| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52364 | τσίτωμα | τσί-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσιτώνω: ~ του δέρματος (βλ. λίφτινγκ)/(μτφ.) των νεύρων. Πβ. τάνυση, τεζάρισμα, τέντωμα. | |
| 52365 | τσιτώνω | τσι-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσίτω-σα, τσιτώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, τσιτών-οντας} (προφ.) 1. τεντώνω στο έπακρο: ~σε η φούστα πάνω της, επειδή πάχυνε. ~θηκε το δέρμα λόγω λίφτινγκ.|| (κατ' επέκτ.) ~ τα ηχεία (= αυξάνω στο τέρμα την ένταση). ΣΥΝ. τεζάρω (2) ΑΝΤ. λασκάρω (1), χαλαρώνω (2) 2. (μτφ.) έχω ή προκαλώ σε κάποιον εκνευρισμό: Έχω ~σει (: είναι τεντωμένα τα νεύρα μου). Μην ~εις (πβ. παίρνω ανάποδες)! Με ~σε άσχημα (: με εκνεύρισε). ● Μτχ.: τσιτωμένος , η, ο: που έχει τσιτωθεί: ~ο: πρόσωπο. ~α: σεντόνια. ΣΥΝ. τσιτωτός.|| (μτφ.) ~α: νεύρα. Φαίνεσαι λίγο ~. ΣΥΝ. τεντωμένος. ● ΦΡ.: τσιτώνω τα γκάζια (νεαν. αργκό) 1. (για οδηγό) επιταχύνω. 2. (μτφ.) εντείνω την προσπάθεια, εντατικοποιώ τους ρυθμούς. Πβ. γκαζώνω, τα δίνω όλα., ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί βλ. αυτί, τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε βλ. τεζάρω | |
| 52366 | τσιτωτός | , ή, ό τσι-τω-τός επίθ. (προφ.): τσιτωμένος: ~ή: μπλούζα (= εφαρμοστή, κολλητή). | |
| 52367 | τσιφ1 | {άκλ.} (ως επίθ. ή επίρρ.): ΕΜΠΟΡ. -ΟΙΚΟΝ. διεθνής όρος, ο οποίος δηλώνει ότι στην τιμή εισαγόμενων εμπορευμάτων συμπεριλαμβάνονται το κόστος, τα ασφάλιστρα και η μεταφορά τους στο λιμάνι προορισμού, ενώ από εκεί και μετά τα έξοδα και οι κίνδυνοι βαραίνουν τον αγοραστή. [< αγγλ. CIF, C(ost), I(nsurance and) F(reight), γαλλ. C.I.F, 20ός αι.] | |
| 52368 | τσιφ2 | ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.): αρχηγός. [< αγγλ. chief] | |
| 52369 | τσιφλικάς | τσι-φλι-κάς ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. ιδιοκτήτης τσιφλικιού. Πβ. γαιοκτήμονας, μεγαλοκτηματίας, τιμαριούχος, φεουδάρχης. Βλ. μεγαλο~.|| (μτφ.) Νοοτροπία ~ά (πβ. αφέντης, εξουσιαστής). Βλ. -άς. ΣΥΝ. τσιφλικούχος | |
| 52370 | τσιφλίκι | τσι-φλί-κι ουσ. (ουδ.) {τσιφλικ-ιού} ΣΥΝ. τιμάριο, φέουδο 1. ΙΣΤ. μεγάλο τμήμα αγροτικής γης που ανήκε σε τσιφλικά και καλλιεργούνταν από κολίγους: η διανομή των ~ιών. Πβ. λατιφούντιο. 2. (μτφ.-μειωτ.) οτιδήποτε οικειοποιείται ή διοικεί κάποιος αυθαίρετα: υπουργικό ~. Ο δήμος δεν είναι ~ κανενός! Πβ. κτήμα. [< τουρκ. çiflik, çiftlik] | |
| 52371 | τσιφλικούχος | [τσιφλικοῦχος] τσι-φλι-κού-χος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τσιφλικάς. Βλ. -ούχος1. | |
| 52372 | τσιφούτης | τσι-φού-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. τσιφούτα} (προφ.): αυτός που είναι φιλάργυρος και εκμεταλλεύεται αυτούς που τον έχουν ανάγκη. Πβ. καρμίρης, μίζερος, σπαγκοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσιγκούνης, φραγκοφονιάς. ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, χουβαρντάς [< τουρκ. çιfιt] | |
| 52373 | τσιφουτιά | τσι-φου-τιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα ή (συνεκδ.-κυρ. στον πληθ.) οι πράξεις του τσιφούτη: Η ~ του δεν έχει όρια. Πβ. φιλαργυρία.|| Να αφήσεις τις/δεν θέλω ~ιές! ΣΥΝ. τσιγκουνιά ΑΝΤ. γενναιοδωρία | |
| 52374 | τσιφούτικος | , η, ο τσι-φού-τι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται σε τσιφούτη: ~η: συμπεριφορά. | |
| 52375 | τσιφτετέλι | τσι-φτε-τέ-λι ουσ. (ουδ.): ανατολίτικος αισθησιακός κυρ. γυναικείος χορός που βασίζεται στον ρυθμικό αυτοσχεδιασμό και χορεύεται από ένα άτομο ή αντικριστά· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική και τα ανάλογα τραγούδια. Βλ. χορός της κοιλιάς.|| Η ορχήστρα παίζει ~ια. [< τουρκ. çiftetelli] | |
| 52376 | τσίφτης | τσί-φτης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. {θηλ. τσίφτισσα} αυτός που είναι πολύ ικανός, πανέξυπνος και έχει άψογη συμπεριφορά: καραμπουζουκλής/μάγκας και ~. Είσαι πολύ ~ (= εντάξει). (ως προσφών.) Γεια σου, ~η! 2. ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Milvus migrans), με σκούρο καφέ χρώμα, υπόλευκο κεφάλι με ραβδώσεις, στενές φτερούγες και διχαλωτή ουρά, το οποίο τρέφεται κυρ. με ψοφίμια. Βλ. ψαλιδιάρης. [< αλβ. qift] | |
| 52377 | τσίφτικος | , η, ο τσί-φτι-κος επίθ. (λαϊκό): που σχετίζεται με τον τσίφτη: ~η: απάντηση (= πολύ έξυπνη). ● επίρρ.: τσίφτικα | |
| 52378 | τσίχλα1 | τσί-χλα ουσ. (θηλ.): προϊόν από φυσικό κόμμι και άλλα συστατικά για μάσημα, συνήθ. αρωματισμένο, το οποίο κυκλοφορεί στο εμπόριο σε μικρά τυποποιημένα τεμάχια: ~ δυόσμου/μέντας/φρούτων/Χίου (βλ. ΠΓΕ, ΠΟΠ)/χωρίς ζάχαρη. Ένα κουτί/πακετάκι ~ες. Φτύσε την ~! ~ κολλημένη σε παπούτσι. Πβ. μαστίχα. ΣΥΝ. οδοντότσιχλα.|| ~ νικοτίνης (: για διακοπή του καπνίσματος).|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) Λέξη-~ (: που επαναλαμβάνεται χωρίς νόημα· πβ. καραμέλα, πιπίλα). ● Υποκ.: τσιχλίτσα (η) [< αγγλ. chicle] | |
| 52379 | τσίχλα2 | τσί-χλα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μικρό εντομοφάγο μεταναστευτικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Turdus philomelos), με καστανωπό φτέρωμα, υπόλευκο στήθος, πλευρά με σκούρες κηλίδες και περπάτημα σαν της πέρδικας, το οποίο θηρεύεται για το νόστιμο κρέας του. Βλ. στρουθιόμορφα. ΣΥΝ. κίχλη 2. (μτφ.-προφ.) πολύ λεπτός άνθρωπος. Πβ. λιπόσαρκος, τσίρος. [< μεσν. τσίχλα < μτγν. κίχλα < αρχ. κίχλη] | |
| 52380 | τσιχλόνι | τσι-χλό-νι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό πουλί που μοιάζει με τσίχλα και τρέφεται με σπόρια. Βλ. -όνι. | |
| 52381 | τσιχλόφουσκα | τσι-χλό-φου-σκα ουσ. (θηλ.) 1. είδος τσίχλας που, όταν τη μασάει κάποιος, μπορεί να κάνει φούσκα· (κυρ. συνεκδ.) η φούσκα που σχηματίζει κάποιος με την τσίχλα: μεγάλη ροζ ~. Η ~ έσκασε. 2. (μτφ.) οτιδήποτε ανόητο και ασήμαντο: τραγούδι ~. Πβ. φούσκα. [< αγγλ. bubble gum, 1937] | |
| 52382 | τσογλαναρία | τσο-γλα-να-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-περιληπτ.): ομάδα τσογλανιών. Πβ. αληταρία. Βλ. -αρία. | |
| 52383 | τσογλάνι | τσο-γλά-νι ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): παλιόπαιδο, τομάρι. Πβ. αλήτης, κάθαρμα, καθίκι, κωλόπαιδο, μούτρο, παλιάνθρωπος. ● Υποκ.: τσογλανάκι (το) ● Μεγεθ.: τσογλαναράς (ο), τσόγλανος (ο) [< τουρκ. içoğlanı ‘παιδί του παιδομαζώματος’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ