| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4334 | αντεργατικός | , ή, ό [ἀντεργατικός] α-ντερ-γα-τι-κός επίθ. & (σπάν.) αντιεργατικός: που στρέφεται εναντίον των εργατών και των συμφερόντων τους: ~ός: νόμος. ~ή: πολιτική/συμφωνία. ~ές: μεταρρυθμίσεις. ~ά: μέτρα. ΑΝΤ. φιλεργατικός [< αγγλ. anti-labour, γαλλ. anti-ouvrier] | |
| 4335 | αντεργκράουντ | [ἀντεργκράουντ] α-ντερ-γκρά-ουντ επίθ./ουσ. {άκλ.} & (σπάν.) άντεργκραουντ 1. που διακρίνεται για τον εναλλακτικό, ιδιόρρυθμο, πειραματικό ή πρωτοποριακό χαρακτήρα του, που αντιτίθεται στα κυρίαρχα συνήθ. δίκτυα εμπορικής διανομής και υπάρχει ή παράγεται έξω από αυτά: ~ κινηματογράφος/μουσική σκηνή/συγκρότημα. ~ και αντιεξουσιαστικό περιοδικό. Βλ. αλτέρνατιβ.|| (ως ουσ.) Ο χώρος του ~. Πβ. αβανγκάρντ, αντικουλτούρα. 2. (γενικότ.) περιθωριακός: ~ κλαμπ/τύπος. [< αγγλ. underground, γαλλ. ~, 1967] | |
| 4336 | αντέρεισμα | [ἀντέρεισμα] α-ντέ-ρει-σμα ουσ. (ουδ.) {αντερείσμ-ατα} 1. ΑΡΧΙΤ. κατασκευή που χρησιμοποιείται ως μέσο στήριξης: πέτρινο ~. ~ θόλου. Εγκάρσια ~ατα για την ενδυνάμωση της κατασκευής. Πβ. ανάλημμα, αντηρίδα, αντιστήριγμα, υποστύλωμα. 2. ΓΕΩΓΡ. τμήμα του βουνού που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διαδοχικές χαράδρες: ~ της κορυφής. Βραχώδη ~ατα. Τα ~ατα της οροσειράς ... 3. (απαιτ.-λεξιλόγ.-μτφ.) στήριγμα, έρεισμα: πνευματικά ~ατα. [< μτγν. ἀντέρεισμα] | |
| 4337 | αντερί | [ἀντερί] α-ντε-ρί ουσ. (ουδ.): μακρύ ένδυμα κληρικών και μοναχών που φοριέται μέσα από το ράσο. ΣΥΝ. ζωστικό [< τουρκ. entari] | |
| 4338 | άντερο | [ἄντερο] ά-ντε-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό.-προφ.): έντερο. ● ΦΡ.: βγάζει τ' άντερά του (μτφ.): κερδίζει πολλά χρήματα., δεν αγαπάει ούτε τ' άντερά του (μειωτ.): δεν νοιάζεται για κανένα, είναι σκληρός και ανελέητος: Μην περιμένεις τίποτα από δαύτον! Αυτός ~ ~!, δεν μου έμεινε άντερο (μτφ.): γέλασα υπερβολικά. Πβ. πεθαίνω, ξεκαρδίζομαι στα γέλια., λάδωσε/λίγδωσε τ' άντερο/τ' αντεράκι (κάποιου) (μτφ.): χόρτασε ή απόκτησε υλικά αγαθά., στριμμένο άντερο (μειωτ.): άνθρωπος ιδιότροπος, στρυφνός. Πβ. ανάποδος, κέρατο., του βγάζω τ' άντερα (μτφ.) 1. ξεκοιλιάζω, μαχαιρώνω, σκοτώνω: (απειλητ.) Να του πεις πως, αν τον δω, θα του βγάλω ~! 2. (σπάν.) ξεχαρβαλώνω, χαλάω κάτι: Προσπάθησε να φτιάξει το ραδιόφωνο και του έβγαλε ~!, βγάζω/ξερνώ τ' άντερά μου βλ. ξερνώ, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας [< μεσν. άντερο(ν)] | |
| 4339 | αντεροβγάλτης | [ἀντεροβγάλτης] α-ντε-ρο-βγάλ-της ουσ. (αρσ.): μανιακός, στυγνός δολοφόνος που σκοτώνει τα θύματά του συνήθ. με μαχαίρι. [< αγγλ. (Jack the) Ripper] | |
| 4340 | άντες | [ἄντες] ά-ντες επιφών. (λαϊκό): άντε. [< άντε] | |
| 4341 | αντέστε & άντεστε | [ἀντέστε] α-ντέ-στε επιφών. (λαϊκό): μπρος, πηγαίνετε: ~ στα σπίτια σας! [< άντε] | |
| 4342 | αντεστραμμένος | , η, ο [ἀντεστραμμένος] α-ντε-στραμ-μέ-νος επίθ. & αντιστραμμένος 1. που τον έχουν αντιστρέψει: ~ος: κώνος. ~η: πυραμίδα/σειρά (π.χ. εκκίνησης). ~ο: είδωλο. Πβ. αναποδογυρισμένος, ανά-ποδος, -στροφος, ανεστραμμένος. Βλ. αντί-θετος, -στροφος. 2. (μτφ.) που έχει μεταβληθεί ριζικά: ~ος: κόσμος. ~η: εικόνα (του ζητήματος)/πραγματικότητα. ~οι: όροι. Βλ. αλλαγ-, διαστρεβλω-, τροποποιη-μένος. ● επίρρ.: αντεστραμμένα ● βλ. αντιστρέφω [< αρχ. ἀντεστραμμένος, αγγλ. inverted] | |
| 4343 | αντέτι | [ἀντέτι] α-ντέ-τι ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.-λαϊκό): έθιμο, άγραφος νόμος: ιδιόμορφα/παλιά ~ια. Πβ. συνήθειο. [< τουρκ. âdet] | |
| 4344 | αντεύχομαι | [ἀντεύχομαι] α-ντεύ-χο-μαι ρ. {αντευχή-θηκε, αντευχ-όμενος} (λόγ.): ανταποδίδω συνήθ. γραπτές ευχές: Ευχαριστώ πολύ και ~ (από καρδιάς) καλές γιορτές/τα βέλτιστα. | |
| 4345 | αντέφεση | [ἀντέφεση] α-ντέ-φε-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλεται η έφεση του αντιδίκου. [< γαλλ. contre-appel] | |
| 4346 | αντέχω | [ἀντέχω] α-ντέ-χω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άντε-ξα, αντέ-ξει, αντέχ-οντας} 1. (συνήθ. με την άρνηση "δεν") έχω την ψυχική ή σωματική δύναμη να υφίσταμαι κάτι ενοχλητικό ή δυσάρεστο: Δεν ~ (άλλο) την ειρωνεία/τις προσβολές/τη φλυαρία του! Δεν σε ~ πια. Δεν ~ να σε βλέπω να κλαις (= δεν το βαστάει η καρδιά μου, δεν το μπορώ)! Πόσο μπορεί να ~ξει ένας άνθρωπος; Δεν ~ξε στον πειρασμό και ...|| Δεν ~ει τους θορύβους/τον καπνό του τσιγάρου. Δεν ~ξε (σ)τα βασανιστήρια και ομολόγησε. Πβ. υπο-μένω, -φέρω.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) Δεν τον ~ άλλο! ΣΥΝ. ανέχομαι ΑΝΤ. απαυδώ 2. (για πρόσ. ή ζωντανό οργανισμό) καταφέρνω να αντιμετωπίσω με επιτυχία δύσκολη ή άσχημη κατάσταση: Μην ανησυχείς! ~ (σ)τις δοκιμασίες/(σ)τις κακουχίες! Πώς ~εις (σε/με) τέτοιο εξοντωτικό ωράριο; Θα ~ξει (σ)την πείνα/(σ)το κρύο; ~ξε την αποτυχία. Συνεχίζουμε και όποιος ~ξει!|| ~ ακόμη (παρά τα χρόνια μου). Πβ. βαστώ, κρατώ. 3. υφίσταμαι αντίξοες συνθήκες (περιβάλλοντος) χωρίς να φθαρώ, να αλλοιωθεί η σύστασή μου ή να καταστραφώ: Το φαγητό δεν θα ~ξει έξω από το ψυγείο. Σκεύη που ~ουν σε υψηλές θερμοκρασίες (= είναι ανθεκτικά, πυρίμαχα).|| (μτφ.) ~ει η μπαταρία; Θεσμός/σχέση που ~ξε στο χρόνο. ● ΦΡ.: δεν αντέχεται: δεν υποφέρεται: ~ ~ η ζέστη/η κατάσταση/ο πόνος (= είναι αφόρητα)!|| (προφ.) Ε, δεν ~εσαι πια (= είσαι ανυπόφορος)! ΣΥΝ. δεν παλεύεται, κάποιος (δεν) αντέχει (σ)τη σύγκριση με κάποιον άλλο: (δεν) είναι σε θέση να συγκριθεί μαζί του., (δεν) (το) αντέχει/σηκώνει η τσέπη μου βλ. τσέπη [< αρχ. ἀντέχω] | |
| 4348 | αντζούγια | βλ. αντσούγια | |
| 4349 | αντζούρι | [ἀντζούρι] α-ντζού-ρι ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ΒΟΤ. ποικιλία αγγουριού. Πβ. ξυλάγγουρο. [< τουρκ. acur] | |
| 4350 | αντηλιά | [ἀντηλιά] α-ντη-λιά ουσ. (θηλ.): ακτινοβολία φωτός ή εκπομπή θερμότητας λόγω αντανάκλασης των ηλιακών ακτίνων· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: μεμβράνες αυτοκινήτου για προστασία από την ~. Με θάμπωσε η ~. Έχει/κάνει ~.|| Μες στην ~. | |
| 4351 | αντηλιακό | [ἀντηλιακό] α-ντη-λι-α-κό ουσ. (ουδ.) & αντιηλιακό: παρασκεύασμα, συνήθ. κρέμα ή λάδι, που απλώνεται στο δέρμα, προφυλάσσοντάς το από τις βλαβερές επιπτώσεις της ηλιακής ακτινοβολίας: αδιάβροχο ~. ~ με υψηλό δείκτη προστασίας. Βλ. ηλιοθεραπεία. [< αγγλ. sun-tan cream, γαλλ. crème solaire] | |
| 4352 | αντηλιακός | , ή, ό [ἀντηλιακός] α-ντη-λι-α-κός επίθ. & αντιηλιακός: που σχετίζεται με την προστασία από τις ηλιακές ακτίνες: ~ός: δείκτης. ~ή: δράση/κρέμα (= αντηλιακό)/λοσιόν. ~ό: φίλτρο. ~ές: μεμβράνες αυτοκινήτων. | |
| 4353 | αντηρίδα | [ἀντηρίδα] α-ντη-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΙΤ. κατασκευή (τοίχος, δοκός, σανίδα) που χρησιμοποιείται ως στήριγμα, συνήθ. κεκλιμένο: διαγώνια/λοξή ~. Εγκάρσιες/ξύλινες/πλαϊνές ~ες. Πβ. αντέρεισμα, αντιστήριγμα. Βλ. ορθοστάτης. 2. (σπάν.) παραφυάδα, παρακλάδι: (ΓΕΩΛ.) ~ες του όρους ... (: που φαίνεται να στηρίζουν την κεντρική οροσειρά, έχοντας διαφορετική κατεύθυνση από αυτή). [< 1: αρχ. ἀντηρίς 2: γαλλ. contrefort] | |
| 4354 | αντηχεί | [ἀντηχεῖ] α-ντη-χεί ρ. (αμτβ.) {αντήχ-ησε} 1. (για ήχο που) ακούγεται δυνατά ή/και μακριά: Ακόμα ~ στ' αυτιά μου η φωνή του. Μια κραυγή ~ησε (μέσα) στο δάσος. Οι πυροβολισμοί/τα τύμπανα ~ούσαν.|| (μτφ.) Το μήνυμά του ~ (: έχει απήχηση) ακόμη στις μέρες μας. 2. (για χώρο που) ανακλά τον ήχο, προκαλεί αντήχηση: Ο διάδρομος ~ησε από τα γέλια. Πβ. αντι-βουίζει, -λαλεί. [< αρχ. ἀντηχῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ