Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52800-52820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52302τσιμπολόγηματσι-μπο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) {τσιμπολογήμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσιμπολογώ: μεσημεριανό ~ (= τσίμπημα). Θα κόψω τα ~ατα ανάμεσα στα γεύματα.|| (σπάν.-μτφ.) ~ ξένης περιουσίας.
52303τσιμπολογώ[τσιμπολογῶ] τσι-μπο-λο-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσιμπολογ-άς ... | τσιμπολόγ-ησα, -ώντας} & τσιμπολογάω (προφ.) 1. καταναλώνω μικρή ποσότητα φαγητού πολλές φορές τη μέρα: ~άει μπροστά στην τηλεόραση. 2. (μτφ.) υπεξαιρώ συνήθ. μικρά χρηματικά ποσά: ~ούσε τις προμήθειες. Βλ. -λογώ.
52304τσιμπούκιτσι-μπού-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. είδος πίπας καπνού: άναψε το ~ του. 2. (λ. ταμπού) πεολειξία. ● Υποκ.: τσιμπουκάκι (το) [< τουρκ. çubuk]
52305τσιμπούριτσι-μπού-ρι ουσ. (ουδ.) {τσιμπουρ-ιού} (προφ.) 1. ΖΩΟΛ. παρασιτικό έντομο, που ανήκει στα ακάρεα και μεταδίδει μολυσματικές ασθένειες τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους, καθώς προσκολλάται στο δέρμα και ρουφά το αίμα τους: τσίμπημα ~ιού. ~ια του σκύλου. ΣΥΝ. κρότωνας (2) 2. (μτφ.-προφ.) υπερβολικά κουραστικός, επίμονος, πιεστικός και ενοχλητικός άνθρωπος. ΣΥΝ. βδέλλα (2), βεντούζα (3), κολλητήρι (3), κολλιτσίδα (1), φορτικός ● Υποκ.: τσιμπουράκι (το) ● ΦΡ.: μου γίνεται/έγινε τσιμπούρι (μτφ.-προφ.): (για πρόσ.) κάποιος μου φορτώνεται, δεν με αφήνει στην ησυχία μου, με ενοχλεί επίμονα: Μου έχει γίνει ~. [< μεσν. τσιμούριν]
52306τσιμπούσιτσι-μπού-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): γλέντι με πλουσιοπάροχο γεύμα: γερό ~. Κάνω/οργανώνω/στήνω/στρώνω ~. Κάλεσα τους φίλους για ένα ~. Πβ. ευωχία, φαγοπότι. ● Υποκ.: τσιμπουσάκι (το) [< τουρκ. çümbüş]
52307τσιμπώ[τσιμπῶ] τσι-μπώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσιμπ-άς ... | τσίμπ-ησα, -ιέμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας} & τσιμπάω 1. πληγώνω το δέρμα με αιχμηρό όργανο: ~ήθηκε από τη βελόνα. Πβ. αγκυλώνω, κεντώ.|| (κατ' επέκτ.) Βράζουμε το κρέας, μέχρι να μαλακώσει και να ~ιέται με το πιρούνι. Πβ. τρυπώ. 2. δίνω τσιμπιά: ~ κάποιον στο μάγουλο.|| Τσίμπα/τσίμπησέ με να δω αν ονειρεύομαι/αν είμαι ξύπνιος (: για μεγάλη έκπληξη). 3. τρώω ελαφρά ή πρόχειρα: ~ησε κάτι και γύρισε στη δουλειά. Πβ. τσιμπολογώ. 4. (μτφ.-προφ.) πέφτω σε παγίδα, απάτη: Δεν ~ησε το δόλωμα. Δεν ~άει με τίποτα. ~ησε με τη μία. Πβ. μασώ, τρώω. 5. (μτφ.-προφ.) παίρνω, αποκτώ, αρπάζω: Πάει το διαμέρισμα, το ~ησε ένας άλλος (: το αγόρασε ή το νοίκιασε).|| ~ησε (τον) βαθμό η ομάδα. 6. (μτφ.-προφ.) συλλαμβάνω: Τους ~ησε η Αστυνομία. Πβ. γραπώνω, τσακώνω. 7. (μτφ.-προφ.) παίρνω κάτι από άλλους με επιδέξιο τρόπο: ~ησε δανεικά από τους φίλους του. (Για ποδοσφαιριστή) ~ησε την μπάλα. Πβ. βουτώ.τσιμπά & τσιμπάει 1. (για έντομο) τρυπά με το κεντρί το δέρμα ανθρώπου ή ζώου: Την ~σε κουνούπι. ~ήθηκε από τσιμπούρι. Πβ. κεντρίζει.|| (κατ' επέκτ., για ερπετό) Τον έχει ~ήσει φίδι (= δαγκώσει). 2. (για ψάρι) τρώει το δόλωμα. 3. (για πτηνό) πιάνει με το ράμφος: Τα πουλιά ~ούν τους σπόρους. ● Παθ.: τσιμπιέμαι (προφ.): ερωτεύομαι: ~ήθηκε μαζί της. Έχει ~ηθεί με τον ... ● ΦΡ.: τσίμπησαν οι τιμές (προφ.): αυξήθηκαν, είναι υψηλές: ~ησε η τιμή της βενζίνης., τον τσίμπησε (μύγα) τσε τσε/μύγα/αλογόμυγα βλ. τσετσέ, τσίμπησε το ψάρι βλ. ψάρι ● βλ. τσιμπημένος [< μεσν. τσιμπώ]
52308τσινάωτσι-νά-ω ρ. (αμτβ.) {τσιν-άς ... | τσίν-ησα} & τσινώ [τσινῶ] (προφ.) 1. (για ζώα) αντιδρώ και κλοτσώ: ~ησε το άλογο/γαϊδούρι/μουλάρι. 2. (μτφ., για πρόσ.) δυσανασχετώ και εκνευρίζομαι, συνήθ. με κάτι που μου επιβάλλεται: Μην της πας κόντρα, θα ~ήσει. Πβ. κλοτσώ. [< μεσν. τσινώ]
52309τσίνορατσί-νο-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. τσίνορο} & (λαϊκό) τσίνουρα: βλεφαρίδες: μαύρα ~. ΣΥΝ. ματόκλαδα, ματοτσίνορα
52310τσιντσιλάτσι-ντσι-λά ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΖΩΟΛ. 1. μικρό τρωκτικό της Ν. Αμερικής (οικογ. Chinchillidae) το οποίο μοιάζει με λαγό, αλλά είναι μικρότερο σε μέγεθος, έχει μεγάλη φουντωτή ουρά και απαλό μεταξένιο γκρίζο συνήθ. τρίχωμα και εκτρέφεται για την πολύτιμη γούνα του· συνεκδ. η ίδια η γούνα του: παλτό από ~.|| (ως επίθ.) Ζακέτα ~. 2. περσική γάτα με ασημί ή λευκό χρώμα. 3. είδος κουνελιού που εκτρέφεται για τη γούνα του. [< γαλλ.-αγγλ. chinchilla]
52311τσινώβλ. τσινάω
52312τσίου τσίουτσί-ου επιφών. {άκλ.}: κελάηδημα συνήθ. μικρών πουλιών: Το καναρίνι έκανε ~.|| (ως ουσ.) Ακούστηκε ένα ~. ● ΦΡ.: είναι τσίου (τσίου): (αργκό, για πρόσ.) είναι αλλού γι' αλλού: Είναι εντελώς/πολύ ~ το άτομο (: δεν ξέρει τι του γίνεται). Πβ. κουκουρούκου. [< λ. ηχομιμητ.]
52313τσιουάουατσι-ου-ά-ου-α ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα των πιο μικρόσωμων σκύλων, με καταγωγή από το Μεξικό, με λείο και στιλπνό, μακρύ ή κοντό τρίχωμα, στρογγυλό κεφάλι, μεγάλα όρθια αυτιά και προεξέχοντα μάτια. [< αγγλ.-γαλλ. Chihuahua, πρωτεύουσα της ομώνυμης μεξικανικής πολιτείας]
52314τσιπουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ολοκληρωμένο κύκλωμα· ειδικότ. πλακίδιο από ημιαγώγιμα υλικά, κυρ. πυρίτιο, πάνω στα οποία υπάρχουν αγωγοί κατάλληλα συνδυασμένοι, ώστε να δημιουργούν ηλεκτρονικά στοιχεία: μαγνητικό ~. ~ σιλικόνης. ~ αναγνώρισης/μνήμης. Εμφύτευση ~. Πβ. μικρο-κύκλωμα, -τσίπ. Βλ. πυκνωτής, τρανζίστορ.|| ~ (= ηλεκτρονική ταυτότητα) σε σκύλο. 2. μάρκα που χρησιμοποιείται συνήθ. στο πόκερ. ● Υποκ.: τσιπάκι (το): στη σημ. 1. [< 1: αγγλ. chip, 1962, 2: αγγλ. ~]
52315τσίπατσί-πα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) ντροπή: έλλειψη ~ας. Χωρίς ~/ίχνος ~ας. Πβ. αιδώς, συστολή, φιλότιμο. Βλ. μπέσα. 2. (λαϊκό) κρούστα: η ~ του γάλακτος. ΣΥΝ. πέτσα (1) ● ΦΡ.: δεν έχει τσίπα (επάνω/πάνω του) & δεν έχει πέτσα (πάνω του) (προφ.): είναι ξετσίπωτος, ξεδιάντροπος. [< μεσν. τσίπα < σλαβ. tsipa]
52316τσίπηςτσί-πης ουσ. (αρσ.) {τσίπηδες} (νεαν. αργκό): τσιγκούνης: Καλά, μιλάμε για μεγάλο ~η! Ο τύπος είναι κλασικό παράδειγμα ~η. ΣΥΝ. φτηνιάρης (1) [< αγγλ. cheapie, cheapy]
52317τσίπικος, η, ο τσί-πι-κος επίθ. (νεαν. αργκό): που είναι πολύ φτηνός και κακής ποιότητας: ~η: μπίρα.|| (μτφ.) ~η: νοοτροπία. ~ες: δουλειές. Πβ. φτηνιάρικος. [< αγγλ. cheapie, cheapy]
52318τσιπούρατσι-πού-ρα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Sparus aurata) με πλατύ ασημόγκριζο σώμα και μια χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα στο βραγχιακό επικάλυμμα, που ζει στη Μεσόγειο και τις ανατολικές ακτές του Ατλαντικού και αλιεύεται για την εύγευστη σάρκα του: πελαγίσια ~. ~ ιχθυοτροφείου. Εκτροφή ~ας. Βλ. πατόψαρο, περκόμορφα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στη λαδόκολλα/στο φούρνο. Βλ. φαγγρί. ● Υποκ.: τσιπουρίτσα (η) [< μεσν. τσιπούρα < τῆς ἱππούρας < πβ. αρχ. ἵππουρος ‘που έχει ουρά αλόγου’, ψάρι της οικογ. coryphaenidae]
52319τσιπουράδικοτσι-που-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ταβέρνα στην οποία σερβίρονται μεζέδες ως συνοδευτικά κυρ. τσίπουρου. Βλ. -άδικο, κρασάδικο, μπιραρία.
52320τσίπουροτσί-που-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δυνατό, οινοπνευματώδες ποτό ελληνικής προέλευσης, το οποίο προκύπτει από την απόσταξη στεμφύλων που έχουν υποστεί ζύμωση, συνήθ. με προσθήκη αρωματικών ουσιών: ~ με γλυκάνισο. ~ διπλής απόσταξης (: για βελτίωση της ποιότητάς του). Βάλε/πιες ένα ~ (: ποτήρι με ~). Πβ. ζιβανία, ρακή, σούμα2, τσικουδιά. Βλ. ούζο. ΣΥΝ. στεμφυλόπνευμα ● τσίπουρα (τα): στέμφυλα. ● Υποκ.: τσιπουράκι (το) [< μεσν. τσίπουρον < τουρκ. cibre]
52321τσιπουροκατάνυξητσι-που-ρο-κα-τά-νυ-ξη ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τσίπουρου με παρέα: Βλ. κρασο-, ουζο-κατάνυξη.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.