κιμάς ψημένος στην κατσαρόλα μαζί με κρεμμύδια, ντομάτες, τσίλι, σκόρδο, κόκκινα φασόλια και μπαχαρικά. [< αγγλ. chilli, γαλλ. chile, chili, διαδόθηκε περ. το 1950] | |
| 52251 | τσίλια | τσί-λια ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): σκοπιά, επιφυλακή· κυρ. στις ● ΦΡ.: κρατάω/φυλάω τσίλιες: παραφυλάω, ώστε οι συνεργοί μου να μη γίνουν αντιληπτοί κατά την εκτέλεση αξιόποινης ή γενικότ. παραβατικής πράξης., στην τσίλια (αργκό): σε εγρήγορση: Είναι ~ ~ λόγω εξεταστικής (: σε ένταση). [< ιταλ. ουδ. ciglio, πληθ. ciglia] | |
| 52252 | τσιλιαδόρος | τσι-λια-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): αυτός που κρατάει τσίλιες: ~ συμμορίας. Ο ~ κόβει βόλτες. Βλ. -αδόρος, πέφτει σύρμα. | |
| 52253 | τσιλιβήθρα | τσι-λι-βή-θρα ουσ. (θηλ.) , τσιλιβήθρας (ο) 1. (μτφ.-προφ.) (συνήθ. για παιδί ή γυναίκα) μικροκαμωμένο/η και πολύ αδύνατο/η. 2. ΟΡΝΙΘ. σουσουράδα. | |
| 52254 | τσιλίκι | τσι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & τσελίκι (λαϊκό) 1. ατσάλι. 2. (μτφ.) που έχει σιδερένια υγεία, πολύ γερός. 3. ξυλίκι. [< τουρκ. çelik] | |
| 52255 | τσίλικος | , η, ο τσί-λι-κος επίθ. (λαϊκό): που είναι εντελώς καινούργιος και γυαλιστερός· κατ' επέκτ. που έχει ωραία εμφάνιση: ~η: μηχανή. Το αμάξι ήταν φρεσκοβαμμένο και ~ο (= αστραφτερό). Πβ. μπάνικος, χάρμα οφθαλμών. ● επίρρ.: τσίλικα: τέλεια: Πάμε και θα περάσουμε ~ (= μέγκλα)! [< τουρκ. çil] | |
| 52256 | τσιλιμπουρδίζω | τσι-λι-μπουρ-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {τσιλιμπούρδισα, συνήθ. στον ενεστ.} & τσιλημπουρδίζω (λαϊκό): κάνω ερωτικά παιχνίδια και απιστίες, ερωτοτροπώ: Βγαίνει ραντεβού και ~ει. [< μεσν. τσιληπουρδώ] | |
| 52257 | τσιλιμπούρδισμα | τσι-λι-μπούρ-δι-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) τσιλημπούρδισμα (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσιλιμπουρδίζω: εξωσυζυγικά ~ίσματα. Πβ. ερωτο-δουλειά, -τροπία. [< μεσν. τσιληπούρδισμα] | |
| 52258 | τσίμα τσίμα | τσί-μα επίρρ. (προφ.) 1. με μεγάλη δυσκολία, οριακά, μόλις και μετά βίας: Τα καταφέρνουν/τα φέρνουν βόλτα ~ ~. Είμαι ~ ~ (= δεν βγαίνω οικονομικά). Τα αυτοκίνητα ~ ~ περνάνε από το στενό. Η φούστα τής χωράει ~ ~ (= της είναι στενή). ΣΥΝ. ίσα ίσα (1), με το ζόρι (2) 2. (σπάν.) άκρη άκρη: Περπατάει ~ ~. | |
| 52259 | τσιμένι | τσι-μέ-νι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. πολτός από καρυκεύματα και σκόρδο, που χρησιμοποιείται κυρ. ως περίβλημα του παστουρμά: μοσχαράκι φιλέτο με ~. [< τουρκ. çemen] | |
| 52260 | τσιμεντάδικο | τσι-με-ντά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΝΑΥΤ. πλοίο για τη μεταφορά τσιμέντου: ~ (ξε)φορτώνει στο λιμάνι.|| (ως επίθ.) ~ καράβι. 2. εργοστάσιο που παράγει τσιμέντο: οι εγκαταστάσεις του ~ου. Πβ. τσιμεντοβιομηχανία. Βλ. -άδικο. | |
| 52261 | τσιμεντάρισμα | τσι-με-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσιμεντάρω: ~ της ακτής. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τσιμεντόστρωση, τσιμέντωμα | |
| 52262 | τσιμεντάρω | τσι-με-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {τσιμεντάρι-σε, τσιμενταρί-στηκε, -σμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): τσιμεντοστρώνω: ~ει την αυλή/την πλατεία. Η κοίτη του ποταμού έχει ~στεί.|| (σπάν.-μτφ.) ~ει τη συμφωνία (πβ. εδραιώνω, παγιώνω). ΣΥΝ. τσιμεντώνω [< ιταλ. cementare] | |
| 52263 | τσιμεντάς | τσι-με-ντάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. εργάτης που δουλεύει σε τσιμεντοβιομηχανία ή τσιμεντοστρώνει. Βλ. -άς. 2. τσιμεντοβιομήχανος. | |
| 52264 | τσιμεντενέσεις | τσι-με-ντε-νέ-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τσιμεντένεση} & τσιμεντοενέσεις: ΟΙΚΟΔ. ρίψεις τσιμέντου με μεγάλη πίεση, μέσω γεώτρησης μικρού βάθους, προκειμένου να σταθεροποιηθεί το έδαφος ή να καλυφθούν οπές· ενέσεις τσιμέντου: ~ πλήρωσης ρωγμών/στεγανοποίησης. [< γαλλ. injection de ciment] | |
| 52265 | τσιμεντένιος | , ια, ιο τσι-με-ντέ-νιος επίθ. & τσιμέντινος, η, ο: που είναι από τσιμέντο: ~ιος: πεζόδρομος. ~ια: βάση/δεξαμενή. ~ιο: δάπεδο/τοιχίο. ~ιες: διακοσμήσεις. Βλ. -ένιος. | |
| 52266 | τσιμέντο | τσι-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) ΟΙΚΟΔ. 1. γκριζωπό μείγμα που αποτελείται από ασβεστόλιθο και άργιλο, το οποίο, όταν αναμειχθεί με νερό, στερεοποιείται και γίνεται συμπαγές και ανθεκτικό· χρησιμοποιείται κυρ. στις οικοδομές: λευκό/υγρό/υδραυλικό ~. ~ ταχείας πήξης/υψηλής αντοχής. Προϊόντα από ~ (: τσιμεντο-κονίαμα, -σανίδα, τσιμεντόλιθος). Εργοστάσιο (παραγωγής)/πλάκες ~ου. ΣΥΝ. σκυροκονίαμα. Βλ. αμιαντο~, πόρτλαντ.|| (ΙΑΤΡ.) Οστικό ~ (: με χρήση στη χειρουργική ορθοπαιδική).|| Εργαζόμενοι στα ~α (= στην τσιμεντοβιομηχανία).|| Επιφάνεια σκληρή σαν ~. 2. (συνεκδ.) σκυρόδεμα· κάθε επιφάνεια από μπετόν: Ένα πελώριο κτίριο από ~ και γυαλί.|| (Η οικοδομή) είναι/βρίσκεται στα ~α (: χτίζεται).|| Να μη γίνει ~ το πάρκο. ● ΣΥΜΠΛ.: ενέσεις τσιμέντου βλ. τσιμεντενέσεις ● ΦΡ.: γελάνε και τα τσιμέντα (προφ.): για κάποιον ή κάτι πολύ γελοίο: ~ ~ με δαύτους. Πβ. θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι, θα γελάσουν και οι κότες., κομμάτια/τσιμέντο να γίνει βλ. κομμάτι [< ιταλ. cimento < λατ. caementum ‘χαλίκι για ένα είδος τσιμεντοκονιάματος’ < τουρκ. çimento] | |
| 52267 | τσιμεντοβιομηχανία | τσι-με-ντο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική παραγωγή τσιμέντου και ειδικότ. το αντίστοιχο εργοστάσιο: ευρωπαϊκή ~.|| Πωλήσεις ~ας. Πβ. τσιμεντάδικο. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 52268 | τσιμεντοβιομήχανος | τσι-με-ντο-βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης τσιμεντοβιομηχανίας. Πβ. τσιμεντάς. | |
| 52269 | τσιμεντόδρομος | τσι-με-ντό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): τσιμεντοστρωμένος δρόμος. Βλ. -δρομος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ