Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52820-52840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52322τσιπουρομεζέςτσι-που-ρο-με-ζές ουσ. (αρσ.) (προφ.): μεζές που συνοδεύει το τσίπουρο. Βλ. -ές, κρασο-, ουζο-μεζές
52323τσιπςουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πατατάκια: τραγανά ~. ~ με ρίγανη. Ένα σακουλάκι ~. 2. (κατ' επέκτ.) λεπτή φέτα, μικρό κομμάτι: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γαρίδας/γλυκοπατάτας/παρμεζάνας/τορτίγιας/φέτας.|| ~ ξύλου (βλ. πριον-, ροκαν-ίδι). ● ΣΥΜΠΛ.: μπανάνα τσιπς βλ. μπανάνα [< αγγλ. chips, γαλλ. ~, 1920]
52325τσιράκιτσι-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.-μειωτ.) πρόσωπο που ακολουθεί πιστά ανώτερό του και τον κολακεύει για προσωπικό κέρδος: πληρωμένο ~. Έγινε ~ τους. Πβ. (τσανακο)γλείφτης, κόλακας, λακές, τζουτζές. Βλ. ορντινάτσα. 2. (λαϊκό-παρωχ.) νέος που μαθητεύει σε τεχνίτη. ΣΥΝ. κάλφας [< τουρκ. çιrak]
52326τσίριγματσί-ριγ-μα ουσ. (ουδ.) {τσιρίγμ-ατα} & τσίρισμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσιρίζω: δυνατά ~ατα. Φωνές και ~ατα. Πβ. κραυγή, στριγκλιά. ΣΥΝ. τσιρίδα
52327Τσιριγώτης, ΤσιριγώτισσαΤσι-ρι-γώ-της επίθ./ουσ. & (λόγ.) Κυθήριος, Κυθήρια: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Κύθηρα.
52328τσιρίδατσι-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): έντονη και διαπεραστική φωνή: Μου πήρε τ' αυτιά με την ~ της. Σταμάτα τις ~ες να μιλήσουμε. Τρόμαξε και άρχισε/έβαλε τις ~ες (= ούρλιαξε). Πβ. κραυγή, σκληριά, σκλήρισμα, σκούξιμο, στριγκλιά. ΣΥΝ. τσίριγμα
52329τσιρίζωτσι-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {τσίρι-ξα, τσιρίζ-οντας} (προφ.): βγάζω τσιρίδες: ~ει και ουρλιάζει/φωνάζει. Όταν θυμώνει, ~ει σαν τρελός/υστερικά. ~ξε και έτρεξε πανικόβλητη. Πβ. σκληρίζω, σκούζω, στριγκλίζω. [< αρχ. συρίζω ‘σφυρίζω, παράγω συριστικό ήχο’]
52330τσιριμόνιεςτσι-ρι-μό-νιες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τσιριμόνια} (λαϊκό) 1. κολακευτικά σχόλια, που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση προσωπικού συμφέροντος: Ζητά αυτό που θέλει χωρίς ~ (= υστεροβουλίες, φιλοφρονήσεις). 2. νάζια, σκέρτσα: Μη μου κάνεις τώρα ~ (= κόνξες, κορδελάκια). [< μεσν. τσεριμόνια]
52331τσίρισμαβλ. τσίριγμα
52332τσιριτσάντζουλεςβλ. τζιριτζάντζουλες
52333τσιριχτός, ή, ό τσι-ρι-χτός επίθ.: (για ήχο) οξύς, που ακούγεται δυνατά: ~ή: φωνή. ~ό: κλάμα. Πβ. διαπεραστικός, στριγκός.|| (στο ουδ. ως ουσ.) Υστερικά ~ά (= στριγκλιές, τσιρίδες). ● επίρρ.: τσιριχτά
52334τσίρκοτσίρ-κο ουσ. (ουδ.) 1. θέαμα που παρουσιάζεται από ακροβάτες, κλόουν, ταχυδακτυλουργούς και εκπαιδευμένα ζώα σε κυκλικό χώρο με πίστα, που καλύπτεται κυρ. από τέντα· συνεκδ. ο ίδιος ο στεγασμένος χώρος: κινέζικο ~. Νούμερα του ~ου. Βλ. βαριετέ.|| Έξω από το/μέσα στο ~. 2. (μτφ.-προφ.) γελοία κατάσταση: Ζούμε σ' ένα απέραντο ~. Σωστό ~ η παράσταση. ΣΥΝ. τρελοκομείο (2), τσίρκουλο ● ΦΡ.: γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο βλ. γίνομαι [< ιταλ. circo]
52335τσιρκολάνοςτσιρ-κο-λά-νος ουσ. (αρσ.) (προφ.): σαλτιμπάγκος.
52337τσίρλατσίρ-λα ουσ. (θηλ.) & τσιρλιό (το) (λαϊκό): διάρροια.
52338τσιρλίντερτσιρ-λί-ντερ ουσ. (θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: μαζορέτα. [< αμερικ. cheerleader, 1903, ιταλ. ~, 1986]
52339τσιρλίντινγκτσιρ-λί-ντινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θέαμα που παρουσιάζουν οι τσιρλίντερ συνήθ. στο ημίχρονο ή στα τάιμ-άουτ αγώνων μπάσκετ, με σκοπό την ψυχαγωγία των θεατών: επίδειξη ~. [< αμερικ. cheerleading, 1951]
52340τσιρλιόβλ. τσίρλα
52341τσιρλιπιπίτσιρ-λι-πι-πί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό-χιουμορ.): διάρροια. Πβ. κόψιμο.
52342τσιροβάκοςτσι-ρο-βά-κος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό εντομοφάγο πουλί (γένος Sylvia) που ζει σε εύκρατες και υποτροπικές περιοχές και έχει μελωδικό κελάηδημα. Βλ. αμπελοπούλι, στρουθιόμορφα.
52343τσιρόνιτσι-ρό-νι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρόσωμο ψάρι (γένος Rutilus) του γλυκού νερού, με πεπιεσμένα πλευρά, πράσινο χρώμα στη ράχη και λευκό στην κοιλιά, κόκκινα ή κίτρινα μάτια και χαρακτηριστική σκούρα επιμήκη ρίγα στην πλευρική γραμμή, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως δόλωμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.