| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52290 | τσιμπάω | βλ. τσιμπώ | |
| 52291 | τσίμπημα | τσί-μπη-μα ουσ. (ουδ.) {τσιμπήμ-ατα} 1. ελαφρύς τραυματισμός του δέρματος από αιχμηρό αντικείμενο ή από κεντρί ζώου· συνεκδ. το αντίστοιχο σημάδι: το ~ της βελόνας/της καρφίτσας. ~ από αγκάθι. ~ στο δάκτυλο (: για τη λήψη δείγματος αίματος). Πβ. τρύπημα.|| Δηλητηριώδες ~ σκορπιού. Επώδυνο ~ μέλισσας/σφήκας. Το ~ της μέδουσας. ~ατα από τσούχτρες. Πβ. δάγκωμα, δήγμα, κέντρισμα. ΣΥΝ. νυγμός.|| Η περιοχή/το σημείο του ~ατος. Ήταν γεμάτη ~ατα από τα έντομα. 2. τσιμπιά: μαγουλάκια για ~. 3. (μτφ.-προφ.) ξαφνικός, μικρής διάρκειας και έντονος πόνος: στιγμιαίο ~. Αισθανόταν ~ατα στα πόδια/στο στομάχι (= σουβλιές). Ξαφνικά ένιωσε ένα ~ στην καρδιά.|| (κατ' επέκτ.) ~ ζήλιας. 4. (προφ.) βιαστικό, πολύ μικρό γεύμα: λιχουδιές για ~. Περιορίστε το ~ (= τσιμπολόγημα). 5. (για πουλιά) ράμφισμα ή (για ψάρια) το πιάσιμο του δολώματος. ● Υποκ.: τσιμπηματάκι (το) | |
| 52292 | τσιμπημένος | , η, ο τσι-μπη-μέ-νος επίθ. (μτφ.-προφ.) 1. ερωτευμένος: Είναι ~ μαζί της/με την ... 2. σχετικά ακριβός: ~ο: εισιτήριο. Τιμή ελαφρώς ~η. Πβ. αλμυρός, τσουχτερός. ● βλ. τσιμπώ | |
| 52293 | τσιμπητός | , ή, ό τσι-μπη-τός επίθ. (προφ.): που το(ν) έχουν τσιμπήσει: (για τράβηγμα των χορδών μουσικού οργάνου με τα δάχτυλα:) ~ή: κιθάρα.|| (μτφ.) ~ή: γεύση (= έντονη). ~ή: τιμή (= τσιμπημένη).|| (αργκό, για πρόσ.) Έγιναν ~οί (= τους έπιασαν, τους συνέλαβαν). ● ΦΡ.: κάνω κάτι τσιμπητό (αργκό): κλέβω με δεξιοτεχνία: Έκανε ~ ένα κινητό. | |
| 52294 | τσιμπιά | τσι-μπιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. στιγμιαίο πιάσιμο και σφίξιμο του δέρματος με τον δείκτη και τον αντίχειρα· συνεκδ. ο πόνος που προκαλείται και το αντίστοιχο σημάδι: Του έδωσε/έριξε μια ~ στο μάγουλο/στο μπράτσο. Έφαγε γερή ~. Τον τάραξε/τρέλανε στις ~ιές.|| Δυνατή ~.|| Mαύρισε/μελάνιασε η ~. ΣΥΝ. τσίμπημα (2) 2. ελάχιστη ποσότητα που πιάνεται με τις άκρες των δαχτύλων: μια ~ κανέλα/μαύρο πιπέρι. ΣΥΝ. νυχιά (2), πρέζα (1) | |
| 52295 | τσιμπίδα | τσι-μπί-δα ουσ. (θηλ.) 1. μεταλλική συνήθ. λαβίδα που χρησιμοποιείται κυρ. για πιάσιμο και τράβηγμα αντικειμένων: πλαστική ~. ~ πάγου. Η ~ του τζακιού (= μασιά, πυράγρα). ~ες για το μπάρμπεκιου.|| ~ες ηλεκτροσυγκόλλησης/υδραυλικού. Βλ. μυτοτσίμπιδο, τανάλια. 2. (μτφ.-προφ.) κρατικός μηχανισμός που εντοπίζει όσους παρανομούν και τους συλλαμβάνει: ηλεκτρονική ~. Στην ~ μέλη κυκλώματος κλεμμένων ΙΧ/οφειλέτες του Δημοσίου. Έπεσε στην/πιάστηκε από την ~ της Αστυνομίας/του εισαγγελέα/των ελεγκτών/της εφορίας/του νόμου. Πβ. αρπάγη. ΣΥΝ. δαγκάνα (3) [< 1: πιθ. αρχ. ἐμπίς ‘κουνούπι’ < ἐμπίνω ‘πίνω (το αίμα)’] | |
| 52296 | τσιμπιδάκι | τσι-μπι-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρή λαβίδα, συνήθ. για την αφαίρεση τριχών: ~ για τα φρύδια. Ανώδυνη αποτρίχωση με ~. 2. αξεσουάρ με το οποίο πιάνονται τα μαλλιά: χρωματιστά ~ια. Χτένες και ~ια. ~ια με στρας. Μαζεύω τα μαλλιά μου με ~ια. Πβ. φουρκέτα. Βλ. κοκαλάκι. | |
| 52297 | τσιμπίδι | τσι-μπί-δι ουσ. (ουδ.): (υποκ.) τσιμπίδα μικρού μεγέθους ή τσιμπιδάκι: ~ια ασφαλειών (βλ. πένσα).|| ~ια φρυδιών. | |
| 52298 | τσίμπλα | τσί-μπλα ουσ. (θηλ.) 1. παχύρρευστο οφθαλμικό έκκριμα που αποξηραίνεται στις γωνίες των ματιών: Μόλις ξύπνησε και είναι γεμάτος ~ες. Έκλεισαν τα μάτια του από τις ~ες (: λόγω επιπεφυκίτιδας). ΣΥΝ. λήμη 2. (μτφ.-προφ.) καθετί που εμποδίζει κάποιον να βλέπει καθαρά, αντικειμενικά, αμερόληπτα: Βγάλε τις ~ες και δες την πραγματικότητα. ● ΦΡ.: με την τσίμπλα στο μάτι (προφ.): αγουροξυπνημένος: Έφυγε βιαστικά για τη δουλειά ~ ~. [< μεσν. τσίμπλα] | |
| 52299 | τσιμπλιάζω | τσι-μπλιά-ζω ρ. (αμτβ.) {τσίμπλια-σα, -σμένος} (προφ.): είμαι γεμάτος τσίμπλες. [< μεσν. τσιμπλιάζω] | |
| 52300 | τσιμπλιάρης | , α, ικο τσι-μπλιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που έχει τσίμπλες στα μάτια. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. τσιμπλιάρης] | |
| 52301 | τσιμπολογάω | βλ. τσιμπολογώ | |
| 52302 | τσιμπολόγημα | τσι-μπο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) {τσιμπολογήμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσιμπολογώ: μεσημεριανό ~ (= τσίμπημα). Θα κόψω τα ~ατα ανάμεσα στα γεύματα.|| (σπάν.-μτφ.) ~ ξένης περιουσίας. | |
| 52303 | τσιμπολογώ | [τσιμπολογῶ] τσι-μπο-λο-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσιμπολογ-άς ... | τσιμπολόγ-ησα, -ώντας} & τσιμπολογάω (προφ.) 1. καταναλώνω μικρή ποσότητα φαγητού πολλές φορές τη μέρα: ~άει μπροστά στην τηλεόραση. 2. (μτφ.) υπεξαιρώ συνήθ. μικρά χρηματικά ποσά: ~ούσε τις προμήθειες. Βλ. -λογώ. | |
| 52304 | τσιμπούκι | τσι-μπού-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. είδος πίπας καπνού: άναψε το ~ του. 2. (λ. ταμπού) πεολειξία. ● Υποκ.: τσιμπουκάκι (το) [< τουρκ. çubuk] | |
| 52305 | τσιμπούρι | τσι-μπού-ρι ουσ. (ουδ.) {τσιμπουρ-ιού} (προφ.) 1. ΖΩΟΛ. παρασιτικό έντομο, που ανήκει στα ακάρεα και μεταδίδει μολυσματικές ασθένειες τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους, καθώς προσκολλάται στο δέρμα και ρουφά το αίμα τους: τσίμπημα ~ιού. ~ια του σκύλου. ΣΥΝ. κρότωνας (2) 2. (μτφ.-προφ.) υπερβολικά κουραστικός, επίμονος, πιεστικός και ενοχλητικός άνθρωπος. ΣΥΝ. βδέλλα (2), βεντούζα (3), κολλητήρι (3), κολλιτσίδα (1), φορτικός ● Υποκ.: τσιμπουράκι (το) ● ΦΡ.: μου γίνεται/έγινε τσιμπούρι (μτφ.-προφ.): (για πρόσ.) κάποιος μου φορτώνεται, δεν με αφήνει στην ησυχία μου, με ενοχλεί επίμονα: Μου έχει γίνει ~. [< μεσν. τσιμούριν] | |
| 52306 | τσιμπούσι | τσι-μπού-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): γλέντι με πλουσιοπάροχο γεύμα: γερό ~. Κάνω/οργανώνω/στήνω/στρώνω ~. Κάλεσα τους φίλους για ένα ~. Πβ. ευωχία, φαγοπότι. ● Υποκ.: τσιμπουσάκι (το) [< τουρκ. çümbüş] | |
| 52307 | τσιμπώ | [τσιμπῶ] τσι-μπώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσιμπ-άς ... | τσίμπ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} & τσιμπάω 1. πληγώνω το δέρμα με αιχμηρό όργανο: ~ήθηκε από τη βελόνα. Πβ. αγκυλώνω, κεντώ.|| (κατ' επέκτ.) Βράζουμε το κρέας, μέχρι να μαλακώσει και να ~ιέται με το πιρούνι. Πβ. τρυπώ. 2. δίνω τσιμπιά: ~ κάποιον στο μάγουλο.|| Τσίμπα/τσίμπησέ με να δω αν ονειρεύομαι/αν είμαι ξύπνιος (: για μεγάλη έκπληξη). 3. τρώω ελαφρά ή πρόχειρα: ~ησε κάτι και γύρισε στη δουλειά. Πβ. τσιμπολογώ. 4. (μτφ.-προφ.) πέφτω σε παγίδα, απάτη: Δεν ~ησε το δόλωμα. Δεν ~άει με τίποτα. ~ησε με τη μία. Πβ. μασώ, τρώω. 5. (μτφ.-προφ.) παίρνω, αποκτώ, αρπάζω: Πάει το διαμέρισμα, το ~ησε ένας άλλος (: το αγόρασε ή το νοίκιασε).|| ~ησε (τον) βαθμό η ομάδα. 6. (μτφ.-προφ.) συλλαμβάνω: Τους ~ησε η Αστυνομία. Πβ. γραπώνω, τσακώνω. 7. (μτφ.-προφ.) παίρνω κάτι από άλλους με επιδέξιο τρόπο: ~ησε δανεικά από τους φίλους του. (Για ποδοσφαιριστή) ~ησε την μπάλα. Πβ. βουτώ. ● τσιμπά & τσιμπάει 1. (για έντομο) τρυπά με το κεντρί το δέρμα ανθρώπου ή ζώου: Την ~σε κουνούπι. ~ήθηκε από τσιμπούρι. Πβ. κεντρίζει.|| (κατ' επέκτ., για ερπετό) Τον έχει ~ήσει φίδι (= δαγκώσει). 2. (για ψάρι) τρώει το δόλωμα. 3. (για πτηνό) πιάνει με το ράμφος: Τα πουλιά ~ούν τους σπόρους. ● Παθ.: τσιμπιέμαι (προφ.): ερωτεύομαι: ~ήθηκε μαζί της. Έχει ~ηθεί με τον ... ● ΦΡ.: τσίμπησαν οι τιμές (προφ.): αυξήθηκαν, είναι υψηλές: ~ησε η τιμή της βενζίνης., τον τσίμπησε (μύγα) τσε τσε/μύγα/αλογόμυγα βλ. τσετσέ, τσίμπησε το ψάρι βλ. ψάρι ● βλ. τσιμπημένος [< μεσν. τσιμπώ] | |
| 52308 | τσινάω | τσι-νά-ω ρ. (αμτβ.) {τσιν-άς ... | τσίν-ησα} & τσινώ [τσινῶ] (προφ.) 1. (για ζώα) αντιδρώ και κλοτσώ: ~ησε το άλογο/γαϊδούρι/μουλάρι. 2. (μτφ., για πρόσ.) δυσανασχετώ και εκνευρίζομαι, συνήθ. με κάτι που μου επιβάλλεται: Μην της πας κόντρα, θα ~ήσει. Πβ. κλοτσώ. [< μεσν. τσινώ] | |
| 52309 | τσίνορα | τσί-νο-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. τσίνορο} & (λαϊκό) τσίνουρα: βλεφαρίδες: μαύρα ~. ΣΥΝ. ματόκλαδα, ματοτσίνορα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ