Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52920-52940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52412τσουγκράνατσου-γκρά-να ουσ. (θηλ.): γεωργικό κυρ. εργαλείο με κυρτά, σιδερένια δόντια, προσαρμοσμένα σε ξύλινη ή μεταλλική λαβή, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθ. για τον καθαρισμό και το σκάψιμο του χώματος ή τη μετακίνηση φύλλων και άλλων άχρηστων αντικειμένων: πλαστική ~. ~ κήπου/χειρός. (ΤΕΧΝΟΛ.) Ηλεκτρική ~. Βλ. αξίνα, τσουγκρανόσκουπα, φτυάρι.
52413τσουγκράνισματσου-γκρά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σκάψιμο χώματος ή αφαίρεση πεσμένων φύλλων και σκουπιδιών, συνήθ. από κήπο, με τη χρήση τσουγκράνας.
52414τσουγκρανόσκουπατσου-γκρα-νό-σκου-πα ουσ. (θηλ.): κηπουρικό εργαλείο με χρήση τσουγκράνας και σκούπας: ρυθμιζόμενη ~. ~ χειρός. Μεταλλική/πλαστική ~ γκαζόν.
52415τσουγκρίζωτσου-γκρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσούγκρι-σα, -σμένος, τσουγκρίζ-οντας} (προφ.) 1. φέρνω κοντά και χτυπώ απαλά δύο πράγματα μεταξύ τους: ~σαν τα ποτήρια και ευχήθηκαν ... ~σαν τα κόκκινα αβγά. 2. συγκρούομαι ελαφρώς συνήθ. με όχημα: Το αυτοκίνητο ~σε με ένα μηχανάκι. Πβ. τρακάρω. ● ΦΡ.: τα τσουγκρίζω (με κάποιον) (μτφ.): τσακώνομαι και διακόπτω τις σχέσεις μου μαζί του: Τα ~σαν για τα περιουσιακά και δεν ξαναμίλησαν. [< αρχ. συγκρούω]
52416τσούγκρισματσού-γκρι-σμα ουσ. (ουδ.) {τσουγκρίσμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσουγκρίζω: το ~ των αβγών ως πασχαλινό έθιμο.|| Συμβουλές για αποφυγή ~άτων (= τρακαρισμάτων).|| (μτφ.) ~ατα και ανακατατάξεις στην αγορά. Πβ. καβγάς, τσακωμός.
52417τσούζωτσού-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έτσουξα, τσούξει} (προφ.) 1. προκαλώ πόνο που μοιάζει με κάψιμο: Το ιώδιο/το οινόπνευμα ~ει (πάνω) στην πληγή. Σαμπουάν που δεν ~ει στα μάτια. Κοκκίνισε και ~ει το δέρμα μου.|| (Με) ~ουν τα μάτια μου από τον καπνό. Πβ. καίει.|| Tο κρύο ~ει (: είναι τσουχτερό, δριμύ).|| (μτφ., για υπερβολικά υψηλές τιμές) Πρόστιμο που ~ει! 2. (μτφ.) θίγω και στενοχωρώ κάποιον: Τους ~ξαν τα λόγια/τα σχόλιά μας. Τους ~ει που ο κόσμος τους αγνοεί. Θα επιβληθούν ποινές που θα ~ουν αρκετά. Η αλήθεια ~ει. Πβ. ζεματίζω, πειράζω, πληγώνω, προσβάλλω. ● ΦΡ.: τα/το τσούζω: πίνω πολύ, τα κοπανάω: Τα έχουν τσούξει λίγο παραπάνω. Πβ. μεθοκοπώ. [< μεσν. τσούζω]
52418τσουκαλάςτσου-κα-λάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό) : κατασκευαστής ή/και πωλητής πήλινων αντικειμένων, κυρ. τσουκαλιών. Πβ. αγγειοπλάστης. Βλ. -άς.
52419τσουκάλιτσου-κά-λι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) τσικάλι (κυρ. παλαιότ.): πήλινη χύτρα, κατσαρόλα· συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα: κρέας στο ~. Βάζω το ~ στη φωτιά.|| Έφτιαξε ένα ~ φακές.|| Μαύρος σαν το ~ (= μαυροτσούκαλο). Βλ. καζάνι, μαρμίτα. ● Υποκ.: τσουκαλάκι (το) ● Μεγεθ.: τσουκάλα (η) [< μεσν. τζυκάλιον, τζουκάλιον, τσουκάλι < ιταλ. zuca ‘κολοκύθα’]
52420τσουκνίδατσου-κνί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες, αγγειόσπερμο φυτό (επιστ. ονομασ. Urtica dioica) που καλύπτεται από αδενώδεις τρίχες, οι οποίες κατά την επαφή τους με το δέρμα προκαλούν έντονο κνησμό, εξαιτίας του μυρμηκικού οξέος που περιέχουν: τσίμπημα ~ας.|| Αφέψημα/εκχύλισμα ~ας. ΣΥΝ. κνίδη [< μεσν. τσουκνίδα]
52421τσούκου-τσούκουτσού-κου επίρρ. & τσούκου τσούκου (προφ.-επιτατ.): σιγά-σιγά: Έρχεται/πήγαινε ~.|| (ως επίθ.) ~ παιχνίδι (= πολύ αργό). ΑΝΤ. τάκα-τάκα (1), τσάκα-τσάκα
52422τσούλατσού-λα ουσ. (θηλ.) (υβριστ.) : πόρνη. ● Υποκ.: τσουλάκι (το), τσουλί (το): ΣΥΝ. πορνίδιο, τσουλίτσα (η) ● Μεγεθ.: τσουλάρα (η) [< πιθ. ιταλ. ciulla]
52423τσουλάωβλ. τσουλώ
52424τσουλήθρατσου-λή-θρα ουσ. (θηλ.): παιχνίδι, συνήθ. σε παιδική χαρά, που αποτελείται από λείο, ίσιο ή ελικοειδή, κατηφορικό διάδρομο με προστατευτικές πλευρές και μια σκάλα στο πίσω μέρος για το ανέβασμα στην κορυφή της, όπου κάθονται τα παιδιά και γλιστρούν προς τα κάτω: διπλή/μεγάλη/πλαστική/φουσκωτή ~. Βλ. κούνια, τραμπάλα.|| ~ πισίνας. Πβ. νερο~.|| ~ες διαφυγής (: από αεροπλάνο ή πλοίο σε περίπτωση κινδύνου).|| (κατ' επέκτ., για κάθε κατηφορική και λεία επιφάνεια) Κάνει ~ στην κουπαστή της σκάλας. Βλ. -ήθρα.
52425τσούληματσού-λη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσουλώ: ~ καροτσιού.|| ~ στο χιόνι. Πβ. γλίστρημα, κύλισμα.
52426τσουλίστικος, η, ο τσου-λί-στι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): που σχετίζεται με την τσούλα: ~ο: ντύσιμο. Πβ. πουτανίστικος. Βλ. -ίστικος.
52427τσουλούφιτσου-λού-φι ουσ. (ουδ.): τούφα από τρίχες μαλλιών: Σου πετάει (: εξέχει) ένα ~. Έβαλε ένα τσιμπιδάκι, για να φτιάξει το ~. ~-κοκοράκι (= όρθιο, σηκωμένο). (απειλητ.) Κάτσε καλά, γιατί θα σε αρπάξω από/θα σου βγάλω/θα σου κόψω/θα σου τραβήξω το ~ (: θα σε ξεμαλλιάσω)! Βλ. κόμη. [< τουρκ. zülüf]
52428τσουλώ[τσουλῶ] τσου-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσουλ-ά, -ώντας | τσούλ-ησα} & τσουλάω (προφ.) 1. δίνω ώθηση, ώστε να κινηθεί: ~ησα το αυτοκίνητο, για να πάρει μπρος. Πβ. κυλώ, σπρώχνω. 2. γλιστρώ: Η μπάλα ~ησε στο γρασίδι. Tο αμάξι δεν ~ούσε (: ήταν χαλασμένο). ● ΦΡ.: τσουλάει/προχωράει/κυλάει/πάει καλά (μτφ.): κάτι έχει θετική, ικανοποιητική εξέλιξη, βαίνει καλώς: Η υπόθεση ~ (= ρολάρει). Η συνεργασία τους θα σταματήσει, γιατί δεν ~ (= δεν είναι αποτελεσματική, δεν έφερε κάποιο αποτέλεσμα). [< κυλώ, φωνολογικό κατάλοιπο της παλαιάς αθηναϊκής διαλέκτου]
52429τσουμπλέκιατσου-μπλέ-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. τσουμπλέκι} (λαϊκό): είδη μικρής αξίας που μεταφέρει κάποιος μαζί του: τα ~ της κουζίνας (= κατσαρολικά, κουζινικά). Ντύνονται με όλα τα ~ (= αξεσουάρ). Πβ. καλαμπαλίκια, συμπράγκαλα. Βλ. τζάντζαλα. [< τουρκ. çömlek]
52430τσουμπούςτσου-μπούς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. παραδοσιακό όργανο με στρογγυλό μεταλλικό σκάφος, έξι διπλές χορδές και μακρύ βραχίονα με κλειδιά. Βλ. λαούτο. [< τουρκ. cümbüş]
52431τσουνάμιτσου-νά-μι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΩΚΕΑΝ. σειρά τεράστιων, συνήθ. καταστροφικών, επιφανειακών θαλάσσιων κυμάτων, που προκαλείται κυρ. από υποθαλάσσιο σεισμό ή έκρηξη ηφαιστείου: φονικό ~. Κίνδυνος/προειδοποίηση για ~ στις ακτές της ... Βλ. παλιρροϊκό κύμα.|| Ηλιακό ~ (: νέφος σωματιδίων που προκαλείται έπειτα από ισχυρή μαγνητική έκρηξη στον ήλιο). 2. (μτφ.) οτιδήποτε εκδηλώνεται μαζικά και με ένταση: απεργιακό/φορολογικό ~. ~ διαμαρτυρίας/κινητοποιήσεων. [< αγγλ. tsunami, γαλλ. ~, 1915]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.