| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52262 | τσιμεντάρω | τσι-με-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {τσιμεντάρι-σε, τσιμενταρί-στηκε, -σμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): τσιμεντοστρώνω: ~ει την αυλή/την πλατεία. Η κοίτη του ποταμού έχει ~στεί.|| (σπάν.-μτφ.) ~ει τη συμφωνία (πβ. εδραιώνω, παγιώνω). ΣΥΝ. τσιμεντώνω [< ιταλ. cementare] | |
| 52263 | τσιμεντάς | τσι-με-ντάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. εργάτης που δουλεύει σε τσιμεντοβιομηχανία ή τσιμεντοστρώνει. Βλ. -άς. 2. τσιμεντοβιομήχανος. | |
| 52264 | τσιμεντενέσεις | τσι-με-ντε-νέ-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τσιμεντένεση} & τσιμεντοενέσεις: ΟΙΚΟΔ. ρίψεις τσιμέντου με μεγάλη πίεση, μέσω γεώτρησης μικρού βάθους, προκειμένου να σταθεροποιηθεί το έδαφος ή να καλυφθούν οπές· ενέσεις τσιμέντου: ~ πλήρωσης ρωγμών/στεγανοποίησης. [< γαλλ. injection de ciment] | |
| 52265 | τσιμεντένιος | , ια, ιο τσι-με-ντέ-νιος επίθ. & τσιμέντινος, η, ο: που είναι από τσιμέντο: ~ιος: πεζόδρομος. ~ια: βάση/δεξαμενή. ~ιο: δάπεδο/τοιχίο. ~ιες: διακοσμήσεις. Βλ. -ένιος. | |
| 52266 | τσιμέντο | τσι-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) ΟΙΚΟΔ. 1. γκριζωπό μείγμα που αποτελείται από ασβεστόλιθο και άργιλο, το οποίο, όταν αναμειχθεί με νερό, στερεοποιείται και γίνεται συμπαγές και ανθεκτικό· χρησιμοποιείται κυρ. στις οικοδομές: λευκό/υγρό/υδραυλικό ~. ~ ταχείας πήξης/υψηλής αντοχής. Προϊόντα από ~ (: τσιμεντο-κονίαμα, -σανίδα, τσιμεντόλιθος). Εργοστάσιο (παραγωγής)/πλάκες ~ου. ΣΥΝ. σκυροκονίαμα. Βλ. αμιαντο~, πόρτλαντ.|| (ΙΑΤΡ.) Οστικό ~ (: με χρήση στη χειρουργική ορθοπαιδική).|| Εργαζόμενοι στα ~α (= στην τσιμεντοβιομηχανία).|| Επιφάνεια σκληρή σαν ~. 2. (συνεκδ.) σκυρόδεμα· κάθε επιφάνεια από μπετόν: Ένα πελώριο κτίριο από ~ και γυαλί.|| (Η οικοδομή) είναι/βρίσκεται στα ~α (: χτίζεται).|| Να μη γίνει ~ το πάρκο. ● ΣΥΜΠΛ.: ενέσεις τσιμέντου βλ. τσιμεντενέσεις ● ΦΡ.: γελάνε και τα τσιμέντα (προφ.): για κάποιον ή κάτι πολύ γελοίο: ~ ~ με δαύτους. Πβ. θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι, θα γελάσουν και οι κότες., κομμάτια/τσιμέντο να γίνει βλ. κομμάτι [< ιταλ. cimento < λατ. caementum ‘χαλίκι για ένα είδος τσιμεντοκονιάματος’ < τουρκ. çimento] | |
| 52267 | τσιμεντοβιομηχανία | τσι-με-ντο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική παραγωγή τσιμέντου και ειδικότ. το αντίστοιχο εργοστάσιο: ευρωπαϊκή ~.|| Πωλήσεις ~ας. Πβ. τσιμεντάδικο. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 52268 | τσιμεντοβιομήχανος | τσι-με-ντο-βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης τσιμεντοβιομηχανίας. Πβ. τσιμεντάς. | |
| 52269 | τσιμεντόδρομος | τσι-με-ντό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): τσιμεντοστρωμένος δρόμος. Βλ. -δρομος. | |
| 52270 | τσιμεντοειδής | , ής, ές τσι-με-ντο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που περιέχει τσιμέντο: ~ής: κόλλα/κονία. ~ή: υλικά. Επαλειφόμενο ~ές στεγανοποιητικό. ~ή επιχρίσματα και κονιάματα.|| ~ή: δάπεδα (: που φαίνονται τσιμεντένια). Βλ. -ειδής. | |
| 52271 | τσιμεντοενέσεις | βλ. τσιμεντενέσεις | |
| 52272 | τσιμεντοκολόνα | τσι-με-ντο-κο-λό-να ουσ. (θηλ.): κολόνα από τσιμέντο. | |
| 52273 | τσιμεντοκονία | τσι-με-ντο-κο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα τσιμέντου, άμμου και νερού, που χρησιμοποιείται κυρ. για την κάλυψη διάκενων: πατητή ~. Επίστρωση με ~. Πβ. τσιμεντοκονίαμα. | |
| 52274 | τσιμεντοκονίαμα | τσι-με-ντο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. κονίαμα από τσιμέντο που χρησιμοποιείται ως επίχρισμα ή για τη σύνδεση δομικών υλικών και τη στεγανοποίηση κυρ. δεξαμενών και αρμών: επισκευαστικό/έτοιμο/ρητινούχο/μη συρρικνούμενο ~. ~ υψηλών αντοχών. Πβ. τσιμεντοκονία. Βλ. ασβεστο-, μαρμαρο-κονίαμα, μπετόν. | |
| 52275 | τσιμεντόλιθος | τσι-με-ντό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου} & (σπάν.) τσιμεντόπλινθος: ΟΙΚΟΔ. πλίνθος από τσιμέντο, άμμο και χαλίκι, που κατασκευάζεται σε καλούπια και έχει σχήμα μεγάλου τούβλου: εργοστάσια-εργοτάξια ~ων. Κτίσμα από ~ους. | |
| 52276 | τσιμεντόπλακα | τσι-με-ντό-πλα-κα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. πλάκα από τσιμέντο, συνήθ. τετράγωνη, για την επίστρωση κυρ. πεζοδρομίων: στρώση από/με ~ες. | |
| 52277 | τσιμεντοποίηση | τσι-με-ντο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια και κυρ. το αποτέλεσμα του τσιμεντοποιώ: ~ των ακτών/του πάρκου/του ρέματος. Αλόγιστη ~ ελεύθερων χώρων. Βλ. οικοπεδοποίηση, -ποίηση. [cementificazione, 1984 | |
| 52278 | τσιμεντοποιώ | [τσιμεντοποιῶ] τσι-με-ντο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τσιμεντοποι-εί ... | τσιμεντοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (αρνητ. συνυποδ.): οικοδομώ ανεξέλεγκτα κτίρια από μπετόν και γενικότ. καλύπτω επιφάνεια με τσιμέντο: ~ούνται χώροι πρασίνου. ~ημένη: περιοχή. Βλ. οικοπεδοποιώ.|| Ο δήμος ~ησε την πλατεία. Βλ. -ποιώ. [< ιταλ. cementificare, 1984 | |
| 52279 | τσιμεντοσανίδα | τσι-με-ντο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. επίπεδο και ορθογώνιο στρώμα αποτελούμενο από τσιμέντο και αδρανή υλικά, που κόβεται εύκολα, παρουσιάζει μεγάλη αντοχή σε ακραίες κλιματολογικές συνθήκες και χρησιμοποιείται συνήθ. στη δόμηση εξωτερικής τοιχοποιίας: επένδυση κτιρίων με ~ες. Βλ. γυψοσανίδα. | |
| 52280 | τσιμεντοστρώνω | τσι-με-ντο-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {τσιμεντόστρω-σε, τσιμεντοστρώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: καλύπτω επιφάνεια με τσιμέντο: ~θηκαν (δημοτικοί) δρόμοι. Βλ. ασφαλτοστρώνω, τσιμεντοποιώ. ΣΥΝ. τσιμεντάρω, τσιμεντώνω | |
| 52281 | τσιμεντόστρωση | τσι-με-ντό-στρω-ση ουσ. (θηλ.): επίστρωση επιφάνειας με τσιμέντο: ~ τμήματος της οδού ... Βλ. ασφαλτό-, χαλικό-στρωση. ΣΥΝ. τσιμεντάρισμα, τσιμέντωμα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ