| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52472 | τυμπανικός | , ή, ό τυ-μπα-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με το τύμπανο του αυτιού: ~ή: κoιλότητα. Οστικό νεόπλασμα στην ~ή κλίμακα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός ήχος (: που παράγεται κατά την επίκρουση οργάνων ή σημείων του σώματος γεμάτων αέρα· πβ. οξύς). ● ΣΥΜΠΛ.: τυμπανική μεμβράνη/τυμπανικός υμένας: ΑΝΑΤ. το τύμπανο του αυτιού. [< μτγν. τυμπανικός 'σχετικός με τύμπανο', γαλλ. tympanique, αγγλ. tympanic] | |
| 52473 | τυμπανισμός | τυ-μπα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. διάταση της κοιλιάς που προκαλείται από συσσώρευση αερίων στο έντερο ή/και στο στομάχι και συνοδεύεται από δυσφορία και αίσθημα βάρους: δενδρολίβανο για τον ~ό. ΣΥΝ. μετεωρισμός. Πβ. φούσκωμα. Βλ. σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου.|| Πτώμα σε κατάσταση ~ού. 2. τυμπανοκρουσία: Η χορωδία κλείνει με ~ούς. Βλ. -ισμός. [< 1: γαλλ. tympanisme, αγγλ. tympanism 2: αρχ. τυμπανισμός] | |
| 52474 | τυμπανιστής | τυ-μπα-νι-στής ουσ. (αρσ.) {τυμπανιστ-ών | σπάν. θηλ. τυμπανίστρια}: μουσικός, στρατιώτης ή μαθητής που παίζει τύμπανο: σόλο ~. Ομάδα/συγκρότημα ~ών. Βλ. ντράμερ, περκασιονίστας. ΣΥΝ. τυμπανοκρούστης [< αρχ. τυμπανιστής, τυμπανίστρια, ιταλ. timpanista, αγγλ. timpanist, 1906] | |
| 52475 | τύμπανο | τύ-μπα-νο ουσ. (ουδ.) {τυμπάν-ου} 1. ΜΟΥΣ. μεμβρανόφωνο κρουστό όργανο, που αποτελείται από ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο ποικίλων διαστάσεων, καλυμμένο και στις δύο πλευρές με δέρμα τεντωμένο σφιχτά, το οποίο παίζεται με δύο ξύλινες ράβδους ή με τα χέρια: μπάσο (= γκρανκάσα, κάσα)/στρατιωτικό (πβ. ταμπούρλο) ~. Αφρικανικά ~α (πβ. ταμ-ταμ). Πβ. τούμπανο. Βλ. ντραμς, ταμπούρο. 2. ΑΝΑΤ. λεπτή ημιδιαφανής τεντωμένη μεμβράνη που χωρίζει τον ακουστικό πόρο από το μέσο ους και μεταφέρει τα ηχητικά κύματα στα οστάρια: ρήξη ~ου. ΣΥΝ. τυμπανική μεμβράνη.|| (μτφ.-προφ.) Ο θόρυβος κόντευε να μου σπάσει/τρυπήσει τα ~α (: να με κουφάνει). 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σε μηχανήματα, συσκευές) εξάρτημα που έχει τη μορφή περιστρεφόμενου κυλίνδρου: οδοστρωτήρες διπλού/μονού ~ου. ~ βαρούλκου (: για το τύλιγμα του συρματόσχοινου)/πλυντηρίου.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ απεικόνισης (: μέσω του οποίου εκτυπώνονται στο χαρτί οι χαρακτήρες ή οι εικόνες, βλ. μελάνι).|| (ΠΛΗΡΟΦ., παλαιότ.) Μαγνητικό ~ (: εξωτερικό αποθηκευτικό μέσο υπολογιστών με χωρητικότητα 10 Kb, βλ. στικ). 4. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. η τριγωνική εσωτερική επιφάνεια αετώματος. 5. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. πολυγωνικός ή κυκλικός τοίχος, πάνω στον οποίο στερεώνεται θόλος ή τρούλος: οκτάπλευρο/ψηλό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τύμπανο ορχήστρας: ΜΟΥΣ. καθιερωμένο όργανο της συμφωνικής ορχήστρας που αποτελείται από ένα κοίλο μεταλλικό ημισφαίριο καλυμμένο με τεντωμένη μεμβράνη και παίζεται με δύο μπαγκέτες. ● ΦΡ.: τα τύμπανα του πολέμου (μτφ.-λόγ.): προανάκρουσμα πολέμου ή γενικότ. έκρυθμης κατάστασης: Ηχούν ~ ~. [< 1: αρχ. τύμπανον, γαλλ. tympanon, αγγλ. tympanum 2,3,5: γαλλ. tympan 4: μτγν. ~] | |
| 52476 | τυμπανοειδής | , ής, ές τυ-μπα-νο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με τύμπανο: ~ής: γεμιστήρας. Στυλοβάτης με ~ή καμπύλωση. Βλ. -ειδής. [< αρχ. τυμπανοειδής, αγγλ. tympanoid] | |
| 52477 | τυμπανοκρουσία | τυ-μπα-νο-κρου-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) προαναγγελία δράσης, παρουσίαση ή εκδήλωση που γίνεται με ένταση ή θόρυβο και επιδεικτικά: Με ~ες ανακοίνωσε ... Τα καταφέρνει δίχως ~ες (: χωρίς μεγάλη προβολή). 2. παίξιμο και χτύπημα τυμπάνου και συνεκδ. ο ήχος που παράγεται: ~ σε χαμηλό τόνο. ΣΥΝ. τυμπανισμός (2) | |
| 52478 | τυμπανοκρούστης | τυ-μπα-νο-κρού-στης ουσ. (αρσ.): τυμπανιστής. | |
| 52479 | τυμπανοπλαστική | τυ-μπα-νο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μικροχειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση του τυμπάνου, συνήθ. ύστερα από τραυματισμό, τη βελτίωση της ακοής και την αποφυγή λοιμώξεων: Αντιμετώπισε την ωτίτιδα με ~. Βλ. -πλαστική. [< αγγλ. tympanoplasty, 1955, γαλλ. tympanoplastie] | |
| 52480 | τυνησιακός | , ή, ό τυ-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Τυνησία ή/και τους Τυνήσιους: ~ό: δηνάριο. [< γαλλ. tunisien] | |
| 52481 | τυπάδικος | , η, ο τυ-πά-δι-κος επίθ. (αργκό): που σχετίζεται με τον τυπά: ~α: γυαλιά. | |
| 52482 | τυπάρι | τυ-πά-ρι ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ξύλινη συνήθ. σφραγίδα με χριστιανικές παραστάσεις και σύμβολα, με την οποία σφραγίζουν τα πρόσφορα. | |
| 52483 | τυπάς, τύπισσα | τυ-πάς ουσ. (αρσ. + θηλ.) {τυπάδες, τύπισσες} (νεαν. αργκό): άτομο με ξεχωριστό στιλ: περίεργη/φοβερή ~ισσα. Είναι ωραίος ~.|| (κατ' επέκτ., για άγνωστο πρόσωπο:) Ήρθε ένας ~. Του την έπεσε μια ~ισσα. ΣΥΝ. τύπος (3) ● Υποκ.: τυπάκι (το), τυπάκος (ο): Βλ. -άκος. | |
| 52485 | τυπικάρης | τυ-πι-κά-ρης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. μοναχός που έχει την ευθύνη για την τήρηση του τυπικού, κυρ. στις Μονές του Αγίου Όρους. Βλ. -άρης. | |
| 52486 | τυπικαριό | τυ-πι-κα-ριό ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ειδικός χώρος, συνήθ. κυκλικός, για τη φύλαξη εκκλησιαστικών βιβλίων, κυρ. στο καθολικό των μοναστηριών του Αγίου Όρους. Βλ. -αριό. | |
| 52487 | τυπικό | τυ-πι-κό ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) σύνολο κανόνων τους οποίους οφείλει κάποιος να ακολουθεί: καθιερωμένο ~. Παραβιάζω/σέβομαι/τηρώ το ~. Σύμφωνα με το ~ (= με την εθιμοτυπία). 2. ΕΚΚΛΗΣ. & τυπικόν (κ. με κεφαλ. Τ) λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας που περιέχει τις οδηγίες και τις διατάξεις για την τέλεση των ιερών ακολουθιών κατά τη διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους· συνήθ. συνεκδ. οι ίδιες οι οδηγίες και διατάξεις: εκκλησιαστικό ~. Το ~ του Γάμου (= εθιμο~). Το ~ της Θείας Λειτουργίας. Πβ. τελετουργικό. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Τ) ο εσωτερικός κανονισμός που ισχύει στα μοναστήρια: το αγιορείτικο ~. 4. ΓΛΩΣΣ. (στην παραδοσιακή γραμματική) μορφολογία. Βλ. συντακτικό. ΣΥΝ. τυπολογικό ● ΣΥΜΠΛ.: κτητορικό τυπικό βλ. κτητορικός [< μεσν. τυπικόν] | |
| 52488 | τυπικός | , ή, ό τυ-πι-κός επίθ. 1. που συγκεντρώνει τα βασικά γνωρίσματα συνόλου· χαρακτηριστικός: ~ός: εκπρόσωπος. ~ή: δομή/περίπτωση/συμπεριφορά. ~ό: παράδειγμα. ~ές: χρήσεις. Τα ~ά συμπτώματα της νόσου είναι ... (ΑΝΤ. άτυπα). ΑΝΤ. ατυπικός.|| ~ός: προορισμός διακοπών. ~ή: οικογένεια. ~ό: λάθος. Μία ~ή μέρα. Με την ~ή έννοια της λέξης. ~ά πιάτα της ελληνικής κουζίνας. Πβ. αντιπροσωπευτ-, κλασ-ικός. Βλ. πρωτο~.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Περίοδος της αφαιρετικής σκέψης ή των ~ών συλλογισμών.|| (ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: παράμετρος/σημασιολογία (των γλωσσών προγραμματισμού). ~ές: μέθοδοι (π.χ. ανάλυσης συστημάτων). 2. καθιερωμένος, συνήθης: ~ή: προσφώνηση/συνάντηση. Τελετουργικές πράξεις και ~ή λατρεία. ~οί κανόνες ευπρέπειας. 3. που είναι κοινότοπος· τυποποιημένος: ~ή: ταξινόμηση. ~ές: εκφράσεις. ΑΝΤ. πρωτότυπος 4. που γίνεται χωρίς ουσία, επιφανειακά: ~ός: έλεγχος. ~ή: αναβάθμιση/διαδικασία. Από ~ή άποψη. Η ένσταση απορρίφθηκε για ~ούς λόγους. ΑΝΤ. ουσιαστικός (2) 5. που ακολουθεί τους καθιερωμένους τύπους και κανόνες· συνεπής: ~ός: υπάλληλος. Είναι πολύ ~ή στη δουλειά/στα ραντεβού/στις υποχρεώσεις της. 6. (για πρόσ.) συντηρητικός: ~ός: άνθρωπος (: συγκρατημένος). ~ό: ντύσιμο. Πβ. αυστηρός. 7. που τηρεί πιστά τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, που γίνεται χωρίς φιλική διάθεση· συμβατικός: ~ός: χαιρετισμός. ~ή: επίσκεψη/ευγένεια/χειραψία. Ανταλλάσσουν μόνο μια ~ή καλημέρα. Οι σχέσεις του με τους γείτονες/συναδέλφους του είναι εντελώς ~ές. Πβ. ψυχρός. 8. που έχει επίσημο ή θεσμοθετημένο χαρακτήρα: ~ή: έγκριση/επιβεβαίωση/νομιμότητα. ~ά: προσόντα. ~ή επικύρωση απόφασης/συμφωνίας. Οι προσφορές αποκλείστηκαν, διότι δεν πληρούσαν τους ~ούς όρους του διαγωνισμού.|| ~ές μορφές εκπαίδευσης. ΑΝΤ. άτυπος (1) ● επίρρ.: τυπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τυπική ισχύς (νόμου): ΝΟΜ. για να δηλωθεί ότι η εγκυρότητα νόμου αρχίζει από την ημέρα της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: || (κατ' επέκτ.) Το Σύνταγμα έχει αυξημένη ~ ~ύ (= υπεροχή έναντι οποιουδήποτε νόμου)., τυπικό βάρος: ΧΗΜ. το άθροισμα των ατομικών βαρών που έχουν τα άτομα των στοιχείων χημικής ένωσης. Βλ. μοριακό βάρος., επίσημη/τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, τυπική απόκλιση βλ. απόκλιση, τυπική γλώσσα βλ. γλώσσα, τυπική γραμματική βλ. γραμματική, τυπική λογική βλ. λογική, τυπικός νόμος βλ. νόμος [< μτγν. τυπικός, γαλλ. typique, formel, αγγλ. typic(al), formal] | |
| 52489 | τυπικότητα | τυ-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. συμμόρφωση με το τυπικό και ειδικότ. με τους κοινωνικούς τύπους: αυστηρή ~. Πβ. συνέπεια.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Υπερβολική ~. Η ~ της συμπεριφοράς. Πβ. σοβαρ-, συμβατικ-, ψυχρ-ότητα. ΑΝΤ. εγκαρδιότητα 2. ανταπόκριση σε μία τυπική μορφή, σε ένα σύνολο βασικών χαρακτηριστικών: η ~ των ηρώων (βιβλίου, ταινίας). Προστασία της ~ας των προϊόντων. ● τυπικότητες (οι) (συνεκδ.-αρνητ. συνυποδ.): συμβατική συμπεριφορά, τύποι: Απεχθάνομαι τις ~. Πβ. τυπικούρες. Βλ. επισημότητες. ΑΝΤ. οικειότητες [< γαλλ. formalité] | |
| 52490 | τυπικούρα | τυ-πι-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.) : τυπικότητα: η ~ μιας γραπτής δήλωσης.|| (για πρόσ., πάρα πολύ τυπικός:) Είναι μια ~! Πβ. τυπικούρας, τυπολάτρης, φορμαλιστής.|| ~ η ευχή του! Βλ. -ούρα2. ● τυπικούρες (οι): τύποι, τυπικότητες: Δεν ανέχεται τις ~. | |
| 52491 | τυπικούρας | τυ-πι-κού-ρας επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): αυτός που τηρεί τους τύπους σε υπερβολικό βαθμό: Ήταν πάντα αυστηρός, πάντα ~. Πβ. τυπικούρα. | |
| 52492 | τύπισσα | βλ. τυπάς |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ