| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52270 | τσιμεντοειδής | , ής, ές τσι-με-ντο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που περιέχει τσιμέντο: ~ής: κόλλα/κονία. ~ή: υλικά. Επαλειφόμενο ~ές στεγανοποιητικό. ~ή επιχρίσματα και κονιάματα.|| ~ή: δάπεδα (: που φαίνονται τσιμεντένια). Βλ. -ειδής. | |
| 52271 | τσιμεντοενέσεις | βλ. τσιμεντενέσεις | |
| 52272 | τσιμεντοκολόνα | τσι-με-ντο-κο-λό-να ουσ. (θηλ.): κολόνα από τσιμέντο. | |
| 52273 | τσιμεντοκονία | τσι-με-ντο-κο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα τσιμέντου, άμμου και νερού, που χρησιμοποιείται κυρ. για την κάλυψη διάκενων: πατητή ~. Επίστρωση με ~. Πβ. τσιμεντοκονίαμα. | |
| 52274 | τσιμεντοκονίαμα | τσι-με-ντο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. κονίαμα από τσιμέντο που χρησιμοποιείται ως επίχρισμα ή για τη σύνδεση δομικών υλικών και τη στεγανοποίηση κυρ. δεξαμενών και αρμών: επισκευαστικό/έτοιμο/ρητινούχο/μη συρρικνούμενο ~. ~ υψηλών αντοχών. Πβ. τσιμεντοκονία. Βλ. ασβεστο-, μαρμαρο-κονίαμα, μπετόν. | |
| 52275 | τσιμεντόλιθος | τσι-με-ντό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου} & (σπάν.) τσιμεντόπλινθος: ΟΙΚΟΔ. πλίνθος από τσιμέντο, άμμο και χαλίκι, που κατασκευάζεται σε καλούπια και έχει σχήμα μεγάλου τούβλου: εργοστάσια-εργοτάξια ~ων. Κτίσμα από ~ους. | |
| 52276 | τσιμεντόπλακα | τσι-με-ντό-πλα-κα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. πλάκα από τσιμέντο, συνήθ. τετράγωνη, για την επίστρωση κυρ. πεζοδρομίων: στρώση από/με ~ες. | |
| 52277 | τσιμεντοποίηση | τσι-με-ντο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια και κυρ. το αποτέλεσμα του τσιμεντοποιώ: ~ των ακτών/του πάρκου/του ρέματος. Αλόγιστη ~ ελεύθερων χώρων. Βλ. οικοπεδοποίηση, -ποίηση. [cementificazione, 1984 | |
| 52278 | τσιμεντοποιώ | [τσιμεντοποιῶ] τσι-με-ντο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τσιμεντοποι-εί ... | τσιμεντοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (αρνητ. συνυποδ.): οικοδομώ ανεξέλεγκτα κτίρια από μπετόν και γενικότ. καλύπτω επιφάνεια με τσιμέντο: ~ούνται χώροι πρασίνου. ~ημένη: περιοχή. Βλ. οικοπεδοποιώ.|| Ο δήμος ~ησε την πλατεία. Βλ. -ποιώ. [< ιταλ. cementificare, 1984 | |
| 52279 | τσιμεντοσανίδα | τσι-με-ντο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. επίπεδο και ορθογώνιο στρώμα αποτελούμενο από τσιμέντο και αδρανή υλικά, που κόβεται εύκολα, παρουσιάζει μεγάλη αντοχή σε ακραίες κλιματολογικές συνθήκες και χρησιμοποιείται συνήθ. στη δόμηση εξωτερικής τοιχοποιίας: επένδυση κτιρίων με ~ες. Βλ. γυψοσανίδα. | |
| 52280 | τσιμεντοστρώνω | τσι-με-ντο-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {τσιμεντόστρω-σε, τσιμεντοστρώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: καλύπτω επιφάνεια με τσιμέντο: ~θηκαν (δημοτικοί) δρόμοι. Βλ. ασφαλτοστρώνω, τσιμεντοποιώ. ΣΥΝ. τσιμεντάρω, τσιμεντώνω | |
| 52281 | τσιμεντόστρωση | τσι-με-ντό-στρω-ση ουσ. (θηλ.): επίστρωση επιφάνειας με τσιμέντο: ~ τμήματος της οδού ... Βλ. ασφαλτό-, χαλικό-στρωση. ΣΥΝ. τσιμεντάρισμα, τσιμέντωμα | |
| 52282 | τσιμεντοσωλήνας | τσι-με-ντο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σωλήνας από τσιμέντο. Βλ. πηλοσωλήνας. | |
| 52283 | τσιμεντούπολη | τσι-με-ντού-πο-λη ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): πυκνοδομημένη πόλη στην οποία κυριαρχεί το τσιμέντο με ελάχιστους χώρους πρασίνου ή αναψυχής: απρόσωπη ~. Βλ. -ούπολη. | |
| 52284 | τσιμεντόχρωμα | τσι-με-ντό-χρω-μα ουσ. (ουδ.): μπογιά κατάλληλη για τσιμεντένιες επιφάνειες: ακρυλικό ~ νερού. | |
| 52285 | τσιμέντωμα | τσι-μέ-ντω-μα ουσ. (ουδ.): τσιμεντάρισμα. | |
| 52286 | τσιμεντώνω | τσι-με-ντώ-νω ρ. (μτβ.) {τσιμέντω-σε, τσιμεντώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: τσιμεντοστρώνω: ~μένος: δρόμος. ~μένη: κοίτη (χειμάρρου).|| (σπάν.-μτφ.) ~ουν τις θέσεις τους (πβ. παγιώνω, σταθεροποιώ). ΣΥΝ. τσιμεντάρω | |
| 52287 | τσιμινιέρα | τσι-μι-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): καπνοδόχος πλοίων ή εργοστασίων. Πβ. καμινάδα, φουγάρο. Βλ. -ιέρα. ● ΦΡ.: καπνίζει σαν φουγάρο βλ. καπνίζω [< ιταλ. ciminiera] | |
| 52288 | τσιμουδιά | τσι-μου-διά ουσ. (θηλ.) 1. ψίθυρος: Δεν ακουγόταν ~. Δεν θέλω ~. 2. {επιφών.} (ως προτροπή ή προσταγή) σιωπή!: σουτ, ~ (= ησυχία, μη μιλάς)! ● ΦΡ.: δεν ακούγεται/δε(ν) βγαίνει άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά | |
| 52289 | τσιμούχα | τσι-μού-χα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΤΕΧΝΟΛ. παρέμβυσμα: ελαστική/λαστιχένια/φθαρμένη ~. ~ στροφάλου. Ρουλεμάν και ~ες. 2. ΖΩΟΛ. δερματώδης σπόγγος (επιστ. ονομασ. spongia zimocca) ο οποίος προτιμά τα κοραλλιογενή υποστρώματα και το χρώμα του συνήθ. θυμίζει σκουριά. [< τουρκ. çamuha] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ