Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52880-52900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52384τσογλανιάτσο-γλα-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): προκλητική και θρασύτατη συμπεριφορά.
52385τσοκουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρικό εξάρτημα περιστροφικών εργαλείων για τη στήριξη αυτών ή των προς κατεργασία αντικειμένων: ~ τόρνου και δραπάνου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. κωνικό συνήθ. εξάρτημα για τη σμίκρυνση του στομίου της κάννης, με στόχο τον έλεγχο της διασποράς των σκαγιών: εσωτερικό ~ σε καραμπίνα. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. (παλαιότ.) μηχανικό εξάρτημα, το οποίο χρησιμοποιείται σε βενζινοκίνητα οχήματα για την ελάττωση της ποσότητας του αέρα που εισέρχεται στο καρμπιρατέρ: διακόπτης ~. [< αγγλ. choke]
52386τσοκαρίατσο-κα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): γυναίκα ή σύνολο γυναικών που χαρακτηρίζονται από κακογουστιά και ευτελή συμπεριφορά. Πβ. τσόκαρο.
52387τσόκαροτσό-κα-ρο ουσ. (ουδ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ανοιχτό, ξώφτερνο παπούτσι με ξύλινη συνήθ. σόλα: δερμάτινα/πλαστικά ~α. Πβ. ξυλοπάπουτσο, σαμπό. 2. {σπάν. στον πληθ.} (μτφ.-υβριστ.) γυναίκα που χαρακτηρίζεται από κακογουστιά και ευτελή συμπεριφορά. Πβ. κατίνα, κότα, τσοκαρία. ● Υποκ.: τσοκαράκι (το) [< μεσν. τσόκαρο]
52388τσόλιτσό-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κουρελού και κατ' επέκτ. κουρέλι, παλιόρουχο. || Φοράει κάτι ~ια! 2. (μτφ.-υβριστ.) ευτελής, πρόστυχος άνθρωπος: Κοίτα ένα ~ (πβ. σούργελο)! Ντύνεται σαν ~. ● Υποκ.: τσολάκι (το) [< τουρκ. çul]
52389τσολιαδίστικος, η, ο τσο-λια-δί-στι-κος επίθ. & (σπάν.) τσολιάδικος: που σχετίζεται με τσολιά: ~η: φουστανέλα. ~ο: παράστημα/φέσι. ~α: τσαρούχια. Βλ. -ίστικος. ● Ουσ.: τσολιαδίστικα (τα): ενν. ρούχα: Φόρεσε τα ~.
52390τσολιάςτσο-λιάς ουσ. (αρσ.) {τσολιάδ-ες | -ων} (προφ.): εύζωνας: Αλλαγή φρουράς ~ων στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.|| Ντύθηκε ~ στην παρέλαση (: φόρεσε την ελληνική εθνική ενδυμασία). Πβ. φουστανελοφόρος.|| Βλ. γερμανο~. ● Υποκ.: τσολιαδάκι (το): (συνεκδ.) Τουρίστες αγοράζουν ~ια (: σουβενίρ που παριστάνει τσολιά).
52391τσομπάνηςβλ. τσοπάνης
52392τσομπανοπούλαβλ. τσοπανοπούλα
52393τσομπανόπουλοβλ. τσοπανόπουλο
52394τσομπάνοςβλ. τσοπάνης
52395τσομπανόσκυλοβλ. τσοπανόσκυλο
52396τσόνιτσό-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. σπίνος.
52397τσόντατσό-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πορνοταινία· (παλαιότ.) σκηνή πορνό που παρεμβαλλόταν σε ταινία με διαφορετικό θέμα. 2. μικρό συνήθ. κομμάτι υφάσματος που ράβεται σε όμοιο ρούχο, για να το φαρδύνει ή να το μακρύνει· κατ' επέκτ. οτιδήποτε λειτουργεί ως προσθήκη ή συμπλήρωμα σε κάτι άλλο. Βλ. μπάλωμα. [< 2: βεν. zonta]
52398τσοντάρισματσο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσοντάρω: Μάζεψε τα λεφτά με ~. Βλ. -ισμα.
52399τσοντάρωτσο-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {τσόνταρ-ε κ. τσοντάρ-ισε, -ισμένος, -οντας} (προφ.) 1. δίνω χρήματα, για να συμπληρωθεί απαιτούμενο ποσό: Δεν ~εις κι εσύ να πληρώσουμε το λογαριασμό; ~ε κι εσύ (κάτι/κάνα φράγκο), γιατί δεν βγαίνω. 2. (κατ' επέκτ.) προσθέτω: ~ισαν μια τροπολογία. ~ισε μερικά πλάνα. [< βεν. zontare]
52400τσοπανάκοςτσο-πα-νά-κος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος άγριου ωδικού πτηνού (οικογ. Sittidae).
52401τσοπάνηςτσο-πά-νης ουσ. (αρσ.) & τσομπάνης & τσο(μ)πάνος {(λαϊκό) τσο(μ)παναραίοι | θηλ. τσο(μ)πάνισσα}: βοσκός: η φλογέρα του ~η. Πβ. βουκόλος, ποιμένας. ● Υποκ.: τσοπανάκος & τσομπανάκος (ο) ● ΦΡ.: ξύνεται/τρίβεται στη γκλίτσα του τσοπάνη/τσοπάνου βλ. γκλίτσα [< τουρκ. çoban]
52402τσοπανοπούλατσο-πα-νο-πού-λα ουσ. (θηλ.) & τσομπανοπούλα: μικρή τσοπάνισσα ή κόρη τσοπάνη. Βλ. -οπούλα. ΣΥΝ. βοσκοπούλα
52403τσοπανόπουλοτσο-πα-νό-που-λο ουσ. (ουδ.) & τσομπανόπουλο: νεαρός τσοπάνος ή γιος τσοπάνη. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. βοσκόπουλο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.