Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52940-52960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52444τσουρουφλίζωτσου-ρου-φλί-ζω ρ. (μτβ.) {τσουρούφλι-σα, τσουρουφλί-στηκα, -σμένος, τσουρουφλίζ-οντας} (προφ.) 1. καίω επιφανειακά κάτι: Με ~σε ο ήλιος. Η γλώσσα της ~στηκε από τον καφέ. ~σμένη: πλάτη.|| (μτφ.) Οι υψηλές θερμοκρασίες ~ουν (= υπερθερμαίνουν) τις πόλεις. ΣΥΝ. ζεματίζω (2), καψαλίζω ΑΝΤ. δροσίζω 2. (μτφ.) {συνήθ. μεσοπαθ.} ταλαιπωρώ, βασανίζω: Γιατί δεν μας λες τι έγινε και μας ~εις (= παιδεύεις, χορεύεις στο ταψί); ~εται από το άγχος και την αγωνία. ΣΥΝ. τσιγαρίζω (2), τσιτσιρίζω
52445τσουρούφλισματσου-ρού-φλι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τσουρουφλίζω: το ~ της επιδερμίδας. Πβ. ζεμάτι-, καψάλ-ισμα.
52446τσουρουφλιστός, ή, ό τσου-ρου-φλι-στός επίθ. (προφ.): καυτός: ~ός: ήλιος (= ζεματιστός).
52447τσουτσέκιτσου-τσέ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): άτομο, συνήθ. νεαρό, που συμπεριφέρεται με θρασύτητα· ανήθικος, αχρείος: πληρωμένο ~. (υβριστ.) Ελάτε εδώ, ρε ~ια!|| (κατ' επέκτ.) Βολεμένα ~ια. Πβ. όργανο. [< τουρκ. çiçek]
52448τσουτσούνιτσου-τσού-νι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό-οικ., για μικρό αγόρι) πέος. ΣΥΝ. τσουνί (2) 2. (αργκό-υβριστ.) ασήμαντο πρόσωπο. ● Υποκ.: τσουτσουνάκι (το): ΣΥΝ. πουλάκι (2) ● Μεγεθ.: τσουτσούνα (η) [< αρχ. κύων ‘ανδρικό μόριο’ > κύνα > διαλεκτ. τσούνα ‘πέος’, με αναδιπλασιασμό τσουτσούνα > τσουτσούνι]
52449τσουχτερός, ή, ό τσου-χτε-ρός επίθ. 1. που γίνεται αισθητός με ιδιαίτερη ένταση: ~ός: αέρας (= παγωμένος). ~ό: κρύο (= διαπεραστικό, δριμύ). 2. (μτφ.-προφ.) πανάκριβος: ~ός: λογαριασμός. ~ή: φορολογία (= δυσβάστακτη). ~ό: αντίτιμο/εισιτήριο. ~ές: αυξήσεις/τιμές. ~ά: διόδια. Επιβολή ~ού προστίμου. Νέο κύμα ~ών ανατιμήσεων στα τιμολόγια. Πβ. αλμυρός, τσιμπημένος. 3. (μτφ.) που θίγει και καυτηριάζει: ~ή: κριτική (= πολύ αυστηρή). ~ά: λόγια/σχόλια. Πβ. δηκτ-, καυστ-ικός. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: τσουχτερά
52450τσούχτρατσού-χτρα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. μικρή (ηλικιακά) μέδουσα: Έβαλα αμμωνία, γιατί με τσίμπησε ~. 2. (μτφ.-προφ.) πρόσωπο, συνήθ. γυναίκα, η οποία επικρίνει και σαρκάζει κάποιον, κυρ. με υπονοούμενα.
52451τσόφλιτσό-φλι ουσ. (ουδ.) 1. κέλυφος αβγού, κυρ. πτηνών: ~ ομοιόμορφο και καθαρό από στίγματα. 2. φλούδα καρπών· περικάρπιο: σκληρό ~. Αμύγδαλα/καρύδια με ~. Σπόροι μέσα σε ~. ~ια από φιστίκια. Πβ. φλοιός. 3. (μτφ.-υβριστ.) τιποτένιος: Τι είπες, ρε ~; [< πιθ. μεσν. τσέφλιν < αραβ. djefl]
52452τσόχατσό-χα ουσ. (θηλ.): μονόχρωμο χοντρό ύφασμα από μαλλί, με κοντό πέλος: κίτρινη/μπλε ~. Γιλέκο από ~.|| Πίνακας ανακοινώσεων ~ας. ● Υποκ.: τσοχάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.}: στρογγυλό κομματάκι τσόχας, το οποίο τοποθετείται συνήθ. κάτω από τα πόδια επίπλων: αυτοκόλλητα/προστατευτικά ~ια. Έχουν φαγωθεί τα ~ια της καρέκλας. ● ΣΥΜΠΛ.: πράσινη τσόχα & πράσινο τραπέζι: τσόχινο τραπεζομάντιλο ή τραπέζι πάνω στο οποίο παίζονται χαρτιά, μπιλιάρδο ή τυχερά παιχνίδια. ΣΥΝ. ταπί2 (2) [< μεσν. τσόχα < τουρκ. çuha]
52453τσόχινος, η, ο τσό-χι-νος επίθ.: που είναι από τσόχα: ~ο: καπέλο (βλ. σομπρέρο)/τραπεζομάντιλο. ~ες: παντόφλες.
52454ΤΤΕ1. & (συνηθέστ.) ΤτΕ (η): Τράπεζα της Ελλάδος. 2. (ο) Τηλεπικοινωνιακός Τερματικός Εξοπλισμός.
52455τυγχάνωτυγ-χά-νω ρ. (αμτβ.) {έτυχα (βλ. τυχαίνω), συνήθ. στο γ΄πρόσ., τυγχάν-οντας} (λόγ.) 1. (συνήθ. + κατηγορούμενο) είμαι: ~ει συνταξιούχος/φιλόλογος. 2. (+ γεν.) απολαμβάνω, έχω: ~ της αμέριστης εκτίμησης/της υποστήριξης κάποιου (πβ. απολαύω). Διατάξεις που δεν ~ουν εφαρμογής (= δεν εφαρμόζονται). Ο ... ~ει ευνοϊκής μεταχείρισης/ευρείας αποδοχής. Έτυχε υποτροφίας (= έλαβε, πέτυχε, πήρε).τυγχάνει: τυχαίνει: Οι συναντήσεις μας ~ να είναι συχνές. Έτυχε να το ακούσω. ΣΥΝ. συμβαίνει ● ΦΡ.: απλώς/εική και ως έτυχε (λόγ.): τυχαία, χωρίς σχέδιο ή σκοπό: Αντιμετωπίζουν τα προβλήματα χωρίς πρόγραμμα, ~ ~. ΣΥΝ. στα κουτουρού, στα τυφλά (1), στην τύχη [< αρχ. τυγχάνω]
52456τυλιγάδιτυ-λι-γά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (παλαιότ.) ξύλινο διχαλωτό ραβδί, στο οποίο οι υφάντρες τύλιγαν το νήμα. Βλ. αδράχτι. ΣΥΝ. τυλιχτάρι (1) 2. ΖΩΟΛ. λεπιδόπτερο (επιστ. ονομασ. Sparganothis pilleriana) το οποίο προσβάλλει συνήθ. το αμπέλι. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) ειλητάριο. [< μεσν. τυλιγάδιον]
52457τύλιγματύ-λιγ-μα ουσ. (ουδ.) {τυλίγμ-ατα} ΣΥΝ. τύλιξη 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τυλίγω: αυτόματο/πρακτικό ~. Tο ~ των καλωδίων/του νήματος. Πβ. κουλούριασμα, περιτύλιξη.|| ~ δώρων. Χαρτί για ~. Πβ. αμπαλάρισμα, περι~.|| ~ με κουβέρτα (= κουκούλωμα, σκέπασμα). Ρόλεϊ για ~ των μαλλιών. ΑΝΤ. ξετύλιγμα 2. ΗΛΕΚΤΡ. περιέλιξη: ~ατα απόσβεσης/μέσης και χαμηλής τάσης/μετασχηματιστή. 3. (μτφ.-προφ.) παραπλάνηση. ΣΥΝ. ξεγέλασμα, τουμπάρισμα (2) [< 1: μτγν. τύλιγμα]
52458τυλίγωτυ-λί-γω ρ. (μτβ.) {τύλι-ξα, τυλί-ξει, -χτηκα, -χτεί, -γμένος, τυλίγ-οντας} 1. περιστρέφω κάτι γύρω από έναν άξονα: ~ το καλώδιο/την κλωστή/το κουβάρι/το σύρμα. Πβ. κουβαρ-, κουλουρ-ιάζω.|| ~ μια αφίσα/το χαλί.|| ~ξε τα μαλλιά της σε ρόλεϊ.|| ~ετε τις κρέπες σε ρολά. ΑΝΤ. ξετυλίγω (1) 2. καλύπτω κάτι ολόγυρα: ~ετε τις πατάτες με αλουμινόχαρτο και τις ψήνετε στο φούρνο.|| Της είπα να μου ~ξει το βιβλίο για δώρο. ~ξαν τα παιχνίδια σε γιορτινή συσκευασία. Πβ. αμπαλάρω, διπλώνω, περι~. ANT. ανοίγω, ξε~.|| Η μικρή ~ξε τα χέρια γύρω από τον λαιμό της μητέρας της.|| ~ξε το παιδί με μια πετσέτα. ~χτηκε με το πάπλωμα/το σεντόνι. ~χτηκε στο σάλι της. ~γμένος στο παλτό του. Πβ. σκεπάζω. 3. (μτφ.) περιβάλλω, ζώνω: Τους ~ξε η μοναξιά/η νύχτα/η σιωπή. Μυστήριο ~ει την υπόθεση. Το αυτοκίνητο ~χτηκε στις φλόγες. Ο τόπος ήταν ~γμένος στην ομίχλη. 4. (μτφ.-προφ.) εξαπατώ, ξεγελώ: Προσπαθούν να ~ξουν στα δίχτυα τους πιθανούς αγοραστές.|| Τον ~ξε (= τον κουκούλωσε, τον έριξε). Πβ. παραπλανώ. ● ΦΡ.: τυλίγω (κάποιον) σε μια κόλλα χαρτί 1. πείθω κάποιον με τον τρόπο μου να κάνει ό,τι του λέω, να υπακούει στις εντολές μου, να εκπληρώνει τις επιθυμίες μου: Τα κατάφερε και τον ~ξε ~. 2. ενοχοποιώ κάποιον: Τον ~ξαν ~ και τον έστειλαν στη φυλακή. [< μεσν. τυλίγω]
52459τύλιξητύ-λι-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τύλιγμα: σύστημα ~ης καλωδίου. Αυτόματος μηχανισμός ~ης (: για ζώνες ασφαλείας).
52460τυλιχτάριτυ-λι-χτά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) τυλιγάδι. 2. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από τυλιχτά φύλλα λαχανικών με γέμιση συνήθ. κιμά: ~ια μελιτζάνας. Πβ. ρολό.
52461τυλιχτήςτυ-λι-χτής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. τυλίχτρια} (προφ.): πρόσωπο που ειδικεύεται στο τύλιγμα: ~ γύρου. ~ σε ψησταριά. Βλ. σουβλατζής.|| ~ές πούρων.
52462τυλιχτός, ή, ό τυ-λι-χτός επίθ. (προφ.): (συνήθ. για φαγητό) που έχει τυλιχτεί: ~ά: γλυκά (: σε φύλλο). ~ά: σουβλάκια (: με πίτα). Αρνάκι ~ό (σε αμπελόφυλλα). Πβ. τυλιγμένος.
52463τύλοςτύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. κάλος. Πβ. ρόζος. ΣΥΝ. τύλωμα 2. ΒΟΤ. (σπάν.) επουλωτικός ιστός φυτού που σχηματίζεται στην κάτω άκρη του κοτσανιού, αφού κοπεί. [< αρχ. τύλος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.