Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5280-5300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4355αντηχείο[ἀντηχεῖο] α-ντη-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. ηχείο. [< γαλλ. résonateur]
4356αντήχηση[ἀντήχηση] α-ντή-χη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων}: ΦΥΣ. αύξηση της διάρκειας ή της έντασης ήχου λόγω ανάκλασης των ηχητικών κυμάτων: στερεοφωνική/τεχνητή/φυσική ~. Πβ. αντίλαλος, ηχώ. [< μτγν. ἀντήχησις, γαλλ. résonance]
4357αντηχητικός, ή, ό [ἀντηχητικός] α-ντη-χη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αντήχηση ή την προκαλεί: ~ός: θάλαμος. ~ό: υλικό. ~ά: κοιλώματα/φράγματα (: για τη μείωση του θορύβου, βλ. ηχοπέτασμα). [< γαλλ. résonant]
10246αντί προλόγου

γε-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Γ) & γενική πτώση: ΓΡΑΜΜ. μία από τις πλάγιες πτώσεις, που συνήθ. λειτουργεί ως ονοματικός ετερόπτωτος προσδιορισμός: ~ αντικειμενική ( "ο συγγραφέας του βιβλίου")/διαιρετική ("μεγάλο μέρος του πληθυσμού")/κτητική ("το σπίτι των γονιών μου")/συγκριτική ("είναι μεγαλύτερος του Γιάννη")/υποκειμενική ("δημιούργημα του καλλιτέχνη"). ~ ενικού/πληθυντικού. (Έμμεσο) αντικείμενο σε ~ ("Χάρισα του θείου ένα ρολόι"). Σύνταξη προθέσεων/εμπρόθετοι προσδιορισμοί με ~ ("επί της οδού", "αντί προλόγου").|| {σπάν. στον πληθ.} Nα χαρακτηρίσετε συντακτικώς τις ~ές του κειμένου. [< μτγν. γενική]

4358αντι- & αντί- & αντ- & ανθ-{ανθ- πριν από λέξη που παλαιότ. έπαιρνε δασεία} πρόθημα που δηλώνει 1. αντίθεση, εναντίωση: αντι-πρόταση. Αντί-λογος. Ανθ-υγιεινός.|| (το εντελώς αντίθετο:) Αντι-ήρωας. Αντί-θεος (= o διάβολος). 2. αντιμετώπιση, καταπολέμηση: αντι-αλλεργικός/~καρκινικός/~ρατσιστικός. Αντι-τορπιλικό. 3. αντικατάσταση, αναπλήρωση, ισοδυναμία: αντι-πρόεδρος.|| Αντι-κλείδι. Αντί-γραφο.|| Αντ-άξιος. 4. ανταπόδοση: αντι-χάρισμα.|| Αντ-εκδίκηση. 5. προβαθμίδα αξιώματος: αντι-συνταγματάρχης/~στράτηγος.
4646αντι-νόμπελ[ἀντι-νόμπελ] α-ντι-νό-μπελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παρωδία του βραβείου Νόμπελ. Βλ. αντιβραβείο, αντι-όσκαρ. [< αμερικ. Ig (= ignoble) Nobel, 1991]
4658αντι-όσκαρ[ἀντι-όσκαρ] α-ντι-ό-σκαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χρυσό βατόμουρο.
4359αντί1[ἀντί] α-ντί ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ξύλινο κυλινδρικό εξάρτημα του αργαλειού, όπου τυλιγόταν το στημόνι ή το ύφασμα. [< αρχ. ἀντίον]
4360αντί2[ἀντί] α-ντί πρόθ. {αντ' (πριν από φωνήεν), ανθ' (πριν από λέξη που παλαιότ. έπαιρνε δασεία)} & (λαϊκό) αντίς 1. αντικατάσταση: σε δέκα ~ (σε) είκοσι λεπτά. Θα έρθει τον Αύγουστο ~ τον Σεπτέμβρη.|| (+ γεν.) Χρήση πληθυντικού ~ ενικού.|| Να πας εσύ ~ για μένα. 2. επιλογή ενός έναντι άλλου: ~ προλόγου/συγγνώμης. Πβ. έναντι, στη θέση.|| ~ να συμμετέχει στη συζήτηση, σιωπά.|| ~ για ρούχα, αγόρασέ του καλύτερα παπούτσια. ● ΦΡ.: άλλα αντ' άλλων βλ. άλλος, αντ' αυτού βλ. αυτός, αντί του μάννα χολή βλ. μάννα1, αντί/έναντι πινακίου φακής βλ. πινάκιο, οφθαλμός/οφθαλμό(ν) αντί οφθαλμού (και οδούς/οδόντα αντί οδόντος) βλ. οφθαλμός [< αρχ. ἀντί]
4361αντιαγροτικός, ή, ό [ἀντιαγροτικός] α-ντι-α-γρο-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στους αγρότες και ιδ. τα συμφέροντά τους: ~ή: πολιτική. ~ά: μέτρα. Βλ. αντεργατικός, αντιλαϊκός. ΑΝΤ. φιλοαγροτικός [< αγγλ. anti-agricultural]
4362αντιαγχωτικός, ή, ό [ἀντιαγχωτικός] α-ντι-αγ-χω-τι-κός επίθ.: που ανακουφίζει από το άγχος: ~ή: επίδραση (ορμόνης). Πβ. αγχολυτικός, αντιστρές.
4363αντιαεροπορικός, ή, ό [ἀντιαεροπορικός] α-ντι-α-ε-ρο-πο-ρι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που αποβλέπει στην απόκρουση αεροπορικής ή γενικότ. εναέριας επίθεσης: ~ός: πύραυλος/συναγερμός. ~ή: άμυνα/κάλυψη (λ.χ. αεροδρομίου)/προστασία. ~ό: καταφύγιο/πυροβόλο/σύστημα (π.χ. ραντάρ). ~ά: πυρά. Βλ. ανθυποβρυχιακός, αντιαρματικός. [< γαλλ. antiaérien, 1918, αγγλ. anti-aircraft, 1914]
4364αντιαθλητικός, ή, ό [ἀντιαθλητικός] α-ντι-α-θλη-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο πνεύμα του αθλητισμού ή δεν αρμόζει σε αθλητή: ~ός: παίκτης (πβ. σκληρός, σκοτώστρα). ~ή: ενέργεια/συμπεριφορά. ~ό: μαρκάρισμα. ● επίρρ.: αντιαθλητικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντιαθλητικό φάουλ: (στο μπάσκετ) βίαιο φάουλ που γίνεται πάνω σε επιτιθέμενο παίκτη, το οποίο επιφέρει ως ποινή δύο βολές και κατοχή (της μπάλας) στην ομάδα που το κέρδισε: ανύπαρκτο/αυστηρό ~ ~. Δόθηκε/χρεώθηκε με ~ ~. [< αγγλ. unsporting, unsportsmanlike, γαλλ. antisportif]
4365αντιαιμορραγικός, ή, ό [ἀντιαιμορραγικός] α-ντι-αι-μορ-ρα-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει ή προλαμβάνει την αιμορραγία. Πβ. αιμοστατικός. ● Ουσ.: αντιαιμορραγικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antih(a)emorrhagic]
4366αντιαισθητικός, ή, ό [ἀντιαισθητικός] α-ντι-αι-σθη-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στους κανόνες της εκάστοτε αισθητικής: ~ή: εικόνα/εμφάνιση. ~οί: λεκέδες. ~ές: ουλές/ραβδώσεις. ~ά: σπυράκια. Πβ. ακαλαίσθητος, αποκρουστικός, άσχημος, κακόγουστος. ΑΝΤ. καλαίσθητος [< γαλλ. inesthétique]
4367αντιακαδημαϊκός, ή, ό [ἀντιακαδημαϊκός] α-ντι-α-κα-δη-μα-ϊ-κός επίθ. 1. που δεν ταιριάζει στο ακαδημαϊκό ήθος: ~ή: συμπεριφορά. Βλ. αντιεπιστημονικός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που είναι αντίθετος προς τον ακαδημαϊσμό: ~ή: ζωγραφική/τεχνοτροπία. ~οί: καλλιτέχνες. [< γαλλ. antiacadémique, αγγλ. antiacademic]
4368αντιαλκοολικός, ή, ό [ἀντιαλκοολικός] α-ντι-αλ-κο-ο-λι-κός επίθ.: που καταπολεμά τον αλκοολισμό: ~ή: εκστρατεία. Βλ. αντικαπνιστικός, αντιναρκωτικός. [< γαλλ. antialcoolique, αγγλ. antialcoholic]
4369αντιαλλεργικός, ή, ό [ἀντιαλλεργικός] α-ντι-αλ-λερ-γι-κός επίθ.: που ανακουφίζει, προστατεύει από αλλεργίες ή δεν τις προκαλεί: ~ή: αγωγή/δράση/θεραπεία. ~ό: εμβόλιο/κολλύριο.|| (ως ουσ.) Ειδικά ~ά (ενν. φάρμακα, χάπια). Βλ. αντιισταμινικός.|| ~ό: αποσμητικό/σαπούνι/ύφασμα. Στρώμα με υψηλή ~ή και αντιβακτηριδιακή προστασία. Πβ. υποαλλεργικός. [< αγγλ. antiallergic, γαλλ. antiallergique, περ. 1980]
4370αντιαμερικανικός, ή, ό [ἀντιαμερικανικός] α-ντι-α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ.: που είναι εναντίον της πολιτικής ή των πολιτών των ΗΠΑ. Βλ. αντιιμπεριαλιστικός. ΑΝΤ. αμερικανόφιλος [< αγγλ. anti-American, γαλλ. anti-américain]
4371αντιαμερικανισμός[ἀντιαμερικανισμός] α-ντι-α-με-ρι-κα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): εχθρική στάση απέναντι στις ΗΠΑ. [< αγγλ. anti-Americanism, γαλλ. antiaméricanisme, 1948]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.