| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52344 | τσιροπούλι | τσι-ρο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κάθε μικρό πουλί· ειδικότ. σπουργίτι. Βλ. -πούλι. | |
| 52345 | τσίρος | τσί-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λιαστό σκουμπρί ή σπανιότ. κολιός, που σερβίρεται ως μεζές: ~ μαρινάτος/(ψητός) στα κάρβουνα. Παρήγγειλε ούζο με ~ο. 2. (μτφ.-προφ.) υπερβολικά αδύνατος, κάτισχνος, λιπόσαρκος άνθρωπος. Πβ. τσίχλα2. [< μεσν. τσίρος] | |
| 52346 | τσιροσαλάτα | τσι-ρο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): σαλάτα με λεπτές φέτες τσίρου και συνήθ. φρέσκο ψιλοκομμένο άνηθο σε λαδόξιδο, που σερβίρεται ως ορεκτικό. Βλ. -σαλάτα. | |
| 52347 | τσιρότο | τσι-ρό-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): ειδική αυτοκόλλητη ταινία σε διάφορα μεγέθη, που χρησιμεύει κυρ. για συγκράτηση επιδέσμου ή κάλυψη μικρών τραυμάτων: ~ νικοτίνης (: για τη διακοπή του καπνίσματος). Πβ. λευκο-, χανζα-πλάστ.|| (μτφ.-προφ.) Θα σου βάλω ~ (= φερμουάρ) στο στόμα. [< ιταλ. cerotto < λατ. cerotum< αρχ. κηρωτὴ ‘κατάπλασμα με κερί’] | |
| 52348 | τσίσα | τσί-σα ουσ. (ουδ.) & τσίσια (τα) (προφ.) 1. ούρηση: Πάω για ~. Πβ. κατούρημα. 2. (συνεκδ.) ούρα: Το μωρό έβρεξε το στρώμα με ~. Tο στενάκι μυρίζει ~ (= κατρουλίλα).|| Από τα γέλια έκανα ~ (= κατουρήθηκα) πάνω μου. Πβ. κάτουρο, κατρουλιό. ● Υποκ.: τσισάκια (τα) [< λ. ηχομιμητ., πβ. τουρκ. çiş] | |
| 52349 | τσίτα1 | τσί-τα επίρρ. (προφ.) 1. στον ανώτατο βαθμό, εντελώς: Έχει ~ ανοιχτά τα παράθυρα. Το ραδιόφωνο παίζει ~ (= στη διαπασών, στο τέρμα).|| (ως ουσ.) Χαλάρωση μετά την ~ της ημέρας (πβ. ένταση). 2. εφαρμοστά: Το παντελόνι σου είναι ~. Πβ. στενά. ΑΝΤ. λάσκα ● ΦΡ.: είμαι στην τσίτα: βρίσκομαι σε εγρήγορση και υπερένταση: Μην είσαι συνεχώς ~ ~ (= μην έχεις νεύρα), κούλαρε!, έχω κάποιον στην τσίτα: τον υποχρεώνω να βρίσκεται σε ετοιμότητα: Ο καθηγητής είχε τους μαθητές ~., τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι βλ. γκάζι | |
| 52350 | τσίτα2 | τσί-τα ουσ. (θηλ.): είδος μαϊμούς: Πηδάει/σκαρφαλώνει σαν ~. [< τουρκ. çita] | |
| 52351 | τσίτα3 | βλ. τσιτάχ | |
| 52352 | τσιτακισμός | τσι-τα-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. ιδιωματικό γλωσσικό φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο το "κ" προφέρεται ως "τσ" και το "γκ" ως "τζ" μπροστά από [e] ή [i] είτε βρίσκεται στην αρχή της λέξης, π.χ. και > τσαι, κήπος > τσήπος είτε στην κατάληξη: παιδάκι > παιδάτσι. Βλ. -ισμός. | |
| 52353 | τσιτάτο | τσι-τά-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): παράθεμα από έργο σημαίνοντος προσώπου, που εισάγει κάποιος στον δικό του λόγο, συνήθ. ειρωνικά: Απάντησε/μίλησε με ~α. Πβ. φράση, χωρίο. Βλ. ατάκα. [< γερμ. Zitat] | |
| 52354 | τσιτάχ | τσι-τάχ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσίτα: ΖΩΟΛ. γατόπαρδος. [< αγγλ. cheetah] | |
| 52355 | τσίτι | τσί-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.): απλό, λεπτό και φτηνό βαμβακερό ύφασμα σε ποικίλα χρώματα· συνεκδ. το αντίστοιχο φόρεμα. Βλ. κάμποτ. ● Υποκ.: τσιτάκι (το) [< τουρκ. çit] | |
| 52356 | τσιτσί | τσι-τσί ουσ. (ουδ.) (προφ.): κρέας. Βλ. μαμ. [< λ. νηπιακή] | |
| 52357 | τσιτσίδι | τσι-τσί-δι επίρρ. (προφ.): χωρίς κανένα ρούχο: Εμφανίστηκε ~ (= εντελώς γυμνός, με αδαμιαία περιβολή). | |
| 52358 | τσίτσιδος | , η, ο τσί-τσι-δος επίθ. (προφ.): που είναι απολύτως γυμνός: Κυκλοφορούσε ~ (= τσιτσίδι). ΣΥΝ. θεόγυμνος, ολόγυμνος | |
| 52359 | τσιτσίδωμα | τσι-τσί-δω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξεγύμνωμα. Πβ. γδύσιμο, γύμνωμα. ΑΝΤ. ντύσιμο (2) | |
| 52360 | τσιτσιδώνω | τσι-τσι-δώ-νω ρ. (μτβ.) {συνήθ. μεσοπαθ. τσιτσιδώ-θηκα, -μένος} (προφ.): γυμνώνω τελείως κάποιον. Πβ. γδύνω. ΣΥΝ. ξεγυμνώνω (1) ΑΝΤ. ντύνω (1) | |
| 52361 | τσιτσιμπίρα | βλ. τζιτζιμπίρα | |
| 52362 | τσιτσιρίζω | τσι-τσι-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσιτσίρι-σα, τσιτσιρί-στηκε, -σμένος, τσιτσιρίζ-οντας} (προφ.): (μτφ.) παιδεύω πολύ κάποιον: Τον ~ει (= ταλαιπωρεί) συνέχεια. ~στηκε, μέχρι να βρει δουλειά. Πβ. χορεύω (κάποιον) στο ταψί. ΣΥΝ. τηγανίζω (2), τσιγαρίζω (2), τσουρουφλίζω (2) ● τσιτσιρίζει: (κυρ. για φαγητό που τηγανίζεται) παράγει συνεχόμενο σφυριχτό ήχο: Το βούτυρο/το κρεμμύδι/η ομελέτα ~ στο τηγάνι. Οι πατάτες ~ουν στο καυτό λάδι. [< τσιρίζω, με αναδιπλασιασμό της πρώτης συλλαβής] | |
| 52363 | τσιτσίρισμα | τσι-τσί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του τσιτσιρίζει: το ~ των λουκάνικων στο τηγάνι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ