Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52940-52960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52432τσουνίτσου-νί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. μίσχος. 2. (μτφ.) τσουτσούνι. [< αρχ. *κυνίον]
52433τσούξιμοτσού-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {τσουξίμ-ατος | -ατα} (προφ.): έντονος πόνος με αίσθηση καψίματος: ενοχλητικό ~. ~ στο δέρμα/στα μάτια. Αίσθηση ~ατος. Νιώθει ~ κατά την ούρηση.
52434τσουπεπιφών. {άκλ.} 1. για κάποιον που εμφανίζεται ή κάτι που γίνεται ξαφνικά και συνήθ. προκαλεί ενόχληση: Εκεί που τρώγαμε αμέριμνα, ~, ήρθε! Και πετάγομαι εγώ, ~, και λέω ... 2. (με επανάληψη) για να δηλωθεί περπάτημα: ~ ~ την κάναμε με ελαφρά πηδηματάκια! 3. (γενικότ.) για δήλωση ήχου: ~, πάτησα το κουμπί και έπαιξε το σιντί. Πβ. τσακ. 4. για κάτι που πρόκειται να συμβεί πολύ σύντομα: ~, να και η εξεταστική σε λίγες μέρες! [< τουρκ. cup, λ. ηχομιμητ.]
52435τσούπρατσού-πρα ουσ. (θηλ.) & τσούπα (λαϊκό-διαλεκτ.): νεαρή κοπέλα: καλώς τις ~ες! Πβ. κοράσι, κορίτσι. ● Υποκ.: τσουπί (το), τσουπρίτσα (η) [< αλβ. tšuprë, tšupa]
52436τσουπωτός, ή, ό τσου-πω-τός επίθ. (λαϊκό): παχουλός και σφιχτός: ~ή: κοπέλα (: με πλούσιες καμπύλες). ~ό: μωρό. Πβ. στρουμπουλός.
52437τσουρ τσουρ{άκλ.}: ο ήχος που κάνει το νερό όταν ρέει και ειδικότ. το ψιλόβροχο: ~ ~, ψιχάλιζε όλη μέρα. [< λ. ηχομιμητ.]
52438τσουράπιτσου-ρά-πι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΛΑΟΓΡ. χοντρή μάλλινη κάλτσα, πλεγμένη στο χέρι: ~ια παραδοσιακής φορεσιάς. Πβ. καλτσούνι, τερλίκι. [< τουρκ. çorap]
52439τσουράπωτσου-ρά-πω ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): γυναίκα ατημέλητη και άξεστη.
52440τσουρέκι

τσου-ρέ-κι ουσ. (ουδ.) {τσουρεκ-ιού}: ΖΑΧΑΡ. γλυκό, αφράτο αρτοσκεύασμα από αλεύρι, βούτυρο, ζάχαρη, αβγά και μαχλέπι ή μαστίχα, συνήθ. σε σχήμα κοτσίδας: γεμιστό/νηστίσιμο/πολίτικο ~. ~ με κάστανο/σοκολάτα/φρούτα. ~ κουλούρα. Βασιλόπιτα ~. Η μυρωδιά του ~ιού. Έφαγα μια φέτα ~. Πασχαλινό ~ (: με κόκκινο αβγό στη μέση). Βλ. κρουασάν. ● Υποκ.: τσουρεκάκι (το) ● ΦΡ.: τα κάνω τσουρέκια (σε κάποιον) (αργκό): του δημιουργώ πρόβλημα, τον πρήζω: Μας τα έχουν κάνει ~ με το θέμα/τις ερωτήσεις τους. [< τουρκ. çörek]

52441τσούρμο[τσοῦρμο] τσούρ-μο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) πλήθος ανθρώπων, συνήθ. θορυβώδες: Ένα ~ (= μάτσο, μπουλούκι, σωρό) παλιόπαιδα αναστάτωσαν τον κόσμο. Έναν κάλεσα και κουβαλήθηκε ολόκληρο ~ (= στρατιά, μιλιούνια). Μαζεύτηκε ένα ~ (= πληθώρα, πλειάδα) τουριστών. Πάει παντού με όλο του το ~ (: όλη την οικογένειά του).|| (ως επίρρ.) Ήρθαν ~ (= όλοι μαζί) στο πάρτι. 2. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) πλήρωμα εμπορικού κυρ. πλοίου. [< ιταλ. ciurma]
52442τσουρόγριατσου-ρό-γρι-α ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): ηλικιωμένη και συνήθ. άσχημη γυναίκα. Πβ. μουστόγρια.
52443τσουρούτικος, η, ο τσου-ρού-τι-κος επίθ. (λαϊκό): (συνήθ. για ρούχα) στενός ή/και κοντός: ~ο: κουστούμι/παντελόνι.|| ~ο: μεροκάματο (= κουτσουρεμένο). [< τουρκ. çürüt]
52444τσουρουφλίζωτσου-ρου-φλί-ζω ρ. (μτβ.) {τσουρούφλι-σα, τσουρουφλί-στηκα, -σμένος, τσουρουφλίζ-οντας} (προφ.) 1. καίω επιφανειακά κάτι: Με ~σε ο ήλιος. Η γλώσσα της ~στηκε από τον καφέ. ~σμένη: πλάτη.|| (μτφ.) Οι υψηλές θερμοκρασίες ~ουν (= υπερθερμαίνουν) τις πόλεις. ΣΥΝ. ζεματίζω (2), καψαλίζω ΑΝΤ. δροσίζω 2. (μτφ.) {συνήθ. μεσοπαθ.} ταλαιπωρώ, βασανίζω: Γιατί δεν μας λες τι έγινε και μας ~εις (= παιδεύεις, χορεύεις στο ταψί); ~εται από το άγχος και την αγωνία. ΣΥΝ. τσιγαρίζω (2), τσιτσιρίζω
52445τσουρούφλισματσου-ρού-φλι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσουρουφλίζω: το ~ της επιδερμίδας. Πβ. ζεμάτι-, καψάλ-ισμα.
52446τσουρουφλιστός, ή, ό τσου-ρου-φλι-στός επίθ. (προφ.): καυτός: ~ός: ήλιος (= ζεματιστός).
52447τσουτσέκιτσου-τσέ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): άτομο, συνήθ. νεαρό, που συμπεριφέρεται με θρασύτητα· ανήθικος, αχρείος: πληρωμένο ~. (υβριστ.) Ελάτε εδώ, ρε ~ια!|| (κατ' επέκτ.) Βολεμένα ~ια. Πβ. όργανο. [< τουρκ. çiçek]
52448τσουτσούνιτσου-τσού-νι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό-οικ., για μικρό αγόρι) πέος. ΣΥΝ. τσουνί (2) 2. (αργκό-υβριστ.) ασήμαντο πρόσωπο. ● Υποκ.: τσουτσουνάκι (το): ΣΥΝ. πουλάκι (2) ● Μεγεθ.: τσουτσούνα (η) [< αρχ. κύων ‘ανδρικό μόριο’ > κύνα > διαλεκτ. τσούνα ‘πέος’, με αναδιπλασιασμό τσουτσούνα > τσουτσούνι]
52449τσουχτερός, ή, ό τσου-χτε-ρός επίθ. 1. που γίνεται αισθητός με ιδιαίτερη ένταση: ~ός: αέρας (= παγωμένος). ~ό: κρύο (= διαπεραστικό, δριμύ). 2. (μτφ.-προφ.) πανάκριβος: ~ός: λογαριασμός. ~ή: φορολογία (= δυσβάστακτη). ~ό: αντίτιμο/εισιτήριο. ~ές: αυξήσεις/τιμές. ~ά: διόδια. Επιβολή ~ού προστίμου. Νέο κύμα ~ών ανατιμήσεων στα τιμολόγια. Πβ. αλμυρός, τσιμπημένος. 3. (μτφ.) που θίγει και καυτηριάζει: ~ή: κριτική (= πολύ αυστηρή). ~ά: λόγια/σχόλια. Πβ. δηκτ-, καυστ-ικός. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: τσουχτερά
52450τσούχτρατσού-χτρα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. μικρή (ηλικιακά) μέδουσα: Έβαλα αμμωνία, γιατί με τσίμπησε ~. 2. (μτφ.-προφ.) πρόσωπο, συνήθ. γυναίκα, η οποία επικρίνει και σαρκάζει κάποιον, κυρ. με υπονοούμενα.
52451τσόφλιτσό-φλι ουσ. (ουδ.) 1. κέλυφος αβγού, κυρ. πτηνών: ~ ομοιόμορφο και καθαρό από στίγματα. 2. φλούδα καρπών· περικάρπιο: σκληρό ~. Αμύγδαλα/καρύδια με ~. Σπόροι μέσα σε ~. ~ια από φιστίκια. Πβ. φλοιός. 3. (μτφ.-υβριστ.) τιποτένιος: Τι είπες, ρε ~; [< πιθ. μεσν. τσέφλιν < αραβ. djefl]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.