| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52392 | τσομπανοπούλα | βλ. τσοπανοπούλα | |
| 52393 | τσομπανόπουλο | βλ. τσοπανόπουλο | |
| 52394 | τσομπάνος | βλ. τσοπάνης | |
| 52395 | τσομπανόσκυλο | βλ. τσοπανόσκυλο | |
| 52396 | τσόνι | τσό-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. σπίνος. | |
| 52397 | τσόντα | τσό-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πορνοταινία· (παλαιότ.) σκηνή πορνό που παρεμβαλλόταν σε ταινία με διαφορετικό θέμα. 2. μικρό συνήθ. κομμάτι υφάσματος που ράβεται σε όμοιο ρούχο, για να το φαρδύνει ή να το μακρύνει· κατ' επέκτ. οτιδήποτε λειτουργεί ως προσθήκη ή συμπλήρωμα σε κάτι άλλο. Βλ. μπάλωμα. [< 2: βεν. zonta] | |
| 52398 | τσοντάρισμα | τσο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσοντάρω: Μάζεψε τα λεφτά με ~. Βλ. -ισμα. | |
| 52399 | τσοντάρω | τσο-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {τσόνταρ-ε κ. τσοντάρ-ισε, -ισμένος, -οντας} (προφ.) 1. δίνω χρήματα, για να συμπληρωθεί απαιτούμενο ποσό: Δεν ~εις κι εσύ να πληρώσουμε το λογαριασμό; ~ε κι εσύ (κάτι/κάνα φράγκο), γιατί δεν βγαίνω. 2. (κατ' επέκτ.) προσθέτω: ~ισαν μια τροπολογία. ~ισε μερικά πλάνα. [< βεν. zontare] | |
| 52400 | τσοπανάκος | τσο-πα-νά-κος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος άγριου ωδικού πτηνού (οικογ. Sittidae). | |
| 52401 | τσοπάνης | τσο-πά-νης ουσ. (αρσ.) & τσομπάνης & τσο(μ)πάνος {(λαϊκό) τσο(μ)παναραίοι | θηλ. τσο(μ)πάνισσα}: βοσκός: η φλογέρα του ~η. Πβ. βουκόλος, ποιμένας. ● Υποκ.: τσοπανάκος & τσομπανάκος (ο) ● ΦΡ.: ξύνεται/τρίβεται στη γκλίτσα του τσοπάνη/τσοπάνου βλ. γκλίτσα [< τουρκ. çoban] | |
| 52402 | τσοπανοπούλα | τσο-πα-νο-πού-λα ουσ. (θηλ.) & τσομπανοπούλα: μικρή τσοπάνισσα ή κόρη τσοπάνη. Βλ. -οπούλα. ΣΥΝ. βοσκοπούλα | |
| 52403 | τσοπανόπουλο | τσο-πα-νό-που-λο ουσ. (ουδ.) & τσομπανόπουλο: νεαρός τσοπάνος ή γιος τσοπάνη. Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. βοσκόπουλο | |
| 52404 | τσοπανόσκυλο | τσο-πα-νό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) & τσομπανόσκυλο & τσοπανόσκυλος (ο) 1. σκυλί, συνήθ. μεγαλόσωμο, που φυλάει κοπάδια κυρ. αιγοπροβάτων: γερμανικό ~. ΣΥΝ. ποιμενικός 2. (μτφ.-μειωτ.) μαντρόσκυλο: κομματικά ~α. | |
| 52405 | τσόπερ | τσό-περ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τύπος μοτοσικλέτας με μεγάλη απόσταση μεταξύ του μπροστινού τροχού και της υπόλοιπης μηχανής, υπερυψωμένο τιμόνι και χαμηλή σέλα: μίνι ~. Καβάλησε μια/οδηγώ ~. Βλ. εντούρο.|| (κατ' επέκτ.) Ποδήλατο ~. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διάταξη που διακόπτει τη λειτουργία ηλεκτρικού κυκλώματος ανά τακτά χρονικά διαστήματα. ● Υποκ.: τσοπεράκι (το): σημ. 1. [< 1: αμερικ. chopper, 1965, 2: αγγλ. ~, 1929] | |
| 52406 | τσοπεράς | τσο-πε-ράς ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): οδηγός μοτοσικλέτας τύπου τσόπερ. Βλ. -άς, εντουράς, χαρλεάς. | |
| 52407 | τσότρα | τσό-τρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ξύλινο φλασκί. [< τουρκ. çotra] | |
| 52408 | τσουβαλάτα | τσου-βα-λά-τα επίρρ. (λαϊκό): μόνο στη ● ΦΡ.: μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα | |
| 52409 | τσουβάλι | τσου-βά-λι ουσ. (ουδ.) {τσουβαλ-ιού} 1. σακί, παλαιότ. συνήθ. από καννάβι· συνεκδ. το περιεχόμενό του ή η αντίστοιχη ποσότητα: μπαλωμένο ~. Πάνινα ~ια. ~ια με ελιές/όσπρια/χώμα. Στοίβαγμα ~ιών σε αποθήκες. Αδειάζω ένα ~. Πβ. σάκος.|| Κουβαλούσε ένα ~ πατάτες.|| (μτφ., κυρ. στην αργκό του ποδοσφαίρου) Έχασε ένα ~ (= σωρό) ευκαιρίες. 2. (μτφ.-προφ.) ρούχο άχαρο και φαρδύ ή πολύ τσαλακωμένο ή ραμμένο από χαμηλής ποιότητας ύφασμα. ● Υποκ.: τσουβαλάκι (το): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: δεν είμαστε στο ίδιο τσουβάλι (μτφ.-προφ.): δεν είναι δυνατό να εξισωθούμε ή να τύχουμε κοινής αντιμετώπισης: Όσο και να επιμένεις, ~ ~ (= ίσα κι όμοια)., με το τσουβάλι (προφ.-εμφατ.): για κάτι που υπάρχει σε πολύ μεγάλη ποσότητα· μπόλικο: χιόνι ~ ~ (= άφθονο)., βάζω στο ίδιο σακί/στο ίδιο τσουβάλι/στον ίδιο ντορβά βλ. σακί, λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά βλ. λεφτά [< τουρκ. çuval] | |
| 52410 | τσουβαλιάζω | τσου-βα-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {τσουβάλια-σα, τσουβαλιά-στηκα, -σμένος, τσουβαλιάζ-οντας} 1. (προφ.) αποθηκεύω ή μεταφέρω κάτι σε τσουβάλι: ~ κρεμμύδια.|| (μτφ.) Ήταν ~σμένοι (= στοιβαγμένοι, στριμωγμένοι) μέσα στα λεωφορεία. 2. (μτφ.-λαϊκό) συλλαμβάνω και φυλακίζω: Τους ~σαν για τις κλοπές. Πβ. μπαγλαρώνω, πιάνω. 3. (μτφ.-προφ.) εξισώνω διαφορετικούς ανθρώπους ή καταστάσεις, αντιμετωπίζοντάς τους εξίσου αρνητικά: Έχουν ~σει τους πάντες και τα πάντα. Πβ. απαξιώνω. | |
| 52411 | τσουβάλιασμα | τσου-βά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) {τσουβαλιάσμ-ατα} 1. (προφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσουβαλιάζω: ~ των καρπών/της σοδειάς. ΣΥΝ. σάκιασμα.|| (μτφ.) ~ των επιβατών. Πβ. στοίβαγμα, στρίμωγμα. 2. (μτφ.-προφ.) γενίκευση και απαξίωση: αυθαίρετα ~ατα. ~ απόψεων/πτυχίων. 3. (μτφ.-λαϊκό) σύλληψη και φυλάκιση: ~ και απελάσεις μεταναστών. Πβ. μπαγλάρωμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ