| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52322 | τσιπουρομεζές | τσι-που-ρο-με-ζές ουσ. (αρσ.) (προφ.): μεζές που συνοδεύει το τσίπουρο. Βλ. -ές, κρασο-, ουζο-μεζές | |
| 52323 | τσιπς | ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πατατάκια: τραγανά ~. ~ με ρίγανη. Ένα σακουλάκι ~. 2. (κατ' επέκτ.) λεπτή φέτα, μικρό κομμάτι: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γαρίδας/γλυκοπατάτας/παρμεζάνας/τορτίγιας/φέτας.|| ~ ξύλου (βλ. πριον-, ροκαν-ίδι). ● ΣΥΜΠΛ.: μπανάνα τσιπς βλ. μπανάνα [< αγγλ. chips, γαλλ. ~, 1920] | |
| 52325 | τσιράκι | τσι-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.-μειωτ.) πρόσωπο που ακολουθεί πιστά ανώτερό του και τον κολακεύει για προσωπικό κέρδος: πληρωμένο ~. Έγινε ~ τους. Πβ. (τσανακο)γλείφτης, κόλακας, λακές, τζουτζές. Βλ. ορντινάτσα. 2. (λαϊκό-παρωχ.) νέος που μαθητεύει σε τεχνίτη. ΣΥΝ. κάλφας [< τουρκ. çιrak] | |
| 52326 | τσίριγμα | τσί-ριγ-μα ουσ. (ουδ.) {τσιρίγμ-ατα} & τσίρισμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσιρίζω: δυνατά ~ατα. Φωνές και ~ατα. Πβ. κραυγή, στριγκλιά. ΣΥΝ. τσιρίδα | |
| 52327 | Τσιριγώτης, Τσιριγώτισσα | Τσι-ρι-γώ-της επίθ./ουσ. & (λόγ.) Κυθήριος, Κυθήρια: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Κύθηρα. | |
| 52328 | τσιρίδα | τσι-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): έντονη και διαπεραστική φωνή: Μου πήρε τ' αυτιά με την ~ της. Σταμάτα τις ~ες να μιλήσουμε. Τρόμαξε και άρχισε/έβαλε τις ~ες (= ούρλιαξε). Πβ. κραυγή, σκληριά, σκλήρισμα, σκούξιμο, στριγκλιά. ΣΥΝ. τσίριγμα | |
| 52329 | τσιρίζω | τσι-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {τσίρι-ξα, τσιρίζ-οντας} (προφ.): βγάζω τσιρίδες: ~ει και ουρλιάζει/φωνάζει. Όταν θυμώνει, ~ει σαν τρελός/υστερικά. ~ξε και έτρεξε πανικόβλητη. Πβ. σκληρίζω, σκούζω, στριγκλίζω. [< αρχ. συρίζω ‘σφυρίζω, παράγω συριστικό ήχο’] | |
| 52330 | τσιριμόνιες | τσι-ρι-μό-νιες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τσιριμόνια} (λαϊκό) 1. κολακευτικά σχόλια, που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση προσωπικού συμφέροντος: Ζητά αυτό που θέλει χωρίς ~ (= υστεροβουλίες, φιλοφρονήσεις). 2. νάζια, σκέρτσα: Μη μου κάνεις τώρα ~ (= κόνξες, κορδελάκια). [< μεσν. τσεριμόνια] | |
| 52331 | τσίρισμα | βλ. τσίριγμα | |
| 52332 | τσιριτσάντζουλες | βλ. τζιριτζάντζουλες | |
| 52333 | τσιριχτός | , ή, ό τσι-ρι-χτός επίθ.: (για ήχο) οξύς, που ακούγεται δυνατά: ~ή: φωνή. ~ό: κλάμα. Πβ. διαπεραστικός, στριγκός.|| (στο ουδ. ως ουσ.) Υστερικά ~ά (= στριγκλιές, τσιρίδες). ● επίρρ.: τσιριχτά | |
| 52334 | τσίρκο | τσίρ-κο ουσ. (ουδ.) 1. θέαμα που παρουσιάζεται από ακροβάτες, κλόουν, ταχυδακτυλουργούς και εκπαιδευμένα ζώα σε κυκλικό χώρο με πίστα, που καλύπτεται κυρ. από τέντα· συνεκδ. ο ίδιος ο στεγασμένος χώρος: κινέζικο ~. Νούμερα του ~ου. Βλ. βαριετέ.|| Έξω από το/μέσα στο ~. 2. (μτφ.-προφ.) γελοία κατάσταση: Ζούμε σ' ένα απέραντο ~. Σωστό ~ η παράσταση. ΣΥΝ. τρελοκομείο (2), τσίρκουλο ● ΦΡ.: γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο βλ. γίνομαι [< ιταλ. circo] | |
| 52335 | τσιρκολάνος | τσιρ-κο-λά-νος ουσ. (αρσ.) (προφ.): σαλτιμπάγκος. | |
| 52337 | τσίρλα | τσίρ-λα ουσ. (θηλ.) & τσιρλιό (το) (λαϊκό): διάρροια. | |
| 52338 | τσιρλίντερ | τσιρ-λί-ντερ ουσ. (θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: μαζορέτα. [< αμερικ. cheerleader, 1903, ιταλ. ~, 1986] | |
| 52339 | τσιρλίντινγκ | τσιρ-λί-ντινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θέαμα που παρουσιάζουν οι τσιρλίντερ συνήθ. στο ημίχρονο ή στα τάιμ-άουτ αγώνων μπάσκετ, με σκοπό την ψυχαγωγία των θεατών: επίδειξη ~. [< αμερικ. cheerleading, 1951] | |
| 52340 | τσιρλιό | βλ. τσίρλα | |
| 52341 | τσιρλιπιπί | τσιρ-λι-πι-πί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό-χιουμορ.): διάρροια. Πβ. κόψιμο. | |
| 52342 | τσιροβάκος | τσι-ρο-βά-κος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό εντομοφάγο πουλί (γένος Sylvia) που ζει σε εύκρατες και υποτροπικές περιοχές και έχει μελωδικό κελάηδημα. Βλ. αμπελοπούλι, στρουθιόμορφα. | |
| 52343 | τσιρόνι | τσι-ρό-νι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρόσωμο ψάρι (γένος Rutilus) του γλυκού νερού, με πεπιεσμένα πλευρά, πράσινο χρώμα στη ράχη και λευκό στην κοιλιά, κόκκινα ή κίτρινα μάτια και χαρακτηριστική σκούρα επιμήκη ρίγα στην πλευρική γραμμή, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως δόλωμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ