Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52840-52860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52331τσίρισμαβλ. τσίριγμα
52332τσιριτσάντζουλεςβλ. τζιριτζάντζουλες
52333τσιριχτός, ή, ό τσι-ρι-χτός επίθ.: (για ήχο) οξύς, που ακούγεται δυνατά: ~ή: φωνή. ~ό: κλάμα. Πβ. διαπεραστικός, στριγκός.|| (στο ουδ. ως ουσ.) Υστερικά ~ά (= στριγκλιές, τσιρίδες). ● επίρρ.: τσιριχτά
52334τσίρκοτσίρ-κο ουσ. (ουδ.) 1. θέαμα που παρουσιάζεται από ακροβάτες, κλόουν, ταχυδακτυλουργούς και εκπαιδευμένα ζώα σε κυκλικό χώρο με πίστα, που καλύπτεται κυρ. από τέντα· συνεκδ. ο ίδιος ο στεγασμένος χώρος: κινέζικο ~. Νούμερα του ~ου. Βλ. βαριετέ.|| Έξω από το/μέσα στο ~. 2. (μτφ.-προφ.) γελοία κατάσταση: Ζούμε σ' ένα απέραντο ~. Σωστό ~ η παράσταση. ΣΥΝ. τρελοκομείο (2), τσίρκουλο ● ΦΡ.: γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο βλ. γίνομαι [< ιταλ. circo]
52335τσιρκολάνοςτσιρ-κο-λά-νος ουσ. (αρσ.) (προφ.): σαλτιμπάγκος.
52337τσίρλατσίρ-λα ουσ. (θηλ.) & τσιρλιό (το) (λαϊκό): διάρροια.
52338τσιρλίντερτσιρ-λί-ντερ ουσ. (θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: μαζορέτα. [< αμερικ. cheerleader, 1903, ιταλ. ~, 1986]
52339τσιρλίντινγκτσιρ-λί-ντινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θέαμα που παρουσιάζουν οι τσιρλίντερ συνήθ. στο ημίχρονο ή στα τάιμ-άουτ αγώνων μπάσκετ, με σκοπό την ψυχαγωγία των θεατών: επίδειξη ~. [< αμερικ. cheerleading, 1951]
52340τσιρλιόβλ. τσίρλα
52341τσιρλιπιπίτσιρ-λι-πι-πί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό-χιουμορ.): διάρροια. Πβ. κόψιμο.
52342τσιροβάκοςτσι-ρο-βά-κος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό εντομοφάγο πουλί (γένος Sylvia) που ζει σε εύκρατες και υποτροπικές περιοχές και έχει μελωδικό κελάηδημα. Βλ. αμπελοπούλι, στρουθιόμορφα.
52343τσιρόνιτσι-ρό-νι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. μικρόσωμο ψάρι (γένος Rutilus) του γλυκού νερού, με πεπιεσμένα πλευρά, πράσινο χρώμα στη ράχη και λευκό στην κοιλιά, κόκκινα ή κίτρινα μάτια και χαρακτηριστική σκούρα επιμήκη ρίγα στην πλευρική γραμμή, το οποίο χρησιμοποιείται κυρ. ως δόλωμα.
52344τσιροπούλιτσι-ρο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κάθε μικρό πουλί· ειδικότ. σπουργίτι. Βλ. -πούλι.
52345τσίροςτσί-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λιαστό σκουμπρί ή σπανιότ. κολιός, που σερβίρεται ως μεζές: ~ μαρινάτος/(ψητός) στα κάρβουνα. Παρήγγειλε ούζο με ~ο. 2. (μτφ.-προφ.) υπερβολικά αδύνατος, κάτισχνος, λιπόσαρκος άνθρωπος. Πβ. τσίχλα2. [< μεσν. τσίρος]
52346τσιροσαλάτατσι-ρο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): σαλάτα με λεπτές φέτες τσίρου και συνήθ. φρέσκο ψιλοκομμένο άνηθο σε λαδόξιδο, που σερβίρεται ως ορεκτικό. Βλ. -σαλάτα.
52347τσιρότοτσι-ρό-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): ειδική αυτοκόλλητη ταινία σε διάφορα μεγέθη, που χρησιμεύει κυρ. για συγκράτηση επιδέσμου ή κάλυψη μικρών τραυμάτων: ~ νικοτίνης (: για τη διακοπή του καπνίσματος). Πβ. λευκο-, χανζα-πλάστ.|| (μτφ.-προφ.) Θα σου βάλω ~ (= φερμουάρ) στο στόμα. [< ιταλ. cerotto < λατ. cerotum< αρχ. κηρωτὴ ‘κατάπλασμα με κερί’]
52348τσίσατσί-σα ουσ. (ουδ.) & τσίσια (τα) (προφ.) 1. ούρηση: Πάω για ~. Πβ. κατούρημα. 2. (συνεκδ.) ούρα: Το μωρό έβρεξε το στρώμα με ~. Tο στενάκι μυρίζει ~ (= κατρουλίλα).|| Από τα γέλια έκανα ~ (= κατουρήθηκα) πάνω μου. Πβ. κάτουρο, κατρουλιό. ● Υποκ.: τσισάκια (τα) [< λ. ηχομιμητ., πβ. τουρκ. çiş]
52349τσίτα1τσί-τα επίρρ. (προφ.) 1. στον ανώτατο βαθμό, εντελώς: Έχει ~ ανοιχτά τα παράθυρα. Το ραδιόφωνο παίζει ~ (= στη διαπασών, στο τέρμα).|| (ως ουσ.) Χαλάρωση μετά την ~ της ημέρας (πβ. ένταση). 2. εφαρμοστά: Το παντελόνι σου είναι ~. Πβ. στενά. ΑΝΤ. λάσκα ● ΦΡ.: είμαι στην τσίτα: βρίσκομαι σε εγρήγορση και υπερένταση: Μην είσαι συνεχώς ~ ~ (= μην έχεις νεύρα), κούλαρε!, έχω κάποιον στην τσίτα: τον υποχρεώνω να βρίσκεται σε ετοιμότητα: Ο καθηγητής είχε τους μαθητές ~., τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι βλ. γκάζι
52350τσίτα2τσί-τα ουσ. (θηλ.): είδος μαϊμούς: Πηδάει/σκαρφαλώνει σαν ~. [< τουρκ. çita]
52351τσίτα3βλ. τσιτάχ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.