Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52780-52800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52270τσιμεντοειδής, ής, ές τσι-με-ντο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που περιέχει τσιμέντο: ~ής: κόλλα/κονία. ~ή: υλικά. Επαλειφόμενο ~ές στεγανοποιητικό. ~ή επιχρίσματα και κονιάματα.|| ~ή: δάπεδα (: που φαίνονται τσιμεντένια). Βλ. -ειδής.
52271τσιμεντοενέσειςβλ. τσιμεντενέσεις
52272τσιμεντοκολόνατσι-με-ντο-κο-λό-να ουσ. (θηλ.): κολόνα από τσιμέντο.
52273τσιμεντοκονίατσι-με-ντο-κο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα τσιμέντου, άμμου και νερού, που χρησιμοποιείται κυρ. για την κάλυψη διάκενων: πατητή ~. Επίστρωση με ~. Πβ. τσιμεντοκονίαμα.
52274τσιμεντοκονίαματσι-με-ντο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. κονίαμα από τσιμέντο που χρησιμοποιείται ως επίχρισμα ή για τη σύνδεση δομικών υλικών και τη στεγανοποίηση κυρ. δεξαμενών και αρμών: επισκευαστικό/έτοιμο/ρητινούχο/μη συρρικνούμενο ~. ~ υψηλών αντοχών. Πβ. τσιμεντοκονία. Βλ. ασβεστο-, μαρμαρο-κονίαμα, μπετόν.
52275τσιμεντόλιθοςτσι-με-ντό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου} & (σπάν.) τσιμεντόπλινθος: ΟΙΚΟΔ. πλίνθος από τσιμέντο, άμμο και χαλίκι, που κατασκευάζεται σε καλούπια και έχει σχήμα μεγάλου τούβλου: εργοστάσια-εργοτάξια ~ων. Κτίσμα από ~ους.
52276τσιμεντόπλακατσι-με-ντό-πλα-κα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. πλάκα από τσιμέντο, συνήθ. τετράγωνη, για την επίστρωση κυρ. πεζοδρομίων: στρώση από/με ~ες.
52277τσιμεντοποίησητσι-με-ντο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια και κυρ. το αποτέλεσμα του τσιμεντοποιώ: ~ των ακτών/του πάρκου/του ρέματος. Αλόγιστη ~ ελεύθερων χώρων. Βλ. οικοπεδοποίηση, -ποίηση. [cementificazione, 1984
52278τσιμεντοποιώ[τσιμεντοποιῶ] τσι-με-ντο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τσιμεντοποι-εί ... | τσιμεντοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (αρνητ. συνυποδ.): οικοδομώ ανεξέλεγκτα κτίρια από μπετόν και γενικότ. καλύπτω επιφάνεια με τσιμέντο: ~ούνται χώροι πρασίνου. ~ημένη: περιοχή. Βλ. οικοπεδοποιώ.|| Ο δήμος ~ησε την πλατεία. Βλ. -ποιώ. [< ιταλ. cementificare, 1984
52279τσιμεντοσανίδατσι-με-ντο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. επίπεδο και ορθογώνιο στρώμα αποτελούμενο από τσιμέντο και αδρανή υλικά, που κόβεται εύκολα, παρουσιάζει μεγάλη αντοχή σε ακραίες κλιματολογικές συνθήκες και χρησιμοποιείται συνήθ. στη δόμηση εξωτερικής τοιχοποιίας: επένδυση κτιρίων με ~ες. Βλ. γυψοσανίδα.
52280τσιμεντοστρώνωτσι-με-ντο-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {τσιμεντόστρω-σε, τσιμεντοστρώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: καλύπτω επιφάνεια με τσιμέντο: ~θηκαν (δημοτικοί) δρόμοι. Βλ. ασφαλτοστρώνω, τσιμεντοποιώ. ΣΥΝ. τσιμεντάρω, τσιμεντώνω
52281τσιμεντόστρωσητσι-με-ντό-στρω-ση ουσ. (θηλ.): επίστρωση επιφάνειας με τσιμέντο: ~ τμήματος της οδού ... Βλ. ασφαλτό-, χαλικό-στρωση. ΣΥΝ. τσιμεντάρισμα, τσιμέντωμα
52282τσιμεντοσωλήναςτσι-με-ντο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σωλήνας από τσιμέντο. Βλ. πηλοσωλήνας.
52283τσιμεντούπολητσι-με-ντού-πο-λη ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): πυκνοδομημένη πόλη στην οποία κυριαρχεί το τσιμέντο με ελάχιστους χώρους πρασίνου ή αναψυχής: απρόσωπη ~. Βλ. -ούπολη.
52284τσιμεντόχρωματσι-με-ντό-χρω-μα ουσ. (ουδ.): μπογιά κατάλληλη για τσιμεντένιες επιφάνειες: ακρυλικό ~ νερού.
52285τσιμέντωματσι-μέ-ντω-μα ουσ. (ουδ.): τσιμεντάρισμα.
52286τσιμεντώνωτσι-με-ντώ-νω ρ. (μτβ.) {τσιμέντω-σε, τσιμεντώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: τσιμεντοστρώνω: ~μένος: δρόμος. ~μένη: κοίτη (χειμάρρου).|| (σπάν.-μτφ.) ~ουν τις θέσεις τους (πβ. παγιώνω, σταθεροποιώ). ΣΥΝ. τσιμεντάρω
52287τσιμινιέρατσι-μι-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): καπνοδόχος πλοίων ή εργοστασίων. Πβ. καμινάδα, φουγάρο. Βλ. -ιέρα. ● ΦΡ.: καπνίζει σαν φουγάρο βλ. καπνίζω [< ιταλ. ciminiera]
52288τσιμουδιάτσι-μου-διά ουσ. (θηλ.) 1. ψίθυρος: Δεν ακουγόταν ~. Δεν θέλω ~. 2. {επιφών.} (ως προτροπή ή προσταγή) σιωπή!: σουτ, ~ (= ησυχία, μη μιλάς)! ● ΦΡ.: δεν ακούγεται/δε(ν) βγαίνει άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά
52289τσιμούχατσι-μού-χα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΤΕΧΝΟΛ. παρέμβυσμα: ελαστική/λαστιχένια/φθαρμένη ~. ~ στροφάλου. Ρουλεμάν και ~ες. 2. ΖΩΟΛ. δερματώδης σπόγγος (επιστ. ονομασ. spongia zimocca) ο οποίος προτιμά τα κοραλλιογενή υποστρώματα και το χρώμα του συνήθ. θυμίζει σκουριά. [< τουρκ. çamuha]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.