Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52840-52860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52344τσιροπούλιτσι-ρο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κάθε μικρό πουλί· ειδικότ. σπουργίτι. Βλ. -πούλι.
52345τσίροςτσί-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λιαστό σκουμπρί ή σπανιότ. κολιός, που σερβίρεται ως μεζές: ~ μαρινάτος/(ψητός) στα κάρβουνα. Παρήγγειλε ούζο με ~ο. 2. (μτφ.-προφ.) υπερβολικά αδύνατος, κάτισχνος, λιπόσαρκος άνθρωπος. Πβ. τσίχλα2. [< μεσν. τσίρος]
52346τσιροσαλάτατσι-ρο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): σαλάτα με λεπτές φέτες τσίρου και συνήθ. φρέσκο ψιλοκομμένο άνηθο σε λαδόξιδο, που σερβίρεται ως ορεκτικό. Βλ. -σαλάτα.
52347τσιρότοτσι-ρό-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): ειδική αυτοκόλλητη ταινία σε διάφορα μεγέθη, που χρησιμεύει κυρ. για συγκράτηση επιδέσμου ή κάλυψη μικρών τραυμάτων: ~ νικοτίνης (: για τη διακοπή του καπνίσματος). Πβ. λευκο-, χανζα-πλάστ.|| (μτφ.-προφ.) Θα σου βάλω ~ (= φερμουάρ) στο στόμα. [< ιταλ. cerotto < λατ. cerotum< αρχ. κηρωτὴ ‘κατάπλασμα με κερί’]
52348τσίσατσί-σα ουσ. (ουδ.) & τσίσια (τα) (προφ.) 1. ούρηση: Πάω για ~. Πβ. κατούρημα. 2. (συνεκδ.) ούρα: Το μωρό έβρεξε το στρώμα με ~. Tο στενάκι μυρίζει ~ (= κατρουλίλα).|| Από τα γέλια έκανα ~ (= κατουρήθηκα) πάνω μου. Πβ. κάτουρο, κατρουλιό. ● Υποκ.: τσισάκια (τα) [< λ. ηχομιμητ., πβ. τουρκ. çiş]
52349τσίτα1τσί-τα επίρρ. (προφ.) 1. στον ανώτατο βαθμό, εντελώς: Έχει ~ ανοιχτά τα παράθυρα. Το ραδιόφωνο παίζει ~ (= στη διαπασών, στο τέρμα).|| (ως ουσ.) Χαλάρωση μετά την ~ της ημέρας (πβ. ένταση). 2. εφαρμοστά: Το παντελόνι σου είναι ~. Πβ. στενά. ΑΝΤ. λάσκα ● ΦΡ.: είμαι στην τσίτα: βρίσκομαι σε εγρήγορση και υπερένταση: Μην είσαι συνεχώς ~ ~ (= μην έχεις νεύρα), κούλαρε!, έχω κάποιον στην τσίτα: τον υποχρεώνω να βρίσκεται σε ετοιμότητα: Ο καθηγητής είχε τους μαθητές ~., τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια/(το) γκάζι βλ. γκάζι
52350τσίτα2τσί-τα ουσ. (θηλ.): είδος μαϊμούς: Πηδάει/σκαρφαλώνει σαν ~. [< τουρκ. çita]
52351τσίτα3βλ. τσιτάχ
52352τσιτακισμόςτσι-τα-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. ιδιωματικό γλωσσικό φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο το "κ" προφέρεται ως "τσ" και το "γκ" ως "τζ" μπροστά από [e] ή [i] είτε βρίσκεται στην αρχή της λέξης, π.χ. και > τσαι, κήπος > τσήπος είτε στην κατάληξη: παιδάκι > παιδάτσι. Βλ. -ισμός.
52353τσιτάτοτσι-τά-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): παράθεμα από έργο σημαίνοντος προσώπου, που εισάγει κάποιος στον δικό του λόγο, συνήθ. ειρωνικά: Απάντησε/μίλησε με ~α. Πβ. φράση, χωρίο. Βλ. ατάκα. [< γερμ. Zitat]
52354τσιτάχτσι-τάχ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσίτα: ΖΩΟΛ. γατόπαρδος. [< αγγλ. cheetah]
52355τσίτιτσί-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.): απλό, λεπτό και φτηνό βαμβακερό ύφασμα σε ποικίλα χρώματα· συνεκδ. το αντίστοιχο φόρεμα. Βλ. κάμποτ. ● Υποκ.: τσιτάκι (το) [< τουρκ. çit]
52356τσιτσίτσι-τσί ουσ. (ουδ.) (προφ.): κρέας. Βλ. μαμ. [< λ. νηπιακή]
52357τσιτσίδιτσι-τσί-δι επίρρ. (προφ.): χωρίς κανένα ρούχο: Εμφανίστηκε ~ (= εντελώς γυμνός, με αδαμιαία περιβολή).
52358τσίτσιδος, η, ο τσί-τσι-δος επίθ. (προφ.): που είναι απολύτως γυμνός: Κυκλοφορούσε ~ (= τσιτσίδι). ΣΥΝ. θεόγυμνος, ολόγυμνος
52359τσιτσίδωματσι-τσί-δω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξεγύμνωμα. Πβ. γδύσιμο, γύμνωμα. ΑΝΤ. ντύσιμο (2)
52360τσιτσιδώνωτσι-τσι-δώ-νω ρ. (μτβ.) {συνήθ. μεσοπαθ. τσιτσιδώ-θηκα, -μένος} (προφ.): γυμνώνω τελείως κάποιον. Πβ. γδύνω. ΣΥΝ. ξεγυμνώνω (1) ΑΝΤ. ντύνω (1)
52361τσιτσιμπίραβλ. τζιτζιμπίρα
52362τσιτσιρίζωτσι-τσι-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσιτσίρι-σα, τσιτσιρί-στηκε, -σμένος, τσιτσιρίζ-οντας} (προφ.): (μτφ.) παιδεύω πολύ κάποιον: Τον ~ει (= ταλαιπωρεί) συνέχεια. ~στηκε, μέχρι να βρει δουλειά. Πβ. χορεύω (κάποιον) στο ταψί. ΣΥΝ. τηγανίζω (2), τσιγαρίζω (2), τσουρουφλίζω (2) ● τσιτσιρίζει: (κυρ. για φαγητό που τηγανίζεται) παράγει συνεχόμενο σφυριχτό ήχο: Το βούτυρο/το κρεμμύδι/η ομελέτα ~ στο τηγάνι. Οι πατάτες ~ουν στο καυτό λάδι. [< τσιρίζω, με αναδιπλασιασμό της πρώτης συλλαβής]
52363τσιτσίρισματσι-τσί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του τσιτσιρίζει: το ~ των λουκάνικων στο τηγάνι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.