Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53000-53020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52505τυπολογικός, ή, ό τυ-πο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τυπολογία: ~ή: ανάλυση/διερεύνηση/κατάταξη (κτιρίων ή μνημείων)/κατηγορία/μέθοδος/ταξινόμηση. ~ά: γνωρίσματα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. ● Ουσ.: τυπολογικό (το): ΓΛΩΣΣ. τυπικό. ● επίρρ.: τυπολογικά [< γαλλ. typologique, 1914, αγγλ. typological]
52506τυπολόγιοτυ-πο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): λίστα όπου συστηματοποιούνται μαθηματικές σχέσεις: βασικό/συνοπτικό ~. ~ τριγωνομετρίας/φυσικής. Βλ. -λόγιο.
52507τυποποίησητυ-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τυποποιώ: ~ της παραγωγής/τροφίμων. ~ και πιστοποίηση. Συσκευασία και ~. Εργοστάσιο/φορέας ~ης. Ελληνικός Οργανισμός ~ης (ακρ. ΕΛ.Ο.Τ.). ~ (= προτυποποίηση) της γλώσσας. Βλ. νόρμα.|| Διεθνής αριθμός ~ης βιβλίου (βλ. ISBN).|| (μειωτ.) ~ της πολιτιστικής δημιουργίας (πβ. μανιέρα, μανιερισμός, στιλιζάρισμα). Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. standardization, γαλλ. standardisation, 1904]
52508τυποποιητήριοτυ-πο-ποι-η-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος τυποποίησης: ~ κρέατος/μελιού. ~α ελαιολάδου. Βλ. συσκευαστήριο.
52509τυποποιητήςτυ-πο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την τυποποίηση: Σύνδεσμος ~ών Ελαιολάδου. 2. τυποποιητικό μηχάνημα: αυτόματος ~ πορτοκαλιών. [< αγγλ. formulator, 1919]
52510τυποποιητικός, ή, ό τυ-πο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τυποποίηση: ~ή: διαδικασία/μονάδα. ~ά: μηχανήματα (= τυποποιητές). Βλ. -ποιητικός. [< αγγλ. standardizing]
52511τυποποιώ[τυποποιῶ] τυ-πο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τυποποι-είς ..., -ώντας | τυποποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. ΟΙΚΟΝ. παράγω μαζικά κυρ. βιομηχανικά προϊόντα, με βάση έναν καθορισμένο τύπο: Το μέλι ~είται και διατίθεται στην αγορά. 2. διαμορφώνω, καθορίζω κάτι σύμφωνα με ένα πρότυπο και του προσδίδω συγκεκριμένη μορφή: Έχουν ~ήσει τη διαδικασία της πιστοποίησης. Έγγραφα/σχέδια που έχουν ~ηθεί.|| Ως ηθοποιός δεν ~είται (: δεν στιλιζάρεται, δεν παίζει μόνο ορισμένους ρόλους). Βλ. -ποιώ. ● Μτχ.: τυποποιημένος , η, ο 1. που παράγεται ή έχει δημιουργηθεί με καθορισμένες προδιαγραφές: α: προϊόντα, όπως: ~ο: ελαιόλαδο (ΑΝΤ. χύμα), ~α: φαγητά (: έτοιμα). || (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: μορφότυπος. ~ο: λογισμικό. 2. (μτφ.) που ακολουθεί ορισμένο πρότυπο και κατ' επέκτ. δεν εμφανίζει πρωτοτυπία: ~ος: τρόπος. ~η: σύμβαση/ταξινόμηση. ~ο: ύφος (= στιλιζαρισμένο). ~ες: εκφράσεις. Πβ. κοινότοπος, τετριμμένος. ΣΥΝ. τυπικός (3) ΑΝΤ. πρωτότυπος [< αγγλ. standardize, γαλλ. standardiser, 1904]
52512τύποςτύ-πος ουσ. (αρσ.) 1. είδος, κατηγορία: ~ δέρματος/προϊόντος. ~οι ιών/πλοίων/σχολείων/υπηρεσιών. Αεροσκάφη τελευταίου ~ου (: τελευταίας τεχνολογίας). Διαβατήρια νέου ~ου. Πρωινό ευρωπαϊκού ~ου (= ευρωπαϊκό πρωινό). Οχήματα βαρέος ~ου. Αναψυκτικά ~ου κόλα. 2. χαρακτήρας: εσωστρεφής/κεφάτος/κλειστός/μοναχικός ~. Δεν ξενυχτάει· είναι πρωινός ~. Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα κοινωνικός ~.|| Του αρέσει, γιατί έχει ~ο (= προσωπικότητα). 3. (προφ.) άτομο και (ειδικότ.-κυρ. μειωτ.) άνθρωπος με ιδιαιτερότητες στην εμφάνιση ή τη συμπεριφορά: λαϊκός ~. (Πολύ) ωραίος ~! Άχρηστος/ελεεινός ~. Ανεκδιήγητος/γραφικός ~ (πβ. φιγούρα). Μας πλησίασε ένας παράξενος/περίεργος/ύποπτος ~. Τι ~ είναι αυτός; Δεν μου αρέσει αυτός ο ~. Πβ. τυπάς. 4. {συνήθ. στον πληθ.} ενέργεια που γίνεται συμβατικά, σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες: Συνεργάζονται, τηρώντας με προσοχή τους ~ους ευγενείας. Κρατάει/προσέχει τους ~ους. Πβ. τυπικότητες, τυπικούρες.|| Ο ~ κυριαρχεί εις βάρος της ουσίας. Πβ. συμβατικότητα. 5. {συνήθ. στον πληθ.} συμπεριφορά που έχει εδραιωθεί λόγω συνήθειας ή εφαρμογής κανόνων, κυρ. θρησκευτικών ή νομικών: ~οι της χριστιανικής λατρείας.|| Η διαδικασία έγινε σύμφωνα με τους ~ους που επιβάλλει ο εσωτερικός κανονισμός της επιτροπής. Βλ. παρατυπία. 6. μοντέλο, πρότυπο: αντιπροσωπευτικός/ιδανικός ~ γυναίκας/πολίτη. 7. προκαθορισμένη φόρμα για τη σύνταξη ή συμπλήρωση εγγράφου· υπόδειγμα: ~ δήλωσης. Περιμένουν να τους σταλεί ο νέος ~ αίτησης. Ο ~ του διπλώματος. Πβ. φόρμουλα. 8. ΓΛΩΣΣ. μορφή λέξης: μεταγενέστερος/συνηρημένος ~. Ανώμαλοι/γραμματικοί/λόγιοι ~οι. ~οι ρημάτων. ~οι της δημοτικής/της καθαρεύουσας. Συμπληρώστε τα κενά με τον σωστό ~ο του επιθέτου. 9. ΜΑΘ. παράσταση που απεικονίζει συμβολικά μαθηματικές σχέσεις: αλγεβρικός ~. Ο ~ της εξίσωσης. Ο ~ που δίνει το εμβαδόν του κύκλου.|| ~ συνάρτησης. 10. (λόγ.) αποτύπωμα, στάμπα: ο ~ της σφραγίδας.Τύπος (ο): τα έντυπα κυρ. Μέσα Ενημέρωσης και οι εργαζόμενοι σε αυτά: αντιπολιτευόμενος/εβδομαδιαίος/επαρχιακός/περιοδικός/περιφερειακός/πολιτικός/συντηρητικός/τοπικός/φιλοκυβερνητικός ~. Aίθουσα/ακόλουθος/διεύθυνση/σύμβουλος ~ου. Επισκόπηση αθλητικού/ευρωπαϊκού/oικονομικού ~ου. Οι εκπρόσωποι του ~ου (= οι δημοσιογράφοι). Ανταποκριτές ξένου ~ου. Τα πρωτοσέλιδα του ~ου. Άρθρα/δημοσιεύματα/καταχωρήσεις στον ~ο. Διαρροή στοιχείων στον ~ο. Γράφτηκε/διαβάσαμε στον ~ο. Ο σημερινός ~ προβάλλει τις εξελίξεις γύρω από ... || Κάνω δηλώσεις στον ~ο. Eλεύθερος και ανεξάρτητος ~. Πβ. δημοσιογραφία. ΣΥΝ. η τέταρτη εξουσία [< γαλλ. presse] ● επίρρ.: τύποις (λόγ.) 1. με βάση τους τύπους, τυπικά: ~ πεπαιδευμένος. ΑΝΤ. ουσιαστικά (1) 2. (παλαιότ.) για να δηλωθεί το όνομα συγκεκριμένου τυπογραφείου, στο οποίο έχει εκδοθεί βιβλίο ή έντυπο: Εν Αθήναις, ~ ... ● ΣΥΜΠΛ.: Γραφείο Τύπου: τμήμα οργανισμού, εταιρείας, κόμματος υπεύθυνο για την ενημέρωση του κοινού και την επικοινωνία με τα ΜΜΕ: το ~ ~ του πρωθυπουργού. ~ ~ πρεσβείας/υπουργείου. ~ ~ και Δημοσίων Σχέσεων/Πληροφοριών. Ηλεκτρονικό ~ ~., ηλεκτρονικός Τύπος: τα ραδιοτηλεοπτικά και ψηφιακά μέσα ενημέρωσης σε αντιδιαστολή με τον έντυπο Τύπο. Πβ. ηλεκτρονική δημοσιογραφία. [< γαλλ. presse électronique] , ο κίτρινος Τύπος & κίτρινη δημοσιογραφία/φυλλάδα & κίτρινο έντυπο: τα έντυπα που στοχεύουν στην αύξηση της κυκλοφορίας τους μέσω του κιτρινισμού: οι φυλλάδες του ~ου ~ου. Πβ. σκανδαλοθηρικός. [< αμερικ. the yellow Press, 1898, yellow(kid) journalism, 1895] , πρακτορείο Τύπου & πρακτορείο εφημερίδων: που διανέμει εφημερίδες και περιοδικά. Βλ. πρακτορείο ειδήσεων., χημικός τύπος: ΧΗΜ. που εκφράζει τη σύνθεση χημικής ένωσης και ειδικότ. τις αναλογίες των χημικών στοιχείων τα οποία περιέχονται σε αυτή: Ο ~ ~ του νερού είναι H2O. Πβ. μοριακός τύπος. [< γαλλ. formule chimique] , ψηφιακός Τύπος: οι εφημερίδες και τα περιοδικά του διαδικτύου. [< γαλλ. presse digitale] , αδύνατος τύπος βλ. αδύνατος, αθλητικός τύπος βλ. αθλητικός, ακουστικός τύπος βλ. ακουστικός, ανακοίνωση Τύπου βλ. ανακοίνωση, δελτίο Τύπου βλ. δελτίο, δυνατός/ισχυρός τύπος βλ. δυνατός, εκπρόσωπος Τύπου βλ. εκπρόσωπος, η ελευθερία του Τύπου βλ. ελευθερία, ημερήσιος Τύπος βλ. ημερήσιος, λευκοκυτταρικός τύπος βλ. λευκοκυτταρικός, μοριακός τύπος βλ. μοριακός, ομάδα αίματος βλ. αίμα, οπτικός τύπος βλ. οπτικός, συνέντευξη Τύπου βλ. συνέντευξη, συντακτικός τύπος βλ. συντακτικός ● ΦΡ.: (δεν) είναι ο τύπος μου (προφ.): (δεν) μου αρέσει, (δεν) μου ταιριάζει, (δεν) είναι το στιλ μου., για τους τύπους (προφ.): για τα μάτια του κόσμου, για το θεαθήναι: Πήγαν μαζί στην εκδήλωση ~ ~., διά του Τύπου (επίσ.): μέσω των έντυπων και ραδιοτηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης: συκοφαντική δυσφήμιση ~ ~. Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού θα ανακοινωθούν ~ ~., του τύπου: όπως: παροιμίες/παρομοιώσεις/(εκ)φράσεις ~ ~ ..., θέτω τον δάκτυλον εις/επί τον τύπον των ήλων βλ. ήλος, στενές επαφές τρίτου τύπου βλ. επαφή, τύπος και υπογραμμός βλ. υπογραμμός, υπό μορφή(ν) βλ. μορφή [< αρχ. τύπος, γαλλ. type, forme 8: μτγν. ~]
52515τυποτεχνικός, ή, ό τυ-πο-τε-χνι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που αναφέρεται στην τεχνική εκτύπωσης εντύπου: ~ή: εμφάνιση (βιβλίου). ● επίρρ.: τυποτεχνικά
52516τύπτωτύ-πτω ρ. (μτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: με τύπτει η συνείδηση: έχω τύψεις, μετανιώνω για κάτι αξιόμεμπτο: Τον ~ ~ή του, επειδή υπέκυψε στις πιέσεις τους. [< αρχ. τύπτω ‘χτυπώ’]
52517τυπωθήτωτυ-πω-θή-τω ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΥΠΟΓΡ. οριστική έγκριση για την εκτύπωση εντύπου (γράφεται συνήθ. στο τελικό διορθωμένο δοκίμιο): Έδωσε το ~. [< νεολατ. imprimatur]
52518τύπωματύ-πω-μα ουσ. (ουδ.) & τύπωση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τυπώνω: ~ κειμένων (= εκτύπωση).|| ~ βιβλίου (= έκδοση).|| ~ υφασμάτων. Γυαλιστερό/χρυσό ~ (= στάμπα). [< αρχ. τύπωμα 'αποτύπωμα, σχέδιο', μτγν. τύπωσις 'σχεδιάγραμμα']
52519τυπώνωτυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {τύπω-σα, τυπώ-θηκε, -μένος, τυπών-οντας} 1. εκτυπώνω: ~ εικόνες. Η αφίσα/εφημερίδα ~θηκε σε ... αντίτυπα. ~ σε δύο όψεις. Τράπεζα/χώρα που έχει τη δυνατότητα να ~ει νόμισμα. Βλ. δια~. 2. (κατ' επέκτ.) εκδίδω: ~θηκε το λεύκωμα. 3. αποτυπώνω σχέδια πάνω σε υλικό ή αντικείμενο: ~σε ένα λουλούδι στην μπλούζα της. ● Μτχ.: τυπωμένος , η, ο ΑΝΤ. ατύπωτος 1. που εκτυπώθηκε: ~η: σελίδα/φωτογραφία. ~ σε άριστης ποιότητας χαρτί. Βλ. πυκνο~. ΣΥΝ. έντυπος ΑΝΤ. χειρόγραφος 2. που εκδόθηκε: ~ος: κατάλογος. ΑΝΤ. αδημοσίευτος ● ΣΥΜΠΛ.: τυπωμένο κύκλωμα βλ. κύκλωμα ● ΦΡ.: τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου (μτφ.): αποτυπώνω: Τα λόγια του ~θηκαν στο μυαλό της. [< αρχ. τυπῶ ‘αποτυπώνω, διαπλάθω, διαμορφώνω’]
52520τύπωσηβλ. τύπωμα
52521τυπωτήριοτυ-πω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή τμήμα εργοστασίου υφαντουργίας για τύπωμα υφασμάτων: ~ ενδυμάτων. Βλ. εκ~, -τήριο, τυποβαφείο, φινιριστήριο.
52522τυπωτήςτυ-πω-τής ουσ. (αρσ.): εκτυπωτής (τεχνίτης): ~ές υφασμάτων. [< πβ. μτγν. τυπωτής ‘διαμορφωτής (του κόσμου)’]
52523τυπωτικός, ή, ό τυ-πω-τι-κός επίθ.: εκτυπωτικός. [< μτγν. τυπωτικός ‘αυτός που διαπλάθει’]
52524τυπωτός, ή, ό τυ-πω-τός επίθ.: που γίνεται με τύπωμα: ~ές: ετικέτες. Πβ. σταμπωτός. [< μτγν. τυπωτός 'διαμορφωμένος']
52525τυράδικοτυ-ρά-δι-κο (προφ.): τυροπωλείο. Βλ. -άδικο.
52526τυραννάωβλ. τυραννώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.