| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52464 | τυλώδης | , ης, ες τυ-λώ-δης επίθ. {τυλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που μοιάζει με τύλο ή είναι γεμάτος τύλους. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: τυλώδες σώμα: ΙΑΤΡ. μεσολόβιο. [< μτγν. τυλώδης] | |
| 52465 | τύλωμα | τύ-λω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. τύλος. Βλ. -ωμα2. [< μτγν. τύλωμα 'πέλμα, πατούσα'] | |
| 52466 | τυλώνω | τυ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {τύλωσε} (λαϊκό-ιδιωμ.): (για την κοιλιά) παραγεμίζω. Κυρ. στη ● ΦΡ.: την τύλωσα (γερά/καλά): την τούρλωσα. Πβ. την κάνω ταράτσα. [< αρχ. τυλῶ] | |
| 52467 | τύμβος | τύμ-βος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. τεχνητός χωμάτινος λόφος που σχηματίζεται πάνω από τάφους: προϊστορικός ~. Η επίχωση/τα ευρήματα/το μνημείο του ~ου. Ανασκαφή στο νεκροταφείο των ~ων. Πβ. τούμπα1. Βλ. μαυσωλείο.|| (ΙΣΤ.) O ~ του Mαραθώνα (: κοινός τάφος για τους νεκρούς μαραθωνομάχους).|| (γενικότ., μεγαλοπρεπές μνημείο με επιτύμβια στήλη:) Ύψωσαν ~ο. Τελέστηκε στον ~ο επιμνημόσυνη δέηση για ... [< αρχ. τύμβος] | |
| 52468 | τυμβωρυχία | τυμ-βω-ρυ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. παράνομο άνοιγμα τάφου με σκοπό την αρπαγή αντικειμένων από αυτόν: Συνελήφθη για ~. Πβ. σύληση. 2. (μτφ.) διασυρμός της μνήμης νεκρού προς ίδιον όφελος: πολιτική ~. [< μτγν. τυμβωρυχία] | |
| 52469 | τυμβωρύχος | τυμ-βω-ρύ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διαπράττει τυμβωρυχία: Τάφος που έχει βεβηλωθεί από ~ους. Πβ. συλητής.|| (μτφ.) ~οι του πνεύματος. Βλ. -ωρύχος. [< αρχ. τυμβωρύχος] | |
| 52470 | τυμπανιαίος | , α, ο [τυμπανιαῖος] τυ-μπα-νι-αί-ος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για πτώμα σε αποσύνθεση) που είναι πολύ πρησμένο: σορός σε ~α κατάσταση. | |
| 52471 | τυμπανίζω | τυ-μπα-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.}: παίζω τύμπανο. Βλ. δια~. [< αρχ. τυμπανίζω] | |
| 52472 | τυμπανικός | , ή, ό τυ-μπα-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με το τύμπανο του αυτιού: ~ή: κoιλότητα. Οστικό νεόπλασμα στην ~ή κλίμακα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός ήχος (: που παράγεται κατά την επίκρουση οργάνων ή σημείων του σώματος γεμάτων αέρα· πβ. οξύς). ● ΣΥΜΠΛ.: τυμπανική μεμβράνη/τυμπανικός υμένας: ΑΝΑΤ. το τύμπανο του αυτιού. [< μτγν. τυμπανικός 'σχετικός με τύμπανο', γαλλ. tympanique, αγγλ. tympanic] | |
| 52473 | τυμπανισμός | τυ-μπα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. διάταση της κοιλιάς που προκαλείται από συσσώρευση αερίων στο έντερο ή/και στο στομάχι και συνοδεύεται από δυσφορία και αίσθημα βάρους: δενδρολίβανο για τον ~ό. ΣΥΝ. μετεωρισμός. Πβ. φούσκωμα. Βλ. σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.|| Πτώμα σε κατάσταση ~ού. 2. τυμπανοκρουσία: Η χορωδία κλείνει με ~ούς. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. tympanisme, αγγλ. tympanism 2: αρχ. τυμπανισμός] | |
| 52474 | τυμπανιστής | τυ-μπα-νι-στής ουσ. (αρσ.) {τυμπανιστ-ών | σπάν. θηλ. τυμπανίστρια}: μουσικός, στρατιώτης ή μαθητής που παίζει τύμπανο: σόλο ~. Ομάδα/συγκρότημα ~ών. Βλ. ντράμερ, περκασιονίστας. ΣΥΝ. τυμπανοκρούστης [< αρχ. τυμπανιστής, τυμπανίστρια, ιταλ. timpanista, αγγλ. timpanist, 1906] | |
| 52475 | τύμπανο | τύ-μπα-νο ουσ. (ουδ.) {τυμπάν-ου} 1. ΜΟΥΣ. μεμβρανόφωνο κρουστό όργανο, που αποτελείται από ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο ποικίλων διαστάσεων, καλυμμένο και στις δύο πλευρές με δέρμα τεντωμένο σφιχτά, το οποίο παίζεται με δύο ξύλινες ράβδους ή με τα χέρια: μπάσο (= γκρανκάσα, κάσα)/στρατιωτικό (πβ. ταμπούρλο) ~. Αφρικανικά ~α (πβ. ταμ-ταμ). Πβ. τούμπανο. Βλ. ντραμς, ταμπούρο. 2. ΑΝΑΤ. λεπτή ημιδιαφανής τεντωμένη μεμβράνη που χωρίζει τον ακουστικό πόρο από το μέσο ους και μεταφέρει τα ηχητικά κύματα στα οστάρια: ρήξη ~ου. ΣΥΝ. τυμπανική μεμβράνη.|| (μτφ.-προφ.) Ο θόρυβος κόντευε να μου σπάσει/τρυπήσει τα ~α (: να με κουφάνει). 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σε μηχανήματα, συσκευές) εξάρτημα που έχει τη μορφή περιστρεφόμενου κυλίνδρου: οδοστρωτήρες διπλού/μονού ~ου. ~ βαρούλκου (: για το τύλιγμα του συρματόσχοινου)/πλυντηρίου.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ απεικόνισης (: μέσω του οποίου εκτυπώνονται στο χαρτί οι χαρακτήρες ή οι εικόνες, βλ. μελάνι).|| (ΠΛΗΡΟΦ., παλαιότ.) Μαγνητικό ~ (: εξωτερικό αποθηκευτικό μέσο υπολογιστών με χωρητικότητα 10 Kb, βλ. στικ). 4. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. η τριγωνική εσωτερική επιφάνεια αετώματος. 5. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. πολυγωνικός ή κυκλικός τοίχος, πάνω στον οποίο στερεώνεται θόλος ή τρούλος: οκτάπλευρο/ψηλό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τύμπανο ορχήστρας: ΜΟΥΣ. καθιερωμένο όργανο της συμφωνικής ορχήστρας που αποτελείται από ένα κοίλο μεταλλικό ημισφαίριο καλυμμένο με τεντωμένη μεμβράνη και παίζεται με δύο μπαγκέτες. ● ΦΡ.: τα τύμπανα του πολέμου (μτφ.-λόγ.): προανάκρουσμα πολέμου ή γενικότ. έκρυθμης κατάστασης: Ηχούν ~ ~. [< 1: αρχ. τύμπανον, γαλλ. tympanon, αγγλ. tympanum 2,3,5: γαλλ. tympan 4: μτγν. ~] | |
| 52476 | τυμπανοειδής | , ής, ές τυ-μπα-νο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με τύμπανο: ~ής: γεμιστήρας. Στυλοβάτης με ~ή καμπύλωση. Βλ. -ειδής. [< αρχ. τυμπανοειδής, αγγλ. tympanoid] | |
| 52477 | τυμπανοκρουσία | τυ-μπα-νο-κρου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) προαναγγελία δράσης, παρουσίαση ή εκδήλωση που γίνεται με ένταση ή θόρυβο και επιδεικτικά: Με ~ες ανακοίνωσε ... Τα καταφέρνει δίχως ~ες (: χωρίς μεγάλη προβολή). 2. παίξιμο και χτύπημα τυμπάνου και συνεκδ. ο ήχος που παράγεται: ~ σε χαμηλό τόνο. ΣΥΝ. τυμπανισμός (2) | |
| 52478 | τυμπανοκρούστης | τυ-μπα-νο-κρού-στης ουσ. (αρσ.): τυμπανιστής. | |
| 52479 | τυμπανοπλαστική | τυ-μπα-νο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μικροχειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση του τυμπάνου, συνήθ. ύστερα από τραυματισμό, τη βελτίωση της ακοής και την αποφυγή λοιμώξεων: Αντιμετώπισε την ωτίτιδα με ~. Βλ. -πλαστική. [< αγγλ. tympanoplasty, 1955, γαλλ. tympanoplastie] | |
| 52480 | τυνησιακός | , ή, ό τυ-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Τυνησία ή/και τους Τυνήσιους: ~ό: δηνάριο. [< γαλλ. tunisien] | |
| 52481 | τυπάδικος | , η, ο τυ-πά-δι-κος επίθ. (αργκό): που σχετίζεται με τον τυπά: ~α: γυαλιά. | |
| 52482 | τυπάρι | τυ-πά-ρι ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ξύλινη συνήθ. σφραγίδα με χριστιανικές παραστάσεις και σύμβολα, με την οποία σφραγίζουν τα πρόσφορα. | |
| 52483 | τυπάς, τύπισσα | τυ-πάς ουσ. (αρσ. + θηλ.) {τυπάδες, τύπισσες} (νεαν. αργκό): άτομο με ξεχωριστό στιλ: περίεργη/φοβερή ~ισσα. Είναι ωραίος ~.|| (κατ' επέκτ., για άγνωστο πρόσωπο:) Ήρθε ένας ~. Του την έπεσε μια ~ισσα. ΣΥΝ. τύπος (3) ● Υποκ.: τυπάκι (το), τυπάκος (ο): Βλ. -άκος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ