Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5280-5300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4360αντί2[ἀντί] α-ντί πρόθ. {αντ' (πριν από φωνήεν), ανθ' (πριν από λέξη που παλαιότ. έπαιρνε δασεία)} & (λαϊκό) αντίς 1. αντικατάσταση: σε δέκα ~ (σε) είκοσι λεπτά. Θα έρθει τον Αύγουστο ~ τον Σεπτέμβρη.|| (+ γεν.) Χρήση πληθυντικού ~ ενικού.|| Να πας εσύ ~ για μένα. 2. επιλογή ενός έναντι άλλου: ~ προλόγου/συγγνώμης. Πβ. έναντι, στη θέση.|| ~ να συμμετέχει στη συζήτηση, σιωπά.|| ~ για ρούχα, αγόρασέ του καλύτερα παπούτσια. ● ΦΡ.: άλλα αντ' άλλων βλ. άλλος, αντ' αυτού βλ. αυτός, αντί του μάννα χολή βλ. μάννα1, αντί/έναντι πινακίου φακής βλ. πινάκιο, οφθαλμός/οφθαλμό(ν) αντί οφθαλμού (και οδούς/οδόντα αντί οδόντος) βλ. οφθαλμός [< αρχ. ἀντί]
4361αντιαγροτικός, ή, ό [ἀντιαγροτικός] α-ντι-α-γρο-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στους αγρότες και ιδ. τα συμφέροντά τους: ~ή: πολιτική. ~ά: μέτρα. Βλ. αντεργατικός, αντιλαϊκός. ΑΝΤ. φιλοαγροτικός [< αγγλ. anti-agricultural]
4362αντιαγχωτικός, ή, ό [ἀντιαγχωτικός] α-ντι-αγ-χω-τι-κός επίθ.: που ανακουφίζει από το άγχος: ~ή: επίδραση (ορμόνης). Πβ. αγχολυτικός, αντιστρές.
4363αντιαεροπορικός, ή, ό [ἀντιαεροπορικός] α-ντι-α-ε-ρο-πο-ρι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που αποβλέπει στην απόκρουση αεροπορικής ή γενικότ. εναέριας επίθεσης: ~ός: πύραυλος/συναγερμός. ~ή: άμυνα/κάλυψη (λ.χ. αεροδρομίου)/προστασία. ~ό: καταφύγιο/πυροβόλο/σύστημα (π.χ. ραντάρ). ~ά: πυρά. Βλ. ανθυποβρυχιακός, αντιαρματικός. [< γαλλ. antiaérien, 1918, αγγλ. anti-aircraft, 1914]
4364αντιαθλητικός, ή, ό [ἀντιαθλητικός] α-ντι-α-θλη-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο πνεύμα του αθλητισμού ή δεν αρμόζει σε αθλητή: ~ός: παίκτης (πβ. σκληρός, σκοτώστρα). ~ή: ενέργεια/συμπεριφορά. ~ό: μαρκάρισμα. ● επίρρ.: αντιαθλητικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντιαθλητικό φάουλ: (στο μπάσκετ) βίαιο φάουλ που γίνεται πάνω σε επιτιθέμενο παίκτη, το οποίο επιφέρει ως ποινή δύο βολές και κατοχή (της μπάλας) στην ομάδα που το κέρδισε: ανύπαρκτο/αυστηρό ~ ~. Δόθηκε/χρεώθηκε με ~ ~. [< αγγλ. unsporting, unsportsmanlike, γαλλ. antisportif]
4365αντιαιμορραγικός, ή, ό [ἀντιαιμορραγικός] α-ντι-αι-μορ-ρα-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει ή προλαμβάνει την αιμορραγία. Πβ. αιμοστατικός. ● Ουσ.: αντιαιμορραγικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antih(a)emorrhagic]
4366αντιαισθητικός, ή, ό [ἀντιαισθητικός] α-ντι-αι-σθη-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στους κανόνες της εκάστοτε αισθητικής: ~ή: εικόνα/εμφάνιση. ~οί: λεκέδες. ~ές: ουλές/ραβδώσεις. ~ά: σπυράκια. Πβ. ακαλαίσθητος, αποκρουστικός, άσχημος, κακόγουστος. ΑΝΤ. καλαίσθητος [< γαλλ. inesthétique]
4367αντιακαδημαϊκός, ή, ό [ἀντιακαδημαϊκός] α-ντι-α-κα-δη-μα-ϊ-κός επίθ. 1. που δεν ταιριάζει στο ακαδημαϊκό ήθος: ~ή: συμπεριφορά. Βλ. αντιεπιστημονικός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που είναι αντίθετος προς τον ακαδημαϊσμό: ~ή: ζωγραφική/τεχνοτροπία. ~οί: καλλιτέχνες. [< γαλλ. antiacadémique, αγγλ. antiacademic]
4368αντιαλκοολικός, ή, ό [ἀντιαλκοολικός] α-ντι-αλ-κο-ο-λι-κός επίθ.: που καταπολεμά τον αλκοολισμό: ~ή: εκστρατεία. Βλ. αντικαπνιστικός, αντιναρκωτικός. [< γαλλ. antialcoolique, αγγλ. antialcoholic]
4369αντιαλλεργικός, ή, ό [ἀντιαλλεργικός] α-ντι-αλ-λερ-γι-κός επίθ.: που ανακουφίζει, προστατεύει από αλλεργίες ή δεν τις προκαλεί: ~ή: αγωγή/δράση/θεραπεία. ~ό: εμβόλιο/κολλύριο.|| (ως ουσ.) Ειδικά ~ά (ενν. φάρμακα, χάπια). Βλ. αντιισταμινικός.|| ~ό: αποσμητικό/σαπούνι/ύφασμα. Στρώμα με υψηλή ~ή και αντιβακτηριδιακή προστασία. Πβ. υποαλλεργικός. [< αγγλ. antiallergic, γαλλ. antiallergique, περ. 1980]
4370αντιαμερικανικός, ή, ό [ἀντιαμερικανικός] α-ντι-α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ.: που είναι εναντίον της πολιτικής ή των πολιτών των ΗΠΑ. Βλ. αντιιμπεριαλιστικός. ΑΝΤ. αμερικανόφιλος [< αγγλ. anti-American, γαλλ. anti-américain]
4371αντιαμερικανισμός[ἀντιαμερικανισμός] α-ντι-α-με-ρι-κα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): εχθρική στάση απέναντι στις ΗΠΑ. [< αγγλ. anti-Americanism, γαλλ. antiaméricanisme, 1948]
4372αντιαναιμικός, ή, ό [ἀντιαναιμικός] α-ντι-α-ναι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά την αναιμία: ~ή: βιταμίνη. ~ά: φάρμακα.|| (ως ουσ.) ~ό (ενν. προϊόν, σκεύασμα). [< αγγλ. antianemic, γαλλ. antianémique]
4373αντιαναπτυξιακός, ή, ό [ἀντιαναπτυξιακός] α-ντι-α-να-πτυ-ξι-α-κός επίθ.: που είναι εναντίον της ανάπτυξης ή την εμποδίζει: ~ός: κρατικός παρεμβατισμός. ~ή: (οικονομική) πολιτική. ~ό: φορολογικό σύστημα.~ές: ρυθμίσεις. Βλ. αντιπαραγωγικός.
4374αντιανδρογόνο[ἀντιανδρογόνο] α-ντι-αν-δρο-γό-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. ουσία ή φάρμακο που αναστέλλει τη δράση των ανδρογόνων ορμονών. Βλ. οιστρογόνα. ΑΝΤ. ανδρογόνο [< αγγλ. antiandrogen, γαλλ. antiandrogène]
4375αντιανεμικός, ή, ό [ἀντιανεμικός] α-ντι-α-νε-μι-κός επίθ.: που προστατεύει από τον άνεμο: ~ή: στολή. ~ό: μπουφάν. ~ά: γυαλιά/δίχτυα (για την προστασία των σπαρτών). Βλ. αδιάβροχος, θερμομονωτ-, ισοθερμ-ικός. ● Ουσ.: αντιανεμικό (το): ρούχο, συνήθ. πανωφόρι, που προφυλάσσει από τον άνεμο και τη βροχή: ~ με εσωτερική επένδυση. Αδιάβροχο-~. Βλ. άνορακ. [< γαλλ. coupe-vent]
4376αντιανέμιος, α, ο [ἀντιανέμιος] α-ντι-α-νέ-μι-ος επίθ.: ΑΡΧΙΤ. που σταματά τη δύναμη του ανέμου: ~οι: σύνδεσμοι (μεταλλικών στεγών). Βλ. αντιανεμικός. ● Ουσ.: αντιανέμιο (το) 1. προστατευτικό κάλυμμα μικροφώνου. 2. ΑΡΧΙΤ. {συνήθ. στον πληθ.} πετάσματα ή σύνδεσμοι που ανακόπτουν τον άνεμο.
4377αντιαποικιακός, ή, ό [ἀντιαποικιακός] α-ντι-α-ποι-κι-α-κός επίθ. & αντιαποικιοκρατικός: που αντιτίθεται στην αποικιοκρατία, τον ιμπεριαλισμό: ~ός: αγώνας. ~ή: εξέγερση/πάλη. ~ά: κινήματα. Πβ. αντιιμπεριαλιστικός, (εθνικο)απελευθερωτικός. [< γαλλ. anticolonialiste, 1903, αγγλ. anticolonialist]
4378αντιαρθριτικός, ή, ό [ἀντιαρθριτικός] α-ντι-αρ-θρι-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που ανακουφίζει από τα συμπτώματα της αρθρίτιδας. [< γαλλ. antiarthritique, αγγλ. antiarthritic]
4379αντιαριστερός, ή, ό [ἀντιαριστερός] α-ντι-α-ρι-στε-ρός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αντιτίθεται στην ιδεολογία ή την πολιτική της Αριστεράς. Πβ. αντικομμουνιστικός. Βλ. αντιδεξιός. ΑΝΤ. φιλοαριστερός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.