Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52920-52940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52424τσουλήθρατσου-λή-θρα ουσ. (θηλ.): παιχνίδι, συνήθ. σε παιδική χαρά, που αποτελείται από λείο, ίσιο ή ελικοειδή, κατηφορικό διάδρομο με προστατευτικές πλευρές και μια σκάλα στο πίσω μέρος για το ανέβασμα στην κορυφή της, όπου κάθονται τα παιδιά και γλιστρούν προς τα κάτω: διπλή/μεγάλη/πλαστική/φουσκωτή ~. Βλ. κούνια, τραμπάλα.|| ~ πισίνας. Πβ. νερο~.|| ~ες διαφυγής (: από αεροπλάνο ή πλοίο σε περίπτωση κινδύνου).|| (κατ' επέκτ., για κάθε κατηφορική και λεία επιφάνεια) Κάνει ~ στην κουπαστή της σκάλας. Βλ. -ήθρα.
52425τσούληματσού-λη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τσουλώ: ~ καροτσιού.|| ~ στο χιόνι. Πβ. γλίστρημα, κύλισμα.
52426τσουλίστικος, η, ο τσου-λί-στι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): που σχετίζεται με την τσούλα: ~ο: ντύσιμο. Πβ. πουτανίστικος. Βλ. -ίστικος.
52427τσουλούφιτσου-λού-φι ουσ. (ουδ.): τούφα από τρίχες μαλλιών: Σου πετάει (: εξέχει) ένα ~. Έβαλε ένα τσιμπιδάκι, για να φτιάξει το ~. ~-κοκοράκι (= όρθιο, σηκωμένο). (απειλητ.) Κάτσε καλά, γιατί θα σε αρπάξω από/θα σου βγάλω/θα σου κόψω/θα σου τραβήξω το ~ (: θα σε ξεμαλλιάσω)! Βλ. κόμη. [< τουρκ. zülüf]
52428τσουλώ[τσουλῶ] τσου-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τσουλ-ά, -ώντας | τσούλ-ησα} & τσουλάω (προφ.) 1. δίνω ώθηση, ώστε να κινηθεί: ~ησα το αυτοκίνητο, για να πάρει μπρος. Πβ. κυλώ, σπρώχνω. 2. γλιστρώ: Η μπάλα ~ησε στο γρασίδι. Tο αμάξι δεν ~ούσε (: ήταν χαλασμένο). ● ΦΡ.: τσουλάει/προχωράει/κυλάει/πάει καλά (μτφ.): κάτι έχει θετική, ικανοποιητική εξέλιξη, βαίνει καλώς: Η υπόθεση ~ (= ρολάρει). Η συνεργασία τους θα σταματήσει, γιατί δεν ~ (= δεν είναι αποτελεσματική, δεν έφερε κάποιο αποτέλεσμα). [< κυλώ, φωνολογικό κατάλοιπο της παλαιάς αθηναϊκής διαλέκτου]
52429τσουμπλέκιατσου-μπλέ-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. τσουμπλέκι} (λαϊκό): είδη μικρής αξίας που μεταφέρει κάποιος μαζί του: τα ~ της κουζίνας (= κατσαρολικά, κουζινικά). Ντύνονται με όλα τα ~ (= αξεσουάρ). Πβ. καλαμπαλίκια, συμπράγκαλα. Βλ. τζάντζαλα. [< τουρκ. çömlek]
52430τσουμπούςτσου-μπούς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. παραδοσιακό όργανο με στρογγυλό μεταλλικό σκάφος, έξι διπλές χορδές και μακρύ βραχίονα με κλειδιά. Βλ. λαούτο. [< τουρκ. cümbüş]
52431τσουνάμιτσου-νά-μι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΩΚΕΑΝ. σειρά τεράστιων, συνήθ. καταστροφικών, επιφανειακών θαλάσσιων κυμάτων, που προκαλείται κυρ. από υποθαλάσσιο σεισμό ή έκρηξη ηφαιστείου: φονικό ~. Κίνδυνος/προειδοποίηση για ~ στις ακτές της ... Βλ. παλιρροϊκό κύμα.|| Ηλιακό ~ (: νέφος σωματιδίων που προκαλείται έπειτα από ισχυρή μαγνητική έκρηξη στον ήλιο). 2. (μτφ.) οτιδήποτε εκδηλώνεται μαζικά και με ένταση: απεργιακό/φορολογικό ~. ~ διαμαρτυρίας/κινητοποιήσεων. [< αγγλ. tsunami, γαλλ. ~, 1915]
52432τσουνίτσου-νί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. μίσχος. 2. (μτφ.) τσουτσούνι. [< αρχ. *κυνίον]
52433τσούξιμοτσού-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {τσουξίμ-ατος | -ατα} (προφ.): έντονος πόνος με αίσθηση καψίματος: ενοχλητικό ~. ~ στο δέρμα/στα μάτια. Αίσθηση ~ατος. Νιώθει ~ κατά την ούρηση.
52434τσουπεπιφών. {άκλ.} 1. για κάποιον που εμφανίζεται ή κάτι που γίνεται ξαφνικά και συνήθ. προκαλεί ενόχληση: Εκεί που τρώγαμε αμέριμνα, ~, ήρθε! Και πετάγομαι εγώ, ~, και λέω ... 2. (με επανάληψη) για να δηλωθεί περπάτημα: ~ ~ την κάναμε με ελαφρά πηδηματάκια! 3. (γενικότ.) για δήλωση ήχου: ~, πάτησα το κουμπί και έπαιξε το σιντί. Πβ. τσακ. 4. για κάτι που πρόκειται να συμβεί πολύ σύντομα: ~, να και η εξεταστική σε λίγες μέρες! [< τουρκ. cup, λ. ηχομιμητ.]
52435τσούπρατσού-πρα ουσ. (θηλ.) & τσούπα (λαϊκό-διαλεκτ.): νεαρή κοπέλα: καλώς τις ~ες! Πβ. κοράσι, κορίτσι. ● Υποκ.: τσουπί (το), τσουπρίτσα (η) [< αλβ. tšuprë, tšupa]
52436τσουπωτός, ή, ό τσου-πω-τός επίθ. (λαϊκό): παχουλός και σφιχτός: ~ή: κοπέλα (: με πλούσιες καμπύλες). ~ό: μωρό. Πβ. στρουμπουλός.
52437τσουρ τσουρ{άκλ.}: ο ήχος που κάνει το νερό όταν ρέει και ειδικότ. το ψιλόβροχο: ~ ~, ψιχάλιζε όλη μέρα. [< λ. ηχομιμητ.]
52438τσουράπιτσου-ρά-πι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΛΑΟΓΡ. χοντρή μάλλινη κάλτσα, πλεγμένη στο χέρι: ~ια παραδοσιακής φορεσιάς. Πβ. καλτσούνι, τερλίκι. [< τουρκ. çorap]
52439τσουράπωτσου-ρά-πω ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): γυναίκα ατημέλητη και άξεστη.
52440τσουρέκι

τσου-ρέ-κι ουσ. (ουδ.) {τσουρεκ-ιού}: ΖΑΧΑΡ. γλυκό, αφράτο αρτοσκεύασμα από αλεύρι, βούτυρο, ζάχαρη, αβγά και μαχλέπι ή μαστίχα, συνήθ. σε σχήμα κοτσίδας: γεμιστό/νηστίσιμο/πολίτικο ~. ~ με κάστανο/σοκολάτα/φρούτα. ~ κουλούρα. Βασιλόπιτα ~. Η μυρωδιά του ~ιού. Έφαγα μια φέτα ~. Πασχαλινό ~ (: με κόκκινο αβγό στη μέση). Βλ. κρουασάν. ● Υποκ.: τσουρεκάκι (το) ● ΦΡ.: τα κάνω τσουρέκια (σε κάποιον) (αργκό): του δημιουργώ πρόβλημα, τον πρήζω: Μας τα έχουν κάνει ~ με το θέμα/τις ερωτήσεις τους. [< τουρκ. çörek]

52441τσούρμο[τσοῦρμο] τσούρ-μο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) πλήθος ανθρώπων, συνήθ. θορυβώδες: Ένα ~ (= μάτσο, μπουλούκι, σωρό) παλιόπαιδα αναστάτωσαν τον κόσμο. Έναν κάλεσα και κουβαλήθηκε ολόκληρο ~ (= στρατιά, μιλιούνια). Μαζεύτηκε ένα ~ (= πληθώρα, πλειάδα) τουριστών. Πάει παντού με όλο του το ~ (: όλη την οικογένειά του).|| (ως επίρρ.) Ήρθαν ~ (= όλοι μαζί) στο πάρτι. 2. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) πλήρωμα εμπορικού κυρ. πλοίου. [< ιταλ. ciurma]
52442τσουρόγριατσου-ρό-γρι-α ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): ηλικιωμένη και συνήθ. άσχημη γυναίκα. Πβ. μουστόγρια.
52443τσουρούτικος, η, ο τσου-ρού-τι-κος επίθ. (λαϊκό): (συνήθ. για ρούχα) στενός ή/και κοντός: ~ο: κουστούμι/παντελόνι.|| ~ο: μεροκάματο (= κουτσουρεμένο). [< τουρκ. çürüt]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.