Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52900-52920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52404τσοπανόσκυλοτσο-πα-νό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) & τσομπανόσκυλο & τσοπανόσκυλος (ο) 1. σκυλί, συνήθ. μεγαλόσωμο, που φυλάει κοπάδια κυρ. αιγοπροβάτων: γερμανικό ~. ΣΥΝ. ποιμενικός 2. (μτφ.-μειωτ.) μαντρόσκυλο: κομματικά ~α.
52405τσόπερτσό-περ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τύπος μοτοσικλέτας με μεγάλη απόσταση μεταξύ του μπροστινού τροχού και της υπόλοιπης μηχανής, υπερυψωμένο τιμόνι και χαμηλή σέλα: μίνι ~. Καβάλησε μια/οδηγώ ~. Βλ. εντούρο.|| (κατ' επέκτ.) Ποδήλατο ~. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διάταξη που διακόπτει τη λειτουργία ηλεκτρικού κυκλώματος ανά τακτά χρονικά διαστήματα. ● Υποκ.: τσοπεράκι (το): σημ. 1. [< 1: αμερικ. chopper, 1965, 2: αγγλ. ~, 1929]
52406τσοπεράςτσο-πε-ράς ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): οδηγός μοτοσικλέτας τύπου τσόπερ. Βλ. -άς, εντουράς, χαρλεάς.
52407τσότρατσό-τρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ξύλινο φλασκί. [< τουρκ. çotra]
52408τσουβαλάτατσου-βα-λά-τα επίρρ. (λαϊκό): μόνο στη ● ΦΡ.: μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα
52409τσουβάλιτσου-βά-λι ουσ. (ουδ.) {τσουβαλ-ιού} 1. σακί, παλαιότ. συνήθ. από καννάβι· συνεκδ. το περιεχόμενό του ή η αντίστοιχη ποσότητα: μπαλωμένο ~. Πάνινα ~ια. ~ια με ελιές/όσπρια/χώμα. Στοίβαγμα ~ιών σε αποθήκες. Αδειάζω ένα ~. Πβ. σάκος.|| Κουβαλούσε ένα ~ πατάτες.|| (μτφ., κυρ. στην αργκό του ποδοσφαίρου) Έχασε ένα ~ (= σωρό) ευκαιρίες. 2. (μτφ.-προφ.) ρούχο άχαρο και φαρδύ ή πολύ τσαλακωμένο ή ραμμένο από χαμηλής ποιότητας ύφασμα. ● Υποκ.: τσουβαλάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: δεν είμαστε στο ίδιο τσουβάλι (μτφ.-προφ.): δεν είναι δυνατό να εξισωθούμε ή να τύχουμε κοινής αντιμετώπισης: Όσο και να επιμένεις, ~ ~ (= ίσα κι όμοια)., με το τσουβάλι (προφ.-εμφατ.): για κάτι που υπάρχει σε πολύ μεγάλη ποσότητα· μπόλικο: χιόνι ~ ~ (= άφθονο)., βάζω στο ίδιο σακί/στο ίδιο τσουβάλι/στον ίδιο ντορβά βλ. σακί, λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά βλ. λεφτά [< τουρκ. çuval]
52410τσουβαλιάζωτσου-βα-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {τσουβάλια-σα, τσουβαλιά-στηκα, -σμένος, τσουβαλιάζ-οντας} 1. (προφ.) αποθηκεύω ή μεταφέρω κάτι σε τσουβάλι: ~ κρεμμύδια.|| (μτφ.) Ήταν ~σμένοι (= στοιβαγμένοι, στριμωγμένοι) μέσα στα λεωφορεία. 2. (μτφ.-λαϊκό) συλλαμβάνω και φυλακίζω: Τους ~σαν για τις κλοπές. Πβ. μπαγλαρώνω, πιάνω. 3. (μτφ.-προφ.) εξισώνω διαφορετικούς ανθρώπους ή καταστάσεις, αντιμετωπίζοντάς τους εξίσου αρνητικά: Έχουν ~σει τους πάντες και τα πάντα. Πβ. απαξιώνω.
52411τσουβάλιασματσου-βά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) {τσουβαλιάσμ-ατα} 1. (προφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσουβαλιάζω: ~ των καρπών/της σοδειάς. ΣΥΝ. σάκιασμα.|| (μτφ.) ~ των επιβατών. Πβ. στοίβαγμα, στρίμωγμα. 2. (μτφ.-προφ.) γενίκευση και απαξίωση: αυθαίρετα ~ατα. ~ απόψεων/πτυχίων. 3. (μτφ.-λαϊκό) σύλληψη και φυλάκιση: ~ και απελάσεις μεταναστών. Πβ. μπαγλάρωμα.
52412τσουγκράνατσου-γκρά-να ουσ. (θηλ.): γεωργικό κυρ. εργαλείο με κυρτά, σιδερένια δόντια, προσαρμοσμένα σε ξύλινη ή μεταλλική λαβή, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθ. για τον καθαρισμό και το σκάψιμο του χώματος ή τη μετακίνηση φύλλων και άλλων άχρηστων αντικειμένων: πλαστική ~. ~ κήπου/χειρός. (ΤΕΧΝΟΛ.) Ηλεκτρική ~. Βλ. αξίνα, τσουγκρανόσκουπα, φτυάρι.
52413τσουγκράνισματσου-γκρά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σκάψιμο χώματος ή αφαίρεση πεσμένων φύλλων και σκουπιδιών, συνήθ. από κήπο, με τη χρήση τσουγκράνας.
52414τσουγκρανόσκουπατσου-γκρα-νό-σκου-πα ουσ. (θηλ.): κηπουρικό εργαλείο με χρήση τσουγκράνας και σκούπας: ρυθμιζόμενη ~. ~ χειρός. Μεταλλική/πλαστική ~ γκαζόν.
52415τσουγκρίζωτσου-γκρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσούγκρι-σα, -σμένος, τσουγκρίζ-οντας} (προφ.) 1. φέρνω κοντά και χτυπώ απαλά δύο πράγματα μεταξύ τους: ~σαν τα ποτήρια και ευχήθηκαν ... ~σαν τα κόκκινα αβγά. 2. συγκρούομαι ελαφρώς συνήθ. με όχημα: Το αυτοκίνητο ~σε με ένα μηχανάκι. Πβ. τρακάρω. ● ΦΡ.: τα τσουγκρίζω (με κάποιον) (μτφ.): τσακώνομαι και διακόπτω τις σχέσεις μου μαζί του: Τα ~σαν για τα περιουσιακά και δεν ξαναμίλησαν. [< αρχ. συγκρούω]
52416τσούγκρισματσού-γκρι-σμα ουσ. (ουδ.) {τσουγκρίσμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσουγκρίζω: το ~ των αβγών ως πασχαλινό έθιμο.|| Συμβουλές για αποφυγή ~άτων (= τρακαρισμάτων).|| (μτφ.) ~ατα και ανακατατάξεις στην αγορά. Πβ. καβγάς, τσακωμός.
52417τσούζωτσού-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έτσουξα, τσούξει} (προφ.) 1. προκαλώ πόνο που μοιάζει με κάψιμο: Το ιώδιο/το οινόπνευμα ~ει (πάνω) στην πληγή. Σαμπουάν που δεν ~ει στα μάτια. Κοκκίνισε και ~ει το δέρμα μου.|| (Με) ~ουν τα μάτια μου από τον καπνό. Πβ. καίει.|| Tο κρύο ~ει (: είναι τσουχτερό, δριμύ).|| (μτφ., για υπερβολικά υψηλές τιμές) Πρόστιμο που ~ει! 2. (μτφ.) θίγω και στενοχωρώ κάποιον: Τους ~ξαν τα λόγια/τα σχόλιά μας. Τους ~ει που ο κόσμος τους αγνοεί. Θα επιβληθούν ποινές που θα ~ουν αρκετά. Η αλήθεια ~ει. Πβ. ζεματίζω, πειράζω, πληγώνω, προσβάλλω. ● ΦΡ.: τα/το τσούζω: πίνω πολύ, τα κοπανάω: Τα έχουν τσούξει λίγο παραπάνω. Πβ. μεθοκοπώ. [< μεσν. τσούζω]
52418τσουκαλάςτσου-κα-λάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό) : κατασκευαστής ή/και πωλητής πήλινων αντικειμένων, κυρ. τσουκαλιών. Πβ. αγγειοπλάστης. Βλ. -άς.
52419τσουκάλιτσου-κά-λι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) τσικάλι (κυρ. παλαιότ.): πήλινη χύτρα, κατσαρόλα· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα: κρέας στο ~. Βάζω το ~ στη φωτιά.|| Έφτιαξε ένα ~ φακές.|| Μαύρος σαν το ~ (= μαυροτσούκαλο). Βλ. καζάνι, μαρμίτα. ● Υποκ.: τσουκαλάκι (το) ● Μεγεθ.: τσουκάλα (η) [< μεσν. τζυκάλιον, τζουκάλιον, τσουκάλι < ιταλ. zuca ‘κολοκύθα’]
52420τσουκνίδατσου-κνί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες, αγγειόσπερμο φυτό (επιστ. ονομασ. Urtica dioica) που καλύπτεται από αδενώδεις τρίχες, οι οποίες κατά την επαφή τους με το δέρμα προκαλούν έντονο κνησμό, εξαιτίας του μυρμηκικού οξέος που περιέχουν: τσίμπημα ~ας.|| Αφέψημα/εκχύλισμα ~ας. ΣΥΝ. κνίδη [< μεσν. τσουκνίδα]
52421τσούκου-τσούκουτσού-κου επίρρ. & τσούκου τσούκου (προφ.-επιτατ.): σιγά-σιγά: Έρχεται/πήγαινε ~.|| (ως επίθ.) ~ παιχνίδι (= πολύ αργό). ΑΝΤ. τάκα-τάκα (1), τσάκα-τσάκα
52422τσούλατσού-λα ουσ. (θηλ.) (υβριστ.) : πόρνη. ● Υποκ.: τσουλάκι (το), τσουλί (το): ΣΥΝ. πορνίδιο, τσουλίτσα (η) ● Μεγεθ.: τσουλάρα (η) [< πιθ. ιταλ. ciulla]
52423τσουλάωβλ. τσουλώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.