Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52980-53000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52485τυπικάρηςτυ-πι-κά-ρης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. μοναχός που έχει την ευθύνη για την τήρηση του τυπικού, κυρ. στις Μονές του Αγίου Όρους. Βλ. -άρης.
52486τυπικαριότυ-πι-κα-ριό ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ειδικός χώρος, συνήθ. κυκλικός, για τη φύλαξη εκκλησιαστικών βιβλίων, κυρ. στο καθολικό των μοναστηριών του Αγίου Όρους. Βλ. -αριό.
52487τυπικότυ-πι-κό ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) σύνολο κανόνων τους οποίους οφείλει κάποιος να ακολουθεί: καθιερωμένο ~. Παραβιάζω/σέβομαι/τηρώ το ~. Σύμφωνα με το ~ (= με την εθιμοτυπία). 2. ΕΚΚΛΗΣ. & τυπικόν (κ. με κεφαλ. Τ) λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας που περιέχει τις οδηγίες και τις διατάξεις για την τέλεση των ιερών ακολουθιών κατά τη διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους· συνήθ. συνεκδ. οι ίδιες οι οδηγίες και διατάξεις: εκκλησιαστικό ~. Το ~ του Γάμου (= εθιμο~). Το ~ της Θείας Λειτουργίας. Πβ. τελετουργικό. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Τ) ο εσωτερικός κανονισμός που ισχύει στα μοναστήρια: το αγιορείτικο ~. 4. ΓΛΩΣΣ. (στην παραδοσιακή γραμματική) μορφολογία. Βλ. συντακτικό. ΣΥΝ. τυπολογικό ● ΣΥΜΠΛ.: κτητορικό τυπικό βλ. κτητορικός [< μεσν. τυπικόν]
52488τυπικός, ή, ό τυ-πι-κός επίθ. 1. που συγκεντρώνει τα βασικά γνωρίσματα συνόλου· χαρακτηριστικός: ~ός: εκπρόσωπος. ~ή: δομή/περίπτωση/συμπεριφορά. ~ό: παράδειγμα. ~ές: χρήσεις. Τα ~ά συμπτώματα της νόσου είναι ... (ΑΝΤ. άτυπα). ΑΝΤ. ατυπικός.|| ~ός: προορισμός διακοπών. ~ή: οικογένεια. ~ό: λάθος. Μία ~ή μέρα. Με την ~ή έννοια της λέξης. ~ά πιάτα της ελληνικής κουζίνας. Πβ. αντιπροσωπευτ-, κλασ-ικός. Βλ. πρωτο~.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) Περίοδος της αφαιρετικής σκέψης ή των ~ών συλλογισμών.|| (ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: παράμετρος/σημασιολογία (των γλωσσών προγραμματισμού). ~ές: μέθοδοι (π.χ. ανάλυσης συστημάτων). 2. καθιερωμένος, συνήθης: ~ή: προσφώνηση/συνάντηση. Τελετουργικές πράξεις και ~ή λατρεία. ~οί κανόνες ευπρέπειας. 3. που είναι κοινότοπος· τυποποιημένος: ~ή: ταξινόμηση. ~ές: εκφράσεις. ΑΝΤ. πρωτότυπος 4. που γίνεται χωρίς ουσία, επιφανειακά: ~ός: έλεγχος. ~ή: αναβάθμιση/διαδικασία. Από ~ή άποψη. Η ένσταση απορρίφθηκε για ~ούς λόγους. ΑΝΤ. ουσιαστικός (2) 5. που ακολουθεί τους καθιερωμένους τύπους και κανόνες· συνεπής: ~ός: υπάλληλος. Είναι πολύ ~ή στη δουλειά/στα ραντεβού/στις υποχρεώσεις της. 6. (για πρόσ.) συντηρητικός: ~ός: άνθρωπος (: συγκρατημένος). ~ό: ντύσιμο. Πβ. αυστηρός. 7. που τηρεί πιστά τους κανόνες καλής συμπεριφοράς, που γίνεται χωρίς φιλική διάθεση· συμβατικός: ~ός: χαιρετισμός. ~ή: επίσκεψη/ευγένεια/χειραψία. Ανταλλάσσουν μόνο μια ~ή καλημέρα. Οι σχέσεις του με τους γείτονες/συναδέλφους του είναι εντελώς ~ές. Πβ. ψυχρός. 8. που έχει επίσημο ή θεσμοθετημένο χαρακτήρα: ~ή: έγκριση/επιβεβαίωση/νομιμότητα. ~ά: προσόντα. ~ή επικύρωση απόφασης/συμφωνίας. Οι προσφορές αποκλείστηκαν, διότι δεν πληρούσαν τους ~ούς όρους του διαγωνισμού.|| ~ές μορφές εκπαίδευσης. ΑΝΤ. άτυπος (1) ● επίρρ.: τυπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τυπική ισχύς (νόμου): ΝΟΜ. για να δηλωθεί ότι η εγκυρότητα νόμου αρχίζει από την ημέρα της δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: || (κατ' επέκτ.) Το Σύνταγμα έχει αυξημένη ~ ~ύ (= υπεροχή έναντι οποιουδήποτε νόμου)., τυπικό βάρος: ΧΗΜ. το άθροισμα των ατομικών βαρών που έχουν τα άτομα των στοιχείων χημικής ένωσης. Βλ. μοριακό βάρος., επίσημη/τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, μη επίσημη/μη τυπική εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, τυπική απόκλιση βλ. απόκλιση, τυπική γλώσσα βλ. γλώσσα, τυπική γραμματική βλ. γραμματική, τυπική λογική βλ. λογική, τυπικός νόμος βλ. νόμος [< μτγν. τυπικός, γαλλ. typique, formel, αγγλ. typic(al), formal]
52489τυπικότητατυ-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. συμμόρφωση με το τυπικό και ειδικότ. με τους κοινωνικούς τύπους: αυστηρή ~. Πβ. συνέπεια.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Υπερβολική ~. Η ~ της συμπεριφοράς. Πβ. σοβαρ-, συμβατικ-, ψυχρ-ότητα. ΑΝΤ. εγκαρδιότητα 2. ανταπόκριση σε μία τυπική μορφή, σε ένα σύνολο βασικών χαρακτηριστικών: η ~ των ηρώων (βιβλίου, ταινίας). Προστασία της ~ας των προϊόντων.τυπικότητες (οι) (συνεκδ.-αρνητ. συνυποδ.): συμβατική συμπεριφορά, τύποι: Απεχθάνομαι τις ~. Πβ. τυπικούρες. Βλ. επισημότητες. ΑΝΤ. οικειότητες [< γαλλ. formalité]
52490τυπικούρατυ-πι-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.) : τυπικότητα: η ~ μιας γραπτής δήλωσης.|| (για πρόσ., πάρα πολύ τυπικός:) Είναι μια ~! Πβ. τυπικούρας, τυπολάτρης, φορμαλιστής.|| ~ η ευχή του! Βλ. -ούρα2.τυπικούρες (οι): τύποι, τυπικότητες: Δεν ανέχεται τις ~.
52491τυπικούραςτυ-πι-κού-ρας επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): αυτός που τηρεί τους τύπους σε υπερβολικό βαθμό: Ήταν πάντα αυστηρός, πάντα ~. Πβ. τυπικούρα.
52492τύπισσαβλ. τυπάς
52493τυποβαφείο[τυποβαφεῖο] τυ-πο-βα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): βιοτεχνική ή βιομηχανική μονάδα όπου εφαρμόζεται η μέθοδος της τυποβαφής. Βλ. φινιριστήριο.
52494τυποβαφήτυ-πο-βα-φή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τυποβαφική: τεχνική βαφής υφασμάτων με πολύχρωμα σχέδια. Βλ. εμπριμέ.
52495τυπογραφείο[τυπογραφεῖο] τυ-πο-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή επιχείρηση εκτύπωσης εντύπων: πανεπιστημιακό/ψηφιακό ~. Εξοπλισμός ~ου. Χειριστής ηλεκτρονικού ~ου. Παρήγγειλε στο ~ τις προσκλήσεις για τον γάμο. Πβ. εκτυπωτήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Τυπογραφείο: κρατική παραγωγική μονάδα γραφικών τεχνών με αρμοδιότητα την έντυπη και ηλεκτρονική έκδοση και κυκλοφορία της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, την κάλυψη των εκτυπωτικών αναγκών των Δημοσίων Υπηρεσιών καθώς και τον σχεδιασμό και την εκτύπωση βιβλίων ερευνητικών Κέντρων. ● ΦΡ.: ο δαίμων/ο δαίμονας του τυπογραφείου βλ. δαίμονας [< γαλλ. imprimerie]
52496τυπογραφίατυ-πο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. η τέχνη με την οποία γίνεται δυνατή η αναπαραγωγή κειμένων και εικόνων με τεχνικά μέσα, σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων, μέσω της στοιχειοθεσίας και της εκτύπωσης: ψηφιακή ~. Μελάνια ~ας. Βλ. -γραφία, λινο-, μονο-, στερεο-τυπία, όφσετ. [< γαλλ. typographie, αγγλ. typography]
52497τυπογραφικός, ή, ό τυ-πο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με την τυπογραφία ή τον τυπογράφο: ~ό: πιεστήριο. ~ές: διορθώσεις/εργασίες. ~ά: κοσμήματα (: σχέδια)/μηχανήματα/στοιχεία.|| ~ή: επιμέλεια. ~ό: εργαστήρι.|| (ως ουδ. ουσ., στον πληθ.) ~ά (: ενν. λάθη) στο άρθρο. ● Ουσ.: τυπογραφικό (το): δεκαεξασέλιδο. ● επίρρ.: τυπογραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: (τυπογραφικό) δοκίμιο βλ. δοκίμιο [< γαλλ. typographique, αγγλ. typographic]
52498τυπογράφοςτυ-πο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει στην ιδιοκτησία του τυπογραφείο ή ασκεί την τυπογραφία ως επάγγελμα: τεχνίτης-~. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. typographe , αγγλ. typographer]
52499τυποκλοπίατυ-πο-κλο-πί-α ουσ. (θηλ.): ανατύπωση τμήματος ή συνόλου τυπωμένου κειμένου, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, για αθέμιτους σκοπούς. Πβ. κλεψιτυπία.
52500τυποκρατίατυ-πο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπέρμετρη αφοσίωση στους τύπους: σχολαστική ~. Πβ. τυπολατρία, φορμαλισμός. Βλ. -κρατία.
52501τυπολάτρηςτυ-πο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τυπολάτρισσα} (αρνητ. συνυποδ.): αυτός που εμμένει υπερβολικά στους τύπους και χάνει την ουσία των πραγμάτων: οι ~ες των γραφείων/θρησκειών.|| (ως επίθ.) ~ δικαστικός. Πβ. σχολαστικός, τυπικούρας, φορμαλιστής. Βλ. -λάτρης.
52502τυπολατρίατυ-πο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. τυπολατρεία: υπερβολική προσήλωση στους τύπους: στείρα ~. Πβ. σχολαστικότητα, φορμαλισμός. Βλ. -λατρία.
52503τυπολατρικός, ή, ό τυ-πο-λα-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τυπολατρία ή τον τυπολάτρη: ~ή: εμμονή. ~ή ερμηνεία του νόμου. Πβ. σχολαστ-, φορμαλιστ-ικός. ● επίρρ.: τυπολατρικά
52504τυπολογίατυ-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μελέτη των ιδιαίτερων γνωρισμάτων ενός αντικειμένου ή φαινομένου, με στόχο τη συστηματοποίηση και την κατάταξή του σε τύπους, κατηγορίες: αυστηρή/βασική/πολιτική ~. ~ αρχαίων αγγείων/ασκήσεων/κειμένων. ~ες κατασκευών.|| (ΓΛΩΣΣ.) Γλωσσική/μορφολογική ~. ~ των γλωσσών. Πβ. ταξινόμηση. Βλ. -λογία. 2. ΘΕΟΛ. ερμηνεία της Αγίας Γραφής σύμφωνα με την οποία γεγονότα ή πρόσωπα που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη προεικονίζονται στην Παλαιά Διαθήκη. [< γαλλ. typologie, αγγλ. typology]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.