| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52352 | τσιτακισμός | τσι-τα-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. ιδιωματικό γλωσσικό φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο το "κ" προφέρεται ως "τσ" και το "γκ" ως "τζ" μπροστά από [e] ή [i] είτε βρίσκεται στην αρχή της λέξης, π.χ. και > τσαι, κήπος > τσήπος είτε στην κατάληξη: παιδάκι > παιδάτσι. Βλ. -ισμός. | |
| 52353 | τσιτάτο | τσι-τά-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): παράθεμα από έργο σημαίνοντος προσώπου, που εισάγει κάποιος στον δικό του λόγο, συνήθ. ειρωνικά: Απάντησε/μίλησε με ~α. Πβ. φράση, χωρίο. Βλ. ατάκα. [< γερμ. Zitat] | |
| 52354 | τσιτάχ | τσι-τάχ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσίτα: ΖΩΟΛ. γατόπαρδος. [< αγγλ. cheetah] | |
| 52355 | τσίτι | τσί-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.): απλό, λεπτό και φτηνό βαμβακερό ύφασμα σε ποικίλα χρώματα· συνεκδ. το αντίστοιχο φόρεμα. Βλ. κάμποτ. ● Υποκ.: τσιτάκι (το) [< τουρκ. çit] | |
| 52356 | τσιτσί | τσι-τσί ουσ. (ουδ.) (προφ.): κρέας. Βλ. μαμ. [< λ. νηπιακή] | |
| 52357 | τσιτσίδι | τσι-τσί-δι επίρρ. (προφ.): χωρίς κανένα ρούχο: Εμφανίστηκε ~ (= εντελώς γυμνός, με αδαμιαία περιβολή). | |
| 52358 | τσίτσιδος | , η, ο τσί-τσι-δος επίθ. (προφ.): που είναι απολύτως γυμνός: Κυκλοφορούσε ~ (= τσιτσίδι). ΣΥΝ. θεόγυμνος, ολόγυμνος | |
| 52359 | τσιτσίδωμα | τσι-τσί-δω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξεγύμνωμα. Πβ. γδύσιμο, γύμνωμα. ΑΝΤ. ντύσιμο (2) | |
| 52360 | τσιτσιδώνω | τσι-τσι-δώ-νω ρ. (μτβ.) {συνήθ. μεσοπαθ. τσιτσιδώ-θηκα, -μένος} (προφ.): γυμνώνω τελείως κάποιον. Πβ. γδύνω. ΣΥΝ. ξεγυμνώνω (1) ΑΝΤ. ντύνω (1) | |
| 52361 | τσιτσιμπίρα | βλ. τζιτζιμπίρα | |
| 52362 | τσιτσιρίζω | τσι-τσι-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσιτσίρι-σα, τσιτσιρί-στηκε, -σμένος, τσιτσιρίζ-οντας} (προφ.): (μτφ.) παιδεύω πολύ κάποιον: Τον ~ει (= ταλαιπωρεί) συνέχεια. ~στηκε, μέχρι να βρει δουλειά. Πβ. χορεύω (κάποιον) στο ταψί. ΣΥΝ. τηγανίζω (2), τσιγαρίζω (2), τσουρουφλίζω (2) ● τσιτσιρίζει: (κυρ. για φαγητό που τηγανίζεται) παράγει συνεχόμενο σφυριχτό ήχο: Το βούτυρο/το κρεμμύδι/η ομελέτα ~ στο τηγάνι. Οι πατάτες ~ουν στο καυτό λάδι. [< τσιρίζω, με αναδιπλασιασμό της πρώτης συλλαβής] | |
| 52363 | τσιτσίρισμα | τσι-τσί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του τσιτσιρίζει: το ~ των λουκάνικων στο τηγάνι. | |
| 52364 | τσίτωμα | τσί-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσιτώνω: ~ του δέρματος (βλ. λίφτινγκ)/(μτφ.) των νεύρων. Πβ. τάνυση, τεζάρισμα, τέντωμα. | |
| 52365 | τσιτώνω | τσι-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσίτω-σα, τσιτώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, τσιτών-οντας} (προφ.) 1. τεντώνω στο έπακρο: ~σε η φούστα πάνω της, επειδή πάχυνε. ~θηκε το δέρμα λόγω λίφτινγκ.|| (κατ' επέκτ.) ~ τα ηχεία (= αυξάνω στο τέρμα την ένταση). ΣΥΝ. τεζάρω (2) ΑΝΤ. λασκάρω (1), χαλαρώνω (2) 2. (μτφ.) έχω ή προκαλώ σε κάποιον εκνευρισμό: Έχω ~σει (: είναι τεντωμένα τα νεύρα μου). Μην ~εις (πβ. παίρνω ανάποδες)! Με ~σε άσχημα (: με εκνεύρισε). ● Μτχ.: τσιτωμένος , η, ο: που έχει τσιτωθεί: ~ο: πρόσωπο. ~α: σεντόνια. ΣΥΝ. τσιτωτός.|| (μτφ.) ~α: νεύρα. Φαίνεσαι λίγο ~. ΣΥΝ. τεντωμένος. ● ΦΡ.: τσιτώνω τα γκάζια (νεαν. αργκό) 1. (για οδηγό) επιταχύνω. 2. (μτφ.) εντείνω την προσπάθεια, εντατικοποιώ τους ρυθμούς. Πβ. γκαζώνω, τα δίνω όλα., ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε βλ. τεζάρω | |
| 52366 | τσιτωτός | , ή, ό τσι-τω-τός επίθ. (προφ.): τσιτωμένος: ~ή: μπλούζα (= εφαρμοστή, κολλητή). | |
| 52367 | τσιφ1 | {άκλ.} (ως επίθ. ή επίρρ.): ΕΜΠΟΡ. -ΟΙΚΟΝ. διεθνής όρος, ο οποίος δηλώνει ότι στην τιμή εισαγόμενων εμπορευμάτων συμπεριλαμβάνονται το κόστος, τα ασφάλιστρα και η μεταφορά τους στο λιμάνι προορισμού, ενώ από εκεί και μετά τα έξοδα και οι κίνδυνοι βαραίνουν τον αγοραστή. [< αγγλ. CIF, C(ost), I(nsurance and) F(reight), γαλλ. C.I.F, 20ός αι.] | |
| 52368 | τσιφ2 | ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.): αρχηγός. [< αγγλ. chief] | |
| 52369 | τσιφλικάς | τσι-φλι-κάς ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. ιδιοκτήτης τσιφλικιού. Πβ. γαιοκτήμονας, μεγαλοκτηματίας, τιμαριούχος, φεουδάρχης. Βλ. μεγαλο~.|| (μτφ.) Νοοτροπία ~ά (πβ. αφέντης, εξουσιαστής). Βλ. -άς. ΣΥΝ. τσιφλικούχος | |
| 52370 | τσιφλίκι | τσι-φλί-κι ουσ. (ουδ.) {τσιφλικ-ιού} ΣΥΝ. τιμάριο, φέουδο 1. ΙΣΤ. μεγάλο τμήμα αγροτικής γης που ανήκε σε τσιφλικά και καλλιεργούνταν από κολίγους: η διανομή των ~ιών. Πβ. λατιφούντιο. 2. (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε οικειοποιείται ή διοικεί κάποιος αυθαίρετα: υπουργικό ~. Ο δήμος δεν είναι ~ κανενός! Πβ. κτήμα. [< τουρκ. çiflik, çiftlik] | |
| 52371 | τσιφλικούχος | [τσιφλικοῦχος] τσι-φλι-κού-χος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τσιφλικάς. Βλ. -ούχος1. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ