Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52960-52980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52452τσόχατσό-χα ουσ. (θηλ.): μονόχρωμο χοντρό ύφασμα από μαλλί, με κοντό πέλος: κίτρινη/μπλε ~. Γιλέκο από ~.|| Πίνακας ανακοινώσεων ~ας. ● Υποκ.: τσοχάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.}: στρογγυλό κομματάκι τσόχας, το οποίο τοποθετείται συνήθ. κάτω από τα πόδια επίπλων: αυτοκόλλητα/προστατευτικά ~ια. Έχουν φαγωθεί τα ~ια της καρέκλας. ● ΣΥΜΠΛ.: πράσινη τσόχα & πράσινο τραπέζι: τσόχινο τραπεζομάντιλο ή τραπέζι πάνω στο οποίο παίζονται χαρτιά, μπιλιάρδο ή τυχερά παιχνίδια. ΣΥΝ. ταπί2 (2) [< μεσν. τσόχα < τουρκ. çuha]
52453τσόχινος, η, ο τσό-χι-νος επίθ.: που είναι από τσόχα: ~ο: καπέλο (βλ. σομπρέρο)/τραπεζομάντιλο. ~ες: παντόφλες.
52454ΤΤΕ1. & (συνηθέστ.) ΤτΕ (η): Τράπεζα της Ελλάδος. 2. (ο) Τηλεπικοινωνιακός Τερματικός Εξοπλισμός.
52455τυγχάνωτυγ-χά-νω ρ. (αμτβ.) {έτυχα (βλ. τυχαίνω), συνήθ. στο γ΄πρόσ., τυγχάν-οντας} (λόγ.) 1. (συνήθ. + κατηγορούμενο) είμαι: ~ει συνταξιούχος/φιλόλογος. 2. (+ γεν.) απολαμβάνω, έχω: ~ της αμέριστης εκτίμησης/της υποστήριξης κάποιου (πβ. απολαύω). Διατάξεις που δεν ~ουν εφαρμογής (= δεν εφαρμόζονται). Ο ... ~ει ευνοϊκής μεταχείρισης/ευρείας αποδοχής. Έτυχε υποτροφίας (= έλαβε, πέτυχε, πήρε).τυγχάνει: τυχαίνει: Οι συναντήσεις μας ~ να είναι συχνές. Έτυχε να το ακούσω. ΣΥΝ. συμβαίνει ● ΦΡ.: απλώς/εική και ως έτυχε (λόγ.): τυχαία, χωρίς σχέδιο ή σκοπό: Αντιμετωπίζουν τα προβλήματα χωρίς πρόγραμμα, ~ ~. ΣΥΝ. στα κουτουρού, στα τυφλά (1), στην τύχη [< αρχ. τυγχάνω]
52456τυλιγάδιτυ-λι-γά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (παλαιότ.) ξύλινο διχαλωτό ραβδί, στο οποίο οι υφάντρες τύλιγαν το νήμα. Βλ. αδράχτι. ΣΥΝ. τυλιχτάρι (1) 2. ΖΩΟΛ. λεπιδόπτερο (επιστ. ονομασ. Sparganothis pilleriana) το οποίο προσβάλλει συνήθ. το αμπέλι. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (σπάν.) ειλητάριο. [< μεσν. τυλιγάδιον]
52457τύλιγματύ-λιγ-μα ουσ. (ουδ.) {τυλίγμ-ατα} ΣΥΝ. τύλιξη 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τυλίγω: αυτόματο/πρακτικό ~. Tο ~ των καλωδίων/του νήματος. Πβ. κουλούριασμα, περιτύλιξη.|| ~ δώρων. Χαρτί για ~. Πβ. αμπαλάρισμα, περι~.|| ~ με κουβέρτα (= κουκούλωμα, σκέπασμα). Ρόλεϊ για ~ των μαλλιών. ΑΝΤ. ξετύλιγμα 2. ΗΛΕΚΤΡ. περιέλιξη: ~ατα απόσβεσης/μέσης και χαμηλής τάσης/μετασχηματιστή. 3. (μτφ.-προφ.) παραπλάνηση. ΣΥΝ. ξεγέλασμα, τουμπάρισμα (2) [< 1: μτγν. τύλιγμα]
52458τυλίγωτυ-λί-γω ρ. (μτβ.) {τύλι-ξα, τυλί-ξει, -χτηκα, -χτεί, -γμένος, τυλίγ-οντας} 1. περιστρέφω κάτι γύρω από έναν άξονα: ~ το καλώδιο/την κλωστή/το κουβάρι/το σύρμα. Πβ. κουβαρ-, κουλουρ-ιάζω.|| ~ μια αφίσα/το χαλί.|| ~ξε τα μαλλιά της σε ρόλεϊ.|| ~ετε τις κρέπες σε ρολά. ΑΝΤ. ξετυλίγω (1) 2. καλύπτω κάτι ολόγυρα: ~ετε τις πατάτες με αλουμινόχαρτο και τις ψήνετε στο φούρνο.|| Της είπα να μου ~ξει το βιβλίο για δώρο. ~ξαν τα παιχνίδια σε γιορτινή συσκευασία. Πβ. αμπαλάρω, διπλώνω, περι~. ANT. ανοίγω, ξε~.|| Η μικρή ~ξε τα χέρια γύρω από τον λαιμό της μητέρας της.|| ~ξε το παιδί με μια πετσέτα. ~χτηκε με το πάπλωμα/το σεντόνι. ~χτηκε στο σάλι της. ~γμένος στο παλτό του. Πβ. σκεπάζω. 3. (μτφ.) περιβάλλω, ζώνω: Τους ~ξε η μοναξιά/η νύχτα/η σιωπή. Μυστήριο ~ει την υπόθεση. Το αυτοκίνητο ~χτηκε στις φλόγες. Ο τόπος ήταν ~γμένος στην ομίχλη. 4. (μτφ.-προφ.) εξαπατώ, ξεγελώ: Προσπαθούν να ~ξουν στα δίχτυα τους πιθανούς αγοραστές.|| Τον ~ξε (= τον κουκούλωσε, τον έριξε). Πβ. παραπλανώ. ● ΦΡ.: τυλίγω (κάποιον) σε μια κόλλα χαρτί 1. πείθω κάποιον με τον τρόπο μου να κάνει ό,τι του λέω, να υπακούει στις εντολές μου, να εκπληρώνει τις επιθυμίες μου: Τα κατάφερε και τον ~ξε ~. 2. ενοχοποιώ κάποιον: Τον ~ξαν ~ και τον έστειλαν στη φυλακή. [< μεσν. τυλίγω]
52459τύλιξητύ-λι-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τύλιγμα: σύστημα ~ης καλωδίου. Αυτόματος μηχανισμός ~ης (: για ζώνες ασφαλείας).
52460τυλιχτάριτυ-λι-χτά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) τυλιγάδι. 2. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από τυλιχτά φύλλα λαχανικών με γέμιση συνήθ. κιμά: ~ια μελιτζάνας. Πβ. ρολό.
52461τυλιχτήςτυ-λι-χτής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. τυλίχτρια} (προφ.): πρόσωπο που ειδικεύεται στο τύλιγμα: ~ γύρου. ~ σε ψησταριά. Βλ. σουβλατζής.|| ~ές πούρων.
52462τυλιχτός, ή, ό τυ-λι-χτός επίθ. (προφ.): (συνήθ. για φαγητό) που έχει τυλιχτεί: ~ά: γλυκά (: σε φύλλο). ~ά: σουβλάκια (: με πίτα). Αρνάκι ~ό (σε αμπελόφυλλα). Πβ. τυλιγμένος.
52463τύλοςτύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. κάλος. Πβ. ρόζος. ΣΥΝ. τύλωμα 2. ΒΟΤ. (σπάν.) επουλωτικός ιστός φυτού που σχηματίζεται στην κάτω άκρη του κοτσανιού, αφού κοπεί. [< αρχ. τύλος]
52464τυλώδης, ης, ες τυ-λώ-δης επίθ. {τυλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που μοιάζει με τύλο ή είναι γεμάτος τύλους. Βλ. -ώδης. ● ΣΥΜΠΛ.: τυλώδες σώμα: ΙΑΤΡ. μεσολόβιο. [< μτγν. τυλώδης]
52465τύλωματύ-λω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. τύλος. Βλ. -ωμα2. [< μτγν. τύλωμα 'πέλμα, πατούσα']
52466τυλώνωτυ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {τύλωσε} (λαϊκό-ιδιωμ.): (για την κοιλιά) παραγεμίζω. Κυρ. στη ● ΦΡ.: την τύλωσα (γερά/καλά): την τούρλωσα. Πβ. την κάνω ταράτσα. [< αρχ. τυλῶ]
52467τύμβοςτύμ-βος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. τεχνητός χωμάτινος λόφος που σχηματίζεται πάνω από τάφους: προϊστορικός ~. Η επίχωση/τα ευρήματα/το μνημείο του ~ου. Ανασκαφή στο νεκροταφείο των ~ων. Πβ. τούμπα1. Βλ. μαυσωλείο.|| (ΙΣΤ.) O ~ του Mαραθώνα (: κοινός τάφος για τους νεκρούς μαραθωνομάχους).|| (γενικότ., μεγαλοπρεπές μνημείο με επιτύμβια στήλη:) Ύψωσαν ~ο. Τελέστηκε στον ~ο επιμνημόσυνη δέηση για ... [< αρχ. τύμβος]
52468τυμβωρυχίατυμ-βω-ρυ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. παράνομο άνοιγμα τάφου με σκοπό την αρπαγή αντικειμένων από αυτόν: Συνελήφθη για ~. Πβ. σύληση. 2. (μτφ.) διασυρμός της μνήμης νεκρού προς ίδιον όφελος: πολιτική ~. [< μτγν. τυμβωρυχία]
52469τυμβωρύχοςτυμ-βω-ρύ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διαπράττει τυμβωρυχία: Τάφος που έχει βεβηλωθεί από ~ους. Πβ. συλητής.|| (μτφ.) ~οι του πνεύματος. Βλ. -ωρύχος. [< αρχ. τυμβωρύχος]
52470τυμπανιαίος, α, ο [τυμπανιαῖος] τυ-μπα-νι-αί-ος επίθ. (λόγ.): (κυρ. για πτώμα σε αποσύνθεση) που είναι πολύ πρησμένο: σορός σε ~α κατάσταση.
52471τυμπανίζωτυ-μπα-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.}: παίζω τύμπανο. Βλ. δια~. [< αρχ. τυμπανίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.