Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [53000-53020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52493τυποβαφείο[τυποβαφεῖο] τυ-πο-βα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): βιοτεχνική ή βιομηχανική μονάδα όπου εφαρμόζεται η μέθοδος της τυποβαφής. Βλ. φινιριστήριο.
52494τυποβαφήτυ-πο-βα-φή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τυποβαφική: τεχνική βαφής υφασμάτων με πολύχρωμα σχέδια. Βλ. εμπριμέ.
52495τυπογραφείο[τυπογραφεῖο] τυ-πο-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή επιχείρηση εκτύπωσης εντύπων: πανεπιστημιακό/ψηφιακό ~. Εξοπλισμός ~ου. Χειριστής ηλεκτρονικού ~ου. Παρήγγειλε στο ~ τις προσκλήσεις για τον γάμο. Πβ. εκτυπωτήριο. ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Τυπογραφείο: κρατική παραγωγική μονάδα γραφικών τεχνών με αρμοδιότητα την έντυπη και ηλεκτρονική έκδοση και κυκλοφορία της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, την κάλυψη των εκτυπωτικών αναγκών των Δημοσίων Υπηρεσιών καθώς και τον σχεδιασμό και την εκτύπωση βιβλίων ερευνητικών Κέντρων. ● ΦΡ.: ο δαίμων/ο δαίμονας του τυπογραφείου βλ. δαίμονας [< γαλλ. imprimerie]
52496τυπογραφίατυ-πο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. η τέχνη με την οποία γίνεται δυνατή η αναπαραγωγή κειμένων και εικόνων με τεχνικά μέσα, σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων, μέσω της στοιχειοθεσίας και της εκτύπωσης: ψηφιακή ~. Μελάνια ~ας. Βλ. -γραφία, λινο-, μονο-, στερεο-τυπία, όφσετ. [< γαλλ. typographie, αγγλ. typography]
52497τυπογραφικός, ή, ό τυ-πο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με την τυπογραφία ή τον τυπογράφο: ~ό: πιεστήριο. ~ές: διορθώσεις/εργασίες. ~ά: κοσμήματα (: σχέδια)/μηχανήματα/στοιχεία.|| ~ή: επιμέλεια. ~ό: εργαστήρι.|| (ως ουδ. ουσ., στον πληθ.) ~ά (: ενν. λάθη) στο άρθρο. ● Ουσ.: τυπογραφικό (το): δεκαεξασέλιδο. ● επίρρ.: τυπογραφικά ● ΣΥΜΠΛ.: (τυπογραφικό) δοκίμιο βλ. δοκίμιο [< γαλλ. typographique, αγγλ. typographic]
52498τυπογράφοςτυ-πο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει στην ιδιοκτησία του τυπογραφείο ή ασκεί την τυπογραφία ως επάγγελμα: τεχνίτης-~. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. typographe , αγγλ. typographer]
52499τυποκλοπίατυ-πο-κλο-πί-α ουσ. (θηλ.): ανατύπωση τμήματος ή συνόλου τυπωμένου κειμένου, χωρίς την άδεια του δικαιούχου, για αθέμιτους σκοπούς. Πβ. κλεψιτυπία.
52500τυποκρατίατυ-πο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): υπέρμετρη αφοσίωση στους τύπους: σχολαστική ~. Πβ. τυπολατρία, φορμαλισμός. Βλ. -κρατία.
52501τυπολάτρηςτυ-πο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τυπολάτρισσα} (αρνητ. συνυποδ.): αυτός που εμμένει υπερβολικά στους τύπους και χάνει την ουσία των πραγμάτων: οι ~ες των γραφείων/θρησκειών.|| (ως επίθ.) ~ δικαστικός. Πβ. σχολαστικός, τυπικούρας, φορμαλιστής. Βλ. -λάτρης.
52502τυπολατρίατυ-πο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά αδόκ. τυπολατρεία: υπερβολική προσήλωση στους τύπους: στείρα ~. Πβ. σχολαστικότητα, φορμαλισμός. Βλ. -λατρία.
52503τυπολατρικός, ή, ό τυ-πο-λα-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τυπολατρία ή τον τυπολάτρη: ~ή: εμμονή. ~ή ερμηνεία του νόμου. Πβ. σχολαστ-, φορμαλιστ-ικός. ● επίρρ.: τυπολατρικά
52504τυπολογίατυ-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μελέτη των ιδιαίτερων γνωρισμάτων ενός αντικειμένου ή φαινομένου, με στόχο τη συστηματοποίηση και την κατάταξή του σε τύπους, κατηγορίες: αυστηρή/βασική/πολιτική ~. ~ αρχαίων αγγείων/ασκήσεων/κειμένων. ~ες κατασκευών.|| (ΓΛΩΣΣ.) Γλωσσική/μορφολογική ~. ~ των γλωσσών. Πβ. ταξινόμηση. Βλ. -λογία. 2. ΘΕΟΛ. ερμηνεία της Αγίας Γραφής σύμφωνα με την οποία γεγονότα ή πρόσωπα που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη προεικονίζονται στην Παλαιά Διαθήκη. [< γαλλ. typologie, αγγλ. typology]
52505τυπολογικός, ή, ό τυ-πο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τυπολογία: ~ή: ανάλυση/διερεύνηση/κατάταξη (κτιρίων ή μνημείων)/κατηγορία/μέθοδος/ταξινόμηση. ~ά: γνωρίσματα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. ● Ουσ.: τυπολογικό (το): ΓΛΩΣΣ. τυπικό. ● επίρρ.: τυπολογικά [< γαλλ. typologique, 1914, αγγλ. typological]
52506τυπολόγιοτυ-πο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): λίστα όπου συστηματοποιούνται μαθηματικές σχέσεις: βασικό/συνοπτικό ~. ~ τριγωνομετρίας/φυσικής. Βλ. -λόγιο.
52507τυποποίησητυ-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τυποποιώ: ~ της παραγωγής/τροφίμων. ~ και πιστοποίηση. Συσκευασία και ~. Εργοστάσιο/φορέας ~ης. Ελληνικός Οργανισμός ~ης (ακρ. ΕΛ.Ο.Τ.). ~ (= προτυποποίηση) της γλώσσας. Βλ. νόρμα.|| Διεθνής αριθμός ~ης βιβλίου (βλ. ISBN).|| (μειωτ.) ~ της πολιτιστικής δημιουργίας (πβ. μανιέρα, μανιερισμός, στιλιζάρισμα). Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. standardization, γαλλ. standardisation, 1904]
52508τυποποιητήριοτυ-πο-ποι-η-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος τυποποίησης: ~ κρέατος/μελιού. ~α ελαιολάδου. Βλ. συσκευαστήριο.
52509τυποποιητήςτυ-πο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την τυποποίηση: Σύνδεσμος ~ών Ελαιολάδου. 2. τυποποιητικό μηχάνημα: αυτόματος ~ πορτοκαλιών. [< αγγλ. formulator, 1919]
52510τυποποιητικός, ή, ό τυ-πο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τυποποίηση: ~ή: διαδικασία/μονάδα. ~ά: μηχανήματα (= τυποποιητές). Βλ. -ποιητικός. [< αγγλ. standardizing]
52511τυποποιώ[τυποποιῶ] τυ-πο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τυποποι-είς ..., -ώντας | τυποποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. ΟΙΚΟΝ. παράγω μαζικά κυρ. βιομηχανικά προϊόντα, με βάση έναν καθορισμένο τύπο: Το μέλι ~είται και διατίθεται στην αγορά. 2. διαμορφώνω, καθορίζω κάτι σύμφωνα με ένα πρότυπο και του προσδίδω συγκεκριμένη μορφή: Έχουν ~ήσει τη διαδικασία της πιστοποίησης. Έγγραφα/σχέδια που έχουν ~ηθεί.|| Ως ηθοποιός δεν ~είται (: δεν στιλιζάρεται, δεν παίζει μόνο ορισμένους ρόλους). Βλ. -ποιώ. ● Μτχ.: τυποποιημένος , η, ο 1. που παράγεται ή έχει δημιουργηθεί με καθορισμένες προδιαγραφές: α: προϊόντα, όπως: ~ο: ελαιόλαδο (ΑΝΤ. χύμα), ~α: φαγητά (: έτοιμα). || (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: μορφότυπος. ~ο: λογισμικό. 2. (μτφ.) που ακολουθεί ορισμένο πρότυπο και κατ' επέκτ. δεν εμφανίζει πρωτοτυπία: ~ος: τρόπος. ~η: σύμβαση/ταξινόμηση. ~ο: ύφος (= στιλιζαρισμένο). ~ες: εκφράσεις. Πβ. κοινότοπος, τετριμμένος. ΣΥΝ. τυπικός (3) ΑΝΤ. πρωτότυπος [< αγγλ. standardize, γαλλ. standardiser, 1904]
52512τύποςτύ-πος ουσ. (αρσ.) 1. είδος, κατηγορία: ~ δέρματος/προϊόντος. ~οι ιών/πλοίων/σχολείων/υπηρεσιών. Αεροσκάφη τελευταίου ~ου (: τελευταίας τεχνολογίας). Διαβατήρια νέου ~ου. Πρωινό ευρωπαϊκού ~ου (= ευρωπαϊκό πρωινό). Οχήματα βαρέος ~ου. Αναψυκτικά ~ου κόλα. 2. χαρακτήρας: εσωστρεφής/κεφάτος/κλειστός/μοναχικός ~. Δεν ξενυχτάει· είναι πρωινός ~. Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα κοινωνικός ~.|| Του αρέσει, γιατί έχει ~ο (= προσωπικότητα). 3. (προφ.) άτομο και (ειδικότ.-κυρ. μειωτ.) άνθρωπος με ιδιαιτερότητες στην εμφάνιση ή τη συμπεριφορά: λαϊκός ~. (Πολύ) ωραίος ~! Άχρηστος/ελεεινός ~. Ανεκδιήγητος/γραφικός ~ (πβ. φιγούρα). Μας πλησίασε ένας παράξενος/περίεργος/ύποπτος ~. Τι ~ είναι αυτός; Δεν μου αρέσει αυτός ο ~. Πβ. τυπάς. 4. {συνήθ. στον πληθ.} ενέργεια που γίνεται συμβατικά, σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες: Συνεργάζονται, τηρώντας με προσοχή τους ~ους ευγενείας. Κρατάει/προσέχει τους ~ους. Πβ. τυπικότητες, τυπικούρες.|| Ο ~ κυριαρχεί εις βάρος της ουσίας. Πβ. συμβατικότητα. 5. {συνήθ. στον πληθ.} συμπεριφορά που έχει εδραιωθεί λόγω συνήθειας ή εφαρμογής κανόνων, κυρ. θρησκευτικών ή νομικών: ~οι της χριστιανικής λατρείας.|| Η διαδικασία έγινε σύμφωνα με τους ~ους που επιβάλλει ο εσωτερικός κανονισμός της επιτροπής. Βλ. παρατυπία. 6. μοντέλο, πρότυπο: αντιπροσωπευτικός/ιδανικός ~ γυναίκας/πολίτη. 7. προκαθορισμένη φόρμα για τη σύνταξη ή συμπλήρωση εγγράφου· υπόδειγμα: ~ δήλωσης. Περιμένουν να τους σταλεί ο νέος ~ αίτησης. Ο ~ του διπλώματος. Πβ. φόρμουλα. 8. ΓΛΩΣΣ. μορφή λέξης: μεταγενέστερος/συνηρημένος ~. Ανώμαλοι/γραμματικοί/λόγιοι ~οι. ~οι ρημάτων. ~οι της δημοτικής/της καθαρεύουσας. Συμπληρώστε τα κενά με τον σωστό ~ο του επιθέτου. 9. ΜΑΘ. παράσταση που απεικονίζει συμβολικά μαθηματικές σχέσεις: αλγεβρικός ~. Ο ~ της εξίσωσης. Ο ~ που δίνει το εμβαδόν του κύκλου.|| ~ συνάρτησης. 10. (λόγ.) αποτύπωμα, στάμπα: ο ~ της σφραγίδας.Τύπος (ο): τα έντυπα κυρ. Μέσα Ενημέρωσης και οι εργαζόμενοι σε αυτά: αντιπολιτευόμενος/εβδομαδιαίος/επαρχιακός/περιοδικός/περιφερειακός/πολιτικός/συντηρητικός/τοπικός/φιλοκυβερνητικός ~. Aίθουσα/ακόλουθος/διεύθυνση/σύμβουλος ~ου. Επισκόπηση αθλητικού/ευρωπαϊκού/oικονομικού ~ου. Οι εκπρόσωποι του ~ου (= οι δημοσιογράφοι). Ανταποκριτές ξένου ~ου. Τα πρωτοσέλιδα του ~ου. Άρθρα/δημοσιεύματα/καταχωρήσεις στον ~ο. Διαρροή στοιχείων στον ~ο. Γράφτηκε/διαβάσαμε στον ~ο. Ο σημερινός ~ προβάλλει τις εξελίξεις γύρω από ... || Κάνω δηλώσεις στον ~ο. Eλεύθερος και ανεξάρτητος ~. Πβ. δημοσιογραφία. ΣΥΝ. η τέταρτη εξουσία [< γαλλ. presse] ● επίρρ.: τύποις (λόγ.) 1. με βάση τους τύπους, τυπικά: ~ πεπαιδευμένος. ΑΝΤ. ουσιαστικά (1) 2. (παλαιότ.) για να δηλωθεί το όνομα συγκεκριμένου τυπογραφείου, στο οποίο έχει εκδοθεί βιβλίο ή έντυπο: Εν Αθήναις, ~ ... ● ΣΥΜΠΛ.: Γραφείο Τύπου: τμήμα οργανισμού, εταιρείας, κόμματος υπεύθυνο για την ενημέρωση του κοινού και την επικοινωνία με τα ΜΜΕ: το ~ ~ του πρωθυπουργού. ~ ~ πρεσβείας/υπουργείου. ~ ~ και Δημοσίων Σχέσεων/Πληροφοριών. Ηλεκτρονικό ~ ~., ηλεκτρονικός Τύπος: τα ραδιοτηλεοπτικά και ψηφιακά μέσα ενημέρωσης σε αντιδιαστολή με τον έντυπο Τύπο. Πβ. ηλεκτρονική δημοσιογραφία. [< γαλλ. presse électronique] , ο κίτρινος Τύπος & κίτρινη δημοσιογραφία/φυλλάδα & κίτρινο έντυπο: τα έντυπα που στοχεύουν στην αύξηση της κυκλοφορίας τους μέσω του κιτρινισμού: οι φυλλάδες του ~ου ~ου. Πβ. σκανδαλοθηρικός. [< αμερικ. the yellow Press, 1898, yellow(kid) journalism, 1895] , πρακτορείο Τύπου & πρακτορείο εφημερίδων: που διανέμει εφημερίδες και περιοδικά. Βλ. πρακτορείο ειδήσεων., χημικός τύπος: ΧΗΜ. που εκφράζει τη σύνθεση χημικής ένωσης και ειδικότ. τις αναλογίες των χημικών στοιχείων τα οποία περιέχονται σε αυτή: Ο ~ ~ του νερού είναι H2O. Πβ. μοριακός τύπος. [< γαλλ. formule chimique] , ψηφιακός Τύπος: οι εφημερίδες και τα περιοδικά του διαδικτύου. [< γαλλ. presse digitale] , αδύνατος τύπος βλ. αδύνατος, αθλητικός τύπος βλ. αθλητικός, ακουστικός τύπος βλ. ακουστικός, ανακοίνωση Τύπου βλ. ανακοίνωση, δελτίο Τύπου βλ. δελτίο, δυνατός/ισχυρός τύπος βλ. δυνατός, εκπρόσωπος Τύπου βλ. εκπρόσωπος, η ελευθερία του Τύπου βλ. ελευθερία, ημερήσιος Τύπος βλ. ημερήσιος, λευκοκυτταρικός τύπος βλ. λευκοκυτταρικός, μοριακός τύπος βλ. μοριακός, ομάδα αίματος βλ. αίμα, οπτικός τύπος βλ. οπτικός, συνέντευξη Τύπου βλ. συνέντευξη, συντακτικός τύπος βλ. συντακτικός ● ΦΡ.: (δεν) είναι ο τύπος μου (προφ.): (δεν) μου αρέσει, (δεν) μου ταιριάζει, (δεν) είναι το στιλ μου., για τους τύπους (προφ.): για τα μάτια του κόσμου, για το θεαθήναι: Πήγαν μαζί στην εκδήλωση ~ ~., διά του Τύπου (επίσ.): μέσω των έντυπων και ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης: συκοφαντική δυσφήμιση ~ ~. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού θα ανακοινωθούν ~ ~., του τύπου: όπως: παροιμίες/παρομοιώσεις/(εκ)φράσεις ~ ~ ..., θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, στενές επαφές τρίτου τύπου βλ. επαφή, τύπος και υπογραμμός βλ. υπογραμμός, υπό μορφή(ν) βλ. μορφή [< αρχ. τύπος, γαλλ. type, forme 8: μτγν. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.