| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52310 | τσιντσιλά | τσι-ντσι-λά ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΖΩΟΛ. 1. μικρό τρωκτικό της Ν. Αμερικής (οικογ. Chinchillidae) το οποίο μοιάζει με λαγό, αλλά είναι μικρότερο σε μέγεθος, έχει μεγάλη φουντωτή ουρά και απαλό μεταξένιο γκρίζο συνήθ. τρίχωμα και εκτρέφεται για την πολύτιμη γούνα του· συνεκδ. η ίδια η γούνα του: παλτό από ~.|| (ως επίθ.) Ζακέτα ~. 2. περσική γάτα με ασημί ή λευκό χρώμα. 3. είδος κουνελιού που εκτρέφεται για τη γούνα του. [< γαλλ.-αγγλ. chinchilla] | |
| 52311 | τσινώ | βλ. τσινάω | |
| 52312 | τσίου τσίου | τσί-ου επιφών. {άκλ.}: κελάηδημα συνήθ. μικρών πουλιών: Το καναρίνι έκανε ~.|| (ως ουσ.) Ακούστηκε ένα ~. ● ΦΡ.: είναι τσίου (τσίου): (αργκό, για πρόσ.) είναι αλλού γι' αλλού: Είναι εντελώς/πολύ ~ το άτομο (: δεν ξέρει τι του γίνεται). Πβ. κουκουρούκου. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 52313 | τσιουάουα | τσι-ου-ά-ου-α ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα των πιο μικρόσωμων σκύλων, με καταγωγή από το Μεξικό, με λείο και στιλπνό, μακρύ ή κοντό τρίχωμα, στρογγυλό κεφάλι, μεγάλα όρθια αυτιά και προεξέχοντα μάτια. [< αγγλ.-γαλλ. Chihuahua, πρωτεύουσα της ομώνυμης μεξικανικής πολιτείας] | |
| 52314 | τσιπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ολοκληρωμένο κύκλωμα· ειδικότ. πλακίδιο από ημιαγώγιμα υλικά, κυρ. πυρίτιο, πάνω στα οποία υπάρχουν αγωγοί κατάλληλα συνδυασμένοι, ώστε να δημιουργούν ηλεκτρονικά στοιχεία: μαγνητικό ~. ~ σιλικόνης. ~ αναγνώρισης/μνήμης. Εμφύτευση ~. Πβ. μικρο-κύκλωμα, -τσίπ. Βλ. πυκνωτής, τρανζίστορ.|| ~ (= ηλεκτρονική ταυτότητα) σε σκύλο. 2. μάρκα που χρησιμοποιείται συνήθ. στο πόκερ. ● Υποκ.: τσιπάκι (το): στη σημ. 1. [< 1: αγγλ. chip, 1962, 2: αγγλ. ~] | |
| 52315 | τσίπα | τσί-πα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) ντροπή: έλλειψη ~ας. Χωρίς ~/ίχνος ~ας. Πβ. αιδώς, συστολή, φιλότιμο. Βλ. μπέσα. 2. (λαϊκό) κρούστα: η ~ του γάλακτος. ΣΥΝ. πέτσα (1) ● ΦΡ.: δεν έχει τσίπα (επάνω/πάνω του) & δεν έχει πέτσα (πάνω του) (προφ.): είναι ξετσίπωτος, ξεδιάντροπος. [< μεσν. τσίπα < σλαβ. tsipa] | |
| 52316 | τσίπης | τσί-πης ουσ. (αρσ.) {τσίπηδες} (νεαν. αργκό): τσιγκούνης: Καλά, μιλάμε για μεγάλο ~η! Ο τύπος είναι κλασικό παράδειγμα ~η. ΣΥΝ. φτηνιάρης (1) [< αγγλ. cheapie, cheapy] | |
| 52317 | τσίπικος | , η, ο τσί-πι-κος επίθ. (νεαν. αργκό): που είναι πολύ φτηνός και κακής ποιότητας: ~η: μπίρα.|| (μτφ.) ~η: νοοτροπία. ~ες: δουλειές. Πβ. φτηνιάρικος. [< αγγλ. cheapie, cheapy] | |
| 52318 | τσιπούρα | τσι-πού-ρα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Sparus aurata) με πλατύ ασημόγκριζο σώμα και μια χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα στο βραγχιακό επικάλυμμα, που ζει στη Μεσόγειο και τις ανατολικές ακτές του Ατλαντικού και αλιεύεται για την εύγευστη σάρκα του: πελαγίσια ~. ~ ιχθυοτροφείου. Εκτροφή ~ας. Βλ. πατόψαρο, περκόμορφα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ στη λαδόκολλα/στο φούρνο. Βλ. φαγγρί. ● Υποκ.: τσιπουρίτσα (η) [< μεσν. τσιπούρα < τῆς ἱππούρας < πβ. αρχ. ἵππουρος ‘που έχει ουρά αλόγου’, ψάρι της οικογ. coryphaenidae] | |
| 52319 | τσιπουράδικο | τσι-που-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ταβέρνα στην οποία σερβίρονται μεζέδες ως συνοδευτικά κυρ. τσίπουρου. Βλ. -άδικο, κρασάδικο, μπιραρία. | |
| 52320 | τσίπουρο | τσί-που-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δυνατό, οινοπνευματώδες ποτό ελληνικής προέλευσης, το οποίο προκύπτει από την απόσταξη στεμφύλων που έχουν υποστεί ζύμωση, συνήθ. με προσθήκη αρωματικών ουσιών: ~ με γλυκάνισο. ~ διπλής απόσταξης (: για βελτίωση της ποιότητάς του). Βάλε/πιες ένα ~ (: ποτήρι με ~). Πβ. ζιβανία, ρακή, σούμα2, τσικουδιά. Βλ. ούζο. ΣΥΝ. στεμφυλόπνευμα ● τσίπουρα (τα): στέμφυλα. ● Υποκ.: τσιπουράκι (το) [< μεσν. τσίπουρον < τουρκ. cibre] | |
| 52321 | τσιπουροκατάνυξη | τσι-που-ρο-κα-τά-νυ-ξη ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τσίπουρου με παρέα: Βλ. κρασο-, ουζο-κατάνυξη. | |
| 52322 | τσιπουρομεζές | τσι-που-ρο-με-ζές ουσ. (αρσ.) (προφ.): μεζές που συνοδεύει το τσίπουρο. Βλ. -ές, κρασο-, ουζο-μεζές | |
| 52323 | τσιπς | ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πατατάκια: τραγανά ~. ~ με ρίγανη. Ένα σακουλάκι ~. 2. (κατ' επέκτ.) λεπτή φέτα, μικρό κομμάτι: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γαρίδας/γλυκοπατάτας/παρμεζάνας/τορτίγιας/φέτας.|| ~ ξύλου (βλ. πριον-, ροκαν-ίδι). ● ΣΥΜΠΛ.: μπανάνα τσιπς βλ. μπανάνα [< αγγλ. chips, γαλλ. ~, 1920] | |
| 52325 | τσιράκι | τσι-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.-μειωτ.) πρόσωπο που ακολουθεί πιστά ανώτερό του και τον κολακεύει για προσωπικό κέρδος: πληρωμένο ~. Έγινε ~ τους. Πβ. (τσανακο)γλείφτης, κόλακας, λακές, τζουτζές. Βλ. ορντινάτσα. 2. (λαϊκό-παρωχ.) νέος που μαθητεύει σε τεχνίτη. ΣΥΝ. κάλφας [< τουρκ. çιrak] | |
| 52326 | τσίριγμα | τσί-ριγ-μα ουσ. (ουδ.) {τσιρίγμ-ατα} & τσίρισμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσιρίζω: δυνατά ~ατα. Φωνές και ~ατα. Πβ. κραυγή, στριγκλιά. ΣΥΝ. τσιρίδα | |
| 52327 | Τσιριγώτης, Τσιριγώτισσα | Τσι-ρι-γώ-της επίθ./ουσ. & (λόγ.) Κυθήριος, Κυθήρια: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Κύθηρα. | |
| 52328 | τσιρίδα | τσι-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): έντονη και διαπεραστική φωνή: Μου πήρε τ' αυτιά με την ~ της. Σταμάτα τις ~ες να μιλήσουμε. Τρόμαξε και άρχισε/έβαλε τις ~ες (= ούρλιαξε). Πβ. κραυγή, σκληριά, σκλήρισμα, σκούξιμο, στριγκλιά. ΣΥΝ. τσίριγμα | |
| 52329 | τσιρίζω | τσι-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {τσίρι-ξα, τσιρίζ-οντας} (προφ.): βγάζω τσιρίδες: ~ει και ουρλιάζει/φωνάζει. Όταν θυμώνει, ~ει σαν τρελός/υστερικά. ~ξε και έτρεξε πανικόβλητη. Πβ. σκληρίζω, σκούζω, στριγκλίζω. [< αρχ. συρίζω ‘σφυρίζω, παράγω συριστικό ήχο’] | |
| 52330 | τσιριμόνιες | τσι-ρι-μό-νιες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. τσιριμόνια} (λαϊκό) 1. κολακευτικά σχόλια, που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση προσωπικού συμφέροντος: Ζητά αυτό που θέλει χωρίς ~ (= υστεροβουλίες, φιλοφρονήσεις). 2. νάζια, σκέρτσα: Μη μου κάνεις τώρα ~ (= κόνξες, κορδελάκια). [< μεσν. τσεριμόνια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ