| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52372 | τσιφούτης | τσι-φού-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. τσιφούτα} (προφ.): αυτός που είναι φιλάργυρος και εκμεταλλεύεται αυτούς που τον έχουν ανάγκη. Πβ. καρμίρης, μίζερος, σπαγκοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσιγκούνης, φραγκοφονιάς. ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, χουβαρντάς [< τουρκ. çιfιt] | |
| 52373 | τσιφουτιά | τσι-φου-τιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα ή (συνεκδ.-κυρ. στον πληθ.) οι πράξεις του τσιφούτη: Η ~ του δεν έχει όρια. Πβ. φιλαργυρία.|| Να αφήσεις τις/δεν θέλω ~ιές! ΣΥΝ. τσιγκουνιά ΑΝΤ. γενναιοδωρία | |
| 52374 | τσιφούτικος | , η, ο τσι-φού-τι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται σε τσιφούτη: ~η: συμπεριφορά. | |
| 52375 | τσιφτετέλι | τσι-φτε-τέ-λι ουσ. (ουδ.): ανατολίτικος αισθησιακός κυρ. γυναικείος χορός που βασίζεται στον ρυθμικό αυτοσχεδιασμό και χορεύεται από ένα άτομο ή αντικριστά· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική και τα ανάλογα τραγούδια. Βλ. χορός της κοιλιάς.|| Η ορχήστρα παίζει ~ια. [< τουρκ. çiftetelli] | |
| 52376 | τσίφτης | τσί-φτης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. {θηλ. τσίφτισσα} αυτός που είναι πολύ ικανός, πανέξυπνος και έχει άψογη συμπεριφορά: καραμπουζουκλής/μάγκας και ~. Είσαι πολύ ~ (= εντάξει). (ως προσφών.) Γεια σου, ~η! 2. ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Milvus migrans), με σκούρο καφέ χρώμα, υπόλευκο κεφάλι με ραβδώσεις, στενές φτερούγες και διχαλωτή ουρά, το οποίο τρέφεται κυρ. με ψοφίμια. Βλ. ψαλιδιάρης. [< αλβ. qift] | |
| 52377 | τσίφτικος | , η, ο τσί-φτι-κος επίθ. (λαϊκό): που σχετίζεται με τον τσίφτη: ~η: απάντηση (= πολύ έξυπνη). ● επίρρ.: τσίφτικα | |
| 52378 | τσίχλα1 | τσί-χλα ουσ. (θηλ.): προϊόν από φυσικό κόμμι και άλλα συστατικά για μάσημα, συνήθ. αρωματισμένο, το οποίο κυκλοφορεί στο εμπόριο σε μικρά τυποποιημένα τεμάχια: ~ δυόσμου/μέντας/φρούτων/Χίου (βλ. ΠΓΕ, ΠΟΠ)/χωρίς ζάχαρη. Ένα κουτί/πακετάκι ~ες. Φτύσε την ~! ~ κολλημένη σε παπούτσι. Πβ. μαστίχα. ΣΥΝ. οδοντότσιχλα.|| ~ νικοτίνης (: για διακοπή του καπνίσματος).|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) Λέξη-~ (: που επαναλαμβάνεται χωρίς νόημα· πβ. καραμέλα, πιπίλα). ● Υποκ.: τσιχλίτσα (η) [< αγγλ. chicle] | |
| 52379 | τσίχλα2 | τσί-χλα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. μικρό εντομοφάγο μεταναστευτικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Turdus philomelos), με καστανωπό φτέρωμα, υπόλευκο στήθος, πλευρά με σκούρες κηλίδες και περπάτημα σαν της πέρδικας, το οποίο θηρεύεται για το νόστιμο κρέας του. Βλ. στρουθιόμορφα. ΣΥΝ. κίχλη 2. (μτφ.-προφ.) πολύ λεπτός άνθρωπος. Πβ. λιπόσαρκος, τσίρος. [< μεσν. τσίχλα < μτγν. κίχλα < αρχ. κίχλη] | |
| 52380 | τσιχλόνι | τσι-χλό-νι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό πουλί που μοιάζει με τσίχλα και τρέφεται με σπόρια. Βλ. -όνι. | |
| 52381 | τσιχλόφουσκα | τσι-χλό-φου-σκα ουσ. (θηλ.) 1. είδος τσίχλας που, όταν τη μασάει κάποιος, μπορεί να κάνει φούσκα· (κυρ. συνεκδ.) η φούσκα που σχηματίζει κάποιος με την τσίχλα: μεγάλη ροζ ~. Η ~ έσκασε. 2. (μτφ.) οτιδήποτε ανόητο και ασήμαντο: τραγούδι ~. Πβ. φούσκα. [< αγγλ. bubble gum, 1937] | |
| 52382 | τσογλαναρία | τσο-γλα-να-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-περιληπτ.): ομάδα τσογλανιών. Πβ. αληταρία. Βλ. -αρία. | |
| 52383 | τσογλάνι | τσο-γλά-νι ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): παλιόπαιδο, τομάρι. Πβ. αλήτης, κάθαρμα, καθίκι, κωλόπαιδο, μούτρο, παλιάνθρωπος. ● Υποκ.: τσογλανάκι (το) ● Μεγεθ.: τσογλαναράς (ο), τσόγλανος (ο) [< τουρκ. içoğlanı ‘παιδί του παιδομαζώματος’] | |
| 52384 | τσογλανιά | τσο-γλα-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): προκλητική και θρασύτατη συμπεριφορά. | |
| 52385 | τσοκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρικό εξάρτημα περιστροφικών εργαλείων για τη στήριξη αυτών ή των προς κατεργασία αντικειμένων: ~ τόρνου και δραπάνου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κωνικό συνήθ. εξάρτημα για τη σμίκρυνση του στομίου της κάννης, με στόχο τον έλεγχο της διασποράς των σκαγιών: εσωτερικό ~ σε καραμπίνα. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. (παλαιότ.) μηχανικό εξάρτημα, το οποίο χρησιμοποιείται σε βενζινοκίνητα οχήματα για την ελάττωση της ποσότητας του αέρα που εισέρχεται στο καρμπιρατέρ: διακόπτης ~. [< αγγλ. choke] | |
| 52386 | τσοκαρία | τσο-κα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): γυναίκα ή σύνολο γυναικών που χαρακτηρίζονται από κακογουστιά και ευτελή συμπεριφορά. Πβ. τσόκαρο. | |
| 52387 | τσόκαρο | τσό-κα-ρο ουσ. (ουδ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ανοιχτό, ξώφτερνο παπούτσι με ξύλινη συνήθ. σόλα: δερμάτινα/πλαστικά ~α. Πβ. ξυλοπάπουτσο, σαμπό. 2. {σπάν. στον πληθ.} (μτφ.-υβριστ.) γυναίκα που χαρακτηρίζεται από κακογουστιά και ευτελή συμπεριφορά. Πβ. κατίνα, κότα, τσοκαρία. ● Υποκ.: τσοκαράκι (το) [< μεσν. τσόκαρο] | |
| 52388 | τσόλι | τσό-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κουρελού και κατ' επέκτ. κουρέλι, παλιόρουχο. || Φοράει κάτι ~ια! 2. (μτφ.-υβριστ.) ευτελής, πρόστυχος άνθρωπος: Κοίτα ένα ~ (πβ. σούργελο)! Ντύνεται σαν ~. ● Υποκ.: τσολάκι (το) [< τουρκ. çul] | |
| 52389 | τσολιαδίστικος | , η, ο τσο-λια-δί-στι-κος επίθ. & (σπάν.) τσολιάδικος: που σχετίζεται με τσολιά: ~η: φουστανέλα. ~ο: παράστημα/φέσι. ~α: τσαρούχια. Βλ. -ίστικος. ● Ουσ.: τσολιαδίστικα (τα): ενν. ρούχα: Φόρεσε τα ~. | |
| 52390 | τσολιάς | τσο-λιάς ουσ. (αρσ.) {τσολιάδ-ες | -ων} (προφ.): εύζωνας: Αλλαγή φρουράς ~ων στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.|| Ντύθηκε ~ στην παρέλαση (: φόρεσε την ελληνική εθνική ενδυμασία). Πβ. φουστανελοφόρος.|| Βλ. γερμανο~. ● Υποκ.: τσολιαδάκι (το): (συνεκδ.) Τουρίστες αγοράζουν ~ια (: σουβενίρ που παριστάνει τσολιά). | |
| 52391 | τσομπάνης | βλ. τσοπάνης |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ