| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52282 | τσιμεντοσωλήνας | τσι-με-ντο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σωλήνας από τσιμέντο. Βλ. πηλοσωλήνας. | |
| 52283 | τσιμεντούπολη | τσι-με-ντού-πο-λη ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): πυκνοδομημένη πόλη στην οποία κυριαρχεί το τσιμέντο με ελάχιστους χώρους πρασίνου ή αναψυχής: απρόσωπη ~. Βλ. -ούπολη. | |
| 52284 | τσιμεντόχρωμα | τσι-με-ντό-χρω-μα ουσ. (ουδ.): μπογιά κατάλληλη για τσιμεντένιες επιφάνειες: ακρυλικό ~ νερού. | |
| 52285 | τσιμέντωμα | τσι-μέ-ντω-μα ουσ. (ουδ.): τσιμεντάρισμα. | |
| 52286 | τσιμεντώνω | τσι-με-ντώ-νω ρ. (μτβ.) {τσιμέντω-σε, τσιμεντώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: τσιμεντοστρώνω: ~μένος: δρόμος. ~μένη: κοίτη (χειμάρρου).|| (σπάν.-μτφ.) ~ουν τις θέσεις τους (πβ. παγιώνω, σταθεροποιώ). ΣΥΝ. τσιμεντάρω | |
| 52287 | τσιμινιέρα | τσι-μι-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): καπνοδόχος πλοίων ή εργοστασίων. Πβ. καμινάδα, φουγάρο. Βλ. -ιέρα. ● ΦΡ.: καπνίζει σαν φουγάρο βλ. καπνίζω [< ιταλ. ciminiera] | |
| 52288 | τσιμουδιά | τσι-μου-διά ουσ. (θηλ.) 1. ψίθυρος: Δεν ακουγόταν ~. Δεν θέλω ~. 2. {επιφών.} (ως προτροπή ή προσταγή) σιωπή!: σουτ, ~ (= ησυχία, μη μιλάς)! ● ΦΡ.: δεν ακούγεται/δε(ν) βγαίνει άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά | |
| 52289 | τσιμούχα | τσι-μού-χα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΤΕΧΝΟΛ. παρέμβυσμα: ελαστική/λαστιχένια/φθαρμένη ~. ~ στροφάλου. Ρουλεμάν και ~ες. 2. ΖΩΟΛ. δερματώδης σπόγγος (επιστ. ονομασ. spongia zimocca) ο οποίος προτιμά τα κοραλλιογενή υποστρώματα και το χρώμα του συνήθ. θυμίζει σκουριά. [< τουρκ. çamuha] | |
| 52290 | τσιμπάω | βλ. τσιμπώ | |
| 52291 | τσίμπημα | τσί-μπη-μα ουσ. (ουδ.) {τσιμπήμ-ατα} 1. ελαφρύς τραυματισμός του δέρματος από αιχμηρό αντικείμενο ή από κεντρί ζώου· συνεκδ. το αντίστοιχο σημάδι: το ~ της βελόνας/της καρφίτσας. ~ από αγκάθι. ~ στο δάκτυλο (: για τη λήψη δείγματος αίματος). Πβ. τρύπημα.|| Δηλητηριώδες ~ σκορπιού. Επώδυνο ~ μέλισσας/σφήκας. Το ~ της μέδουσας. ~ατα από τσούχτρες. Πβ. δάγκωμα, δήγμα, κέντρισμα. ΣΥΝ. νυγμός.|| Η περιοχή/το σημείο του ~ατος. Ήταν γεμάτη ~ατα από τα έντομα. 2. τσιμπιά: μαγουλάκια για ~. 3. (μτφ.-προφ.) ξαφνικός, μικρής διάρκειας και έντονος πόνος: στιγμιαίο ~. Αισθανόταν ~ατα στα πόδια/στο στομάχι (= σουβλιές). Ξαφνικά ένιωσε ένα ~ στην καρδιά.|| (κατ' επέκτ.) ~ ζήλιας. 4. (προφ.) βιαστικό, πολύ μικρό γεύμα: λιχουδιές για ~. Περιορίστε το ~ (= τσιμπολόγημα). 5. (για πουλιά) ράμφισμα ή (για ψάρια) το πιάσιμο του δολώματος. ● Υποκ.: τσιμπηματάκι (το) | |
| 52292 | τσιμπημένος | , η, ο τσι-μπη-μέ-νος επίθ. (μτφ.-προφ.) 1. ερωτευμένος: Είναι ~ μαζί της/με την ... 2. σχετικά ακριβός: ~ο: εισιτήριο. Τιμή ελαφρώς ~η. Πβ. αλμυρός, τσουχτερός. ● βλ. τσιμπώ | |
| 52293 | τσιμπητός | , ή, ό τσι-μπη-τός επίθ. (προφ.): που το(ν) έχουν τσιμπήσει: (για τράβηγμα των χορδών μουσικού οργάνου με τα δάχτυλα:) ~ή: κιθάρα.|| (μτφ.) ~ή: γεύση (= έντονη). ~ή: τιμή (= τσιμπημένη).|| (αργκό, για πρόσ.) Έγιναν ~οί (= τους έπιασαν, τους συνέλαβαν). ● ΦΡ.: κάνω κάτι τσιμπητό (αργκό): κλέβω με δεξιοτεχνία: Έκανε ~ ένα κινητό. | |
| 52294 | τσιμπιά | τσι-μπιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. στιγμιαίο πιάσιμο και σφίξιμο του δέρματος με τον δείκτη και τον αντίχειρα· συνεκδ. ο πόνος που προκαλείται και το αντίστοιχο σημάδι: Του έδωσε/έριξε μια ~ στο μάγουλο/στο μπράτσο. Έφαγε γερή ~. Τον τάραξε/τρέλανε στις ~ιές.|| Δυνατή ~.|| Mαύρισε/μελάνιασε η ~. ΣΥΝ. τσίμπημα (2) 2. ελάχιστη ποσότητα που πιάνεται με τις άκρες των δαχτύλων: μια ~ κανέλα/μαύρο πιπέρι. ΣΥΝ. νυχιά (2), πρέζα (1) | |
| 52295 | τσιμπίδα | τσι-μπί-δα ουσ. (θηλ.) 1. μεταλλική συνήθ. λαβίδα που χρησιμοποιείται κυρ. για πιάσιμο και τράβηγμα αντικειμένων: πλαστική ~. ~ πάγου. Η ~ του τζακιού (= μασιά, πυράγρα). ~ες για το μπάρμπεκιου.|| ~ες ηλεκτροσυγκόλλησης/υδραυλικού. Βλ. μυτοτσίμπιδο, τανάλια. 2. (μτφ.-προφ.) κρατικός μηχανισμός που εντοπίζει όσους παρανομούν και τους συλλαμβάνει: ηλεκτρονική ~. Στην ~ μέλη κυκλώματος κλεμμένων ΙΧ/οφειλέτες του Δημοσίου. Έπεσε στην/πιάστηκε από την ~ της Αστυνομίας/του εισαγγελέα/των ελεγκτών/της εφορίας/του νόμου. Πβ. αρπάγη. ΣΥΝ. δαγκάνα (3) [< 1: πιθ. αρχ. ἐμπίς ‘κουνούπι’ < ἐμπίνω ‘πίνω (το αίμα)’] | |
| 52296 | τσιμπιδάκι | τσι-μπι-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρή λαβίδα, συνήθ. για την αφαίρεση τριχών: ~ για τα φρύδια. Ανώδυνη αποτρίχωση με ~. 2. αξεσουάρ με το οποίο πιάνονται τα μαλλιά: χρωματιστά ~ια. Χτένες και ~ια. ~ια με στρας. Μαζεύω τα μαλλιά μου με ~ια. Πβ. φουρκέτα. Βλ. κοκαλάκι. | |
| 52297 | τσιμπίδι | τσι-μπί-δι ουσ. (ουδ.): (υποκ.) τσιμπίδα μικρού μεγέθους ή τσιμπιδάκι: ~ια ασφαλειών (βλ. πένσα).|| ~ια φρυδιών. | |
| 52298 | τσίμπλα | τσί-μπλα ουσ. (θηλ.) 1. παχύρρευστο οφθαλμικό έκκριμα που αποξηραίνεται στις γωνίες των ματιών: Μόλις ξύπνησε και είναι γεμάτος ~ες. Έκλεισαν τα μάτια του από τις ~ες (: λόγω επιπεφυκίτιδας). ΣΥΝ. λήμη 2. (μτφ.-προφ.) καθετί που εμποδίζει κάποιον να βλέπει καθαρά, αντικειμενικά, αμερόληπτα: Βγάλε τις ~ες και δες την πραγματικότητα. ● ΦΡ.: με την τσίμπλα στο μάτι (προφ.): αγουροξυπνημένος: Έφυγε βιαστικά για τη δουλειά ~ ~. [< μεσν. τσίμπλα] | |
| 52299 | τσιμπλιάζω | τσι-μπλιά-ζω ρ. (αμτβ.) {τσίμπλια-σα, -σμένος} (προφ.): είμαι γεμάτος τσίμπλες. [< μεσν. τσιμπλιάζω] | |
| 52300 | τσιμπλιάρης | , α, ικο τσι-μπλιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που έχει τσίμπλες στα μάτια. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. τσιμπλιάρης] | |
| 52301 | τσιμπολογάω | βλ. τσιμπολογώ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ