Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [5260-5280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4341αντέστε & άντεστε[ἀντέστε] α-ντέ-στε επιφών. (λαϊκό): μπρος, πηγαίνετε: ~ στα σπίτια σας! [< άντε]
4342αντεστραμμένος, η, ο [ἀντεστραμμένος] α-ντε-στραμ-μέ-νος επίθ. & αντιστραμμένος 1. που τον έχουν αντιστρέψει: ~ος: κώνος. ~η: πυραμίδα/σειρά (π.χ. εκκίνησης). ~ο: είδωλο. Πβ. αναποδογυρισμένος, ανά-ποδος, -στροφος, ανεστραμμένος. Βλ. αντί-θετος, -στροφος. 2. (μτφ.) που έχει μεταβληθεί ριζικά: ~ος: κόσμος. ~η: εικόνα (του ζητήματος)/πραγματικότητα. ~οι: όροι. Βλ. αλλαγ-, διαστρεβλω-, τροποποιη-μένος. ● επίρρ.: αντεστραμμένα ● βλ. αντιστρέφω [< αρχ. ἀντεστραμμένος, αγγλ. inverted]
4343αντέτι[ἀντέτι] α-ντέ-τι ουσ. (ουδ.) (ιδιωμ.-λαϊκό): έθιμο, άγραφος νόμος: ιδιόμορφα/παλιά ~ια. Πβ. συνήθειο. [< τουρκ. âdet]
4344αντεύχομαι[ἀντεύχομαι] α-ντεύ-χο-μαι ρ. {αντευχή-θηκε, αντευχ-όμενος} (λόγ.): ανταποδίδω συνήθ. γραπτές ευχές: Ευχαριστώ πολύ και ~ (από καρδιάς) καλές γιορτές/τα βέλτιστα.
4345αντέφεση[ἀντέφεση] α-ντέ-φε-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλεται η έφεση του αντιδίκου. [< γαλλ. contre-appel]
4346αντέχω[ἀντέχω] α-ντέ-χω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άντε-ξα, αντέ-ξει, αντέχ-οντας} 1. (συνήθ. με την άρνηση "δεν") έχω την ψυχική ή σωματική δύναμη να υφίσταμαι κάτι ενοχλητικό ή δυσάρεστο: Δεν ~ (άλλο) την ειρωνεία/τις προσβολές/τη φλυαρία του! Δεν σε ~ πια. Δεν ~ να σε βλέπω να κλαις (= δεν το βαστάει η καρδιά μου, δεν το μπορώ)! Πόσο μπορεί να ~ξει ένας άνθρωπος; Δεν ~ξε στον πειρασμό και ...|| Δεν ~ει τους θορύβους/τον καπνό του τσιγάρου. Δεν ~ξε (σ)τα βασανιστήρια και ομολόγησε. Πβ. υπο-μένω, -φέρω.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ.) Δεν τον ~ άλλο! ΣΥΝ. ανέχομαι ΑΝΤ. απαυδώ 2. (για πρόσ. ή ζωντανό οργανισμό) καταφέρνω να αντιμετωπίσω με επιτυχία δύσκολη ή άσχημη κατάσταση: Μην ανησυχείς! ~ (σ)τις δοκιμασίες/(σ)τις κακουχίες! Πώς ~εις (σε/με) τέτοιο εξοντωτικό ωράριο; Θα ~ξει (σ)την πείνα/(σ)το κρύο; ~ξε την αποτυχία. Συνεχίζουμε και όποιος ~ξει!|| ~ ακόμη (παρά τα χρόνια μου). Πβ. βαστώ, κρατώ. 3. υφίσταμαι αντίξοες συνθήκες (περιβάλλοντος) χωρίς να φθαρώ, να αλλοιωθεί η σύστασή μου ή να καταστραφώ: Το φαγητό δεν θα ~ξει έξω από το ψυγείο. Σκεύη που ~ουν σε υψηλές θερμοκρασίες (= είναι ανθεκτικά, πυρίμαχα).|| (μτφ.) ~ει η μπαταρία; Θεσμός/σχέση που ~ξε στο χρόνο. ● ΦΡ.: δεν αντέχεται: δεν υποφέρεται: ~ ~ η ζέστη/η κατάσταση/ο πόνος (= είναι αφόρητα)!|| (προφ.) Ε, δεν ~εσαι πια (= είσαι ανυπόφορος)! ΣΥΝ. δεν παλεύεται, κάποιος (δεν) αντέχει (σ)τη σύγκριση με κάποιον άλλο: (δεν) είναι σε θέση να συγκριθεί μαζί του., (δεν) (το) αντέχει/σηκώνει η τσέπη μου βλ. τσέπη [< αρχ. ἀντέχω]
4348αντζούγιαβλ. αντσούγια
4349αντζούρι[ἀντζούρι] α-ντζού-ρι ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ΒΟΤ. ποικιλία αγγουριού. Πβ. ξυλάγγουρο. [< τουρκ. acur]
4350αντηλιά[ἀντηλιά] α-ντη-λιά ουσ. (θηλ.): ακτινοβολία φωτός ή εκπομπή θερμότητας λόγω αντανάκλασης των ηλιακών ακτίνων· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: μεμβράνες αυτοκινήτου για προστασία από την ~. Με θάμπωσε η ~. Έχει/κάνει ~.|| Μες στην ~.
4351αντηλιακό[ἀντηλιακό] α-ντη-λι-α-κό ουσ. (ουδ.) & αντιηλιακό: παρασκεύασμα, συνήθ. κρέμα ή λάδι, που απλώνεται στο δέρμα, προφυλάσσοντάς το από τις βλαβερές επιπτώσεις της ηλιακής ακτινοβολίας: αδιάβροχο ~. ~ με υψηλό δείκτη προστασίας. Βλ. ηλιοθεραπεία. [< αγγλ. sun-tan cream, γαλλ. crème solaire]
4352αντηλιακός, ή, ό [ἀντηλιακός] α-ντη-λι-α-κός επίθ. & αντιηλιακός: που σχετίζεται με την προστασία από τις ηλιακές ακτίνες: ~ός: δείκτης. ~ή: δράση/κρέμα (= αντηλιακό)/λοσιόν. ~ό: φίλτρο. ~ές: μεμβράνες αυτοκινήτων.
4353αντηρίδα[ἀντηρίδα] α-ντη-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΙΤ. κατασκευή (τοίχος, δοκός, σανίδα) που χρησιμοποιείται ως στήριγμα, συνήθ. κεκλιμένο: διαγώνια/λοξή ~. Εγκάρσιες/ξύλινες/πλαϊνές ~ες. Πβ. αντέρεισμα, αντιστήριγμα. Βλ. ορθοστάτης. 2. (σπάν.) παραφυάδα, παρακλάδι: (ΓΕΩΛ.) ~ες του όρους ... (: που φαίνεται να στηρίζουν την κεντρική οροσειρά, έχοντας διαφορετική κατεύθυνση από αυτή). [< 1: αρχ. ἀντηρίς 2: γαλλ. contrefort]
4354αντηχεί[ἀντηχεῖ] α-ντη-χεί ρ. (αμτβ.) {αντήχ-ησε} 1. (για ήχο που) ακούγεται δυνατά ή/και μακριά: Ακόμα ~ στ' αυτιά μου η φωνή του. Μια κραυγή ~ησε (μέσα) στο δάσος. Οι πυροβολισμοί/τα τύμπανα ~ούσαν.|| (μτφ.) Το μήνυμά του ~ (: έχει απήχηση) ακόμη στις μέρες μας. 2. (για χώρο που) ανακλά τον ήχο, προκαλεί αντήχηση: Ο διάδρομος ~ησε από τα γέλια. Πβ. αντι-βουίζει, -λαλεί. [< αρχ. ἀντηχῶ]
4355αντηχείο[ἀντηχεῖο] α-ντη-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. ηχείο. [< γαλλ. résonateur]
4356αντήχηση[ἀντήχηση] α-ντή-χη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων}: ΦΥΣ. αύξηση της διάρκειας ή της έντασης ήχου λόγω ανάκλασης των ηχητικών κυμάτων: στερεοφωνική/τεχνητή/φυσική ~. Πβ. αντίλαλος, ηχώ. [< μτγν. ἀντήχησις, γαλλ. résonance]
4357αντηχητικός, ή, ό [ἀντηχητικός] α-ντη-χη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αντήχηση ή την προκαλεί: ~ός: θάλαμος. ~ό: υλικό. ~ά: κοιλώματα/φράγματα (: για τη μείωση του θορύβου, βλ. ηχοπέτασμα). [< γαλλ. résonant]
4358αντι- & αντί- & αντ- & ανθ-{ανθ- πριν από λέξη που παλαιότ. έπαιρνε δασεία} πρόθημα που δηλώνει 1. αντίθεση, εναντίωση: αντι-πρόταση. Αντί-λογος. Ανθ-υγιεινός.|| (το εντελώς αντίθετο:) Αντι-ήρωας. Αντί-θεος (= o διάβολος). 2. αντιμετώπιση, καταπολέμηση: αντι-αλλεργικός/~καρκινικός/~ρατσιστικός. Αντι-τορπιλικό. 3. αντικατάσταση, αναπλήρωση, ισοδυναμία: αντι-πρόεδρος.|| Αντι-κλείδι. Αντί-γραφο.|| Αντ-άξιος. 4. ανταπόδοση: αντι-χάρισμα.|| Αντ-εκδίκηση. 5. προβαθμίδα αξιώματος: αντι-συνταγματάρχης/~στράτηγος.
4646αντι-νόμπελ[ἀντι-νόμπελ] α-ντι-νό-μπελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παρωδία του βραβείου Νόμπελ. Βλ. αντιβραβείο, αντι-όσκαρ. [< αμερικ. Ig (= ignoble) Nobel, 1991]
4658αντι-όσκαρ[ἀντι-όσκαρ] α-ντι-ό-σκαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χρυσό βατόμουρο.
4359αντί1[ἀντί] α-ντί ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ξύλινο κυλινδρικό εξάρτημα του αργαλειού, όπου τυλιγόταν το στημόνι ή το ύφασμα. [< αρχ. ἀντίον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.