Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [53020-53040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
52527τυραννίατυ-ραν-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε καταπιεστική μορφή καθεστώτος· (στην αρχαιότητα) τυραννίδα: ανατροπή/κατάλυση της ~ας. Αγωνίζεται εναντίον της ~ας. Πβ. απολυταρχία, δεσποτ-, συγκεντρωτ-ισμός.|| Επί ~ας του ... 2. (μτφ.) αυθαίρετη άσκηση εξουσίας, καταπίεση: ~ της γραφειοκρατίας/κοινής γνώμης. ΣΥΝ. δεσποτεία (2), καταναγκασμός (1) 3. μεγάλη ταλαιπωρία, βάσανο: Η ζωή της είναι σκέτη ~! ΣΥΝ. μαρτύριο (1) [< αρχ. τυραννία, γαλλ. tyrannie, αγγλ. tyranny]
52528τυράννιατυ-ράν-νια ουσ. (θηλ.) & τυράγνια (λαϊκό): τυραννία, μαρτύριο.
52529τυραννίδατυ-ραν-νί-δα ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. δημοκρατία 1. ΠΟΛΙΤ. (στην αρχαιότητα) πολίτευμα στο οποίο ο τύραννος ασκούσε την εξουσία αυθαίρετα και απολυταρχικά: κατάλυση/πτώση της ~ας. Πβ. τυραννία. 2. δικτατορικό πολίτευμα, δικτατορία: σύγχρονη ~. [< αρχ. τυραννίς]
52531τυραννίσκοςτυ-ραν-νί-σκος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που συμπεριφέρεται τυραννικά από θέση ισχύος. Πβ. δικτατορ-, ηγεμον-ίσκος. [< γαλλ. tyranneau]
52532τυράννισματυ-ράν-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τυραννώ: το ~ του λαού. Πόνεσε από κάθε λογής ~ (= καταπίεση, τυραννία). Βλ. -ισμα.
52533τυραννισμένος, η, ο τυ-ραν-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει βασανιστεί και ταλαιπωρηθεί πολύ: ~ος: τόπος. ~η: συνείδηση/ψυχή. Πβ. βασανισμένος, πολύπαθος, ταλαιπωρημένος. ● επίρρ.: τυραννισμένα
52534τύραννοςτύ-ραν-νος ουσ. (αρσ.) {τυράνν-ου | -ων, -ους} 1. ηγέτης αυταρχικού καθεστώτος που καταλαμβάνει την εξουσία κυρ. μέσω κατάλυσης της δημοκρατίας· δικτάτορας: Ο ~ ανατράπηκε/εκδιώχθηκε. Οι σύγχρονοι ~οι. Πβ. δυνάστης, σατράπης. Βλ. τυραννίσκος. 2. (μτφ.) καταπιεστής: Αν δεν του κάνεις το χατίρι, γίνεται σωστός ~. Πβ. βασανιστής, δυνάστης, κέρβερος. 3. ΙΣΤ. (στην αρχαιότητα) απόλυτος άρχοντας που ανερχόταν με παράνομα μέσα και κυβερνούσε αυθαίρετα και βίαια. ● ΣΥΜΠΛ.: Τριάκοντα Τύραννοι βλ. τριάκοντα [< 1: αρχ. τύραννος]
52535τυραννόσαυροςτυ-ραν-νό-σαυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (σπάν.-λόγ.) -αύρου}: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. γιγαντόσωμος σαρκοφάγος δεινόσαυρος, που έζησε κατά την ύστερη κρητιδική περίοδο: βασιλικός ~. [< γαλλ. tyrannosaure, αγγλ. tyrannosaurus, 1905]
52536τυραννώ[τυραννῶ] τυ-ραν-νώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τυρανν-άς κ. -είς ..., -ώντας | τυράνν-ησα, -ιέμαι κ. -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, (λαϊκό) τυραννί-στηκα, -στεί, -σμένος} & τυραννάω 1. (μτφ.) ταλαιπωρώ κάποιον ψυχικά ή/και σωματικά, επιβάλλομαι με τη βία: Πάψε να με ~άς! Το κυκλοφοριακό ~ά τους πολίτες (πβ. κατατρύχει). Πβ. (κατα)δυναστεύω, καταπιέζω, κατα~, παιδεύω. ΣΥΝ. βασανίζω (2) 2. (σπανιότ.) κυβερνώ, εξουσιάζω τυραννικά. Πβ. καταδυναστεύω. ● Παθ.: τυραννιέμαι & τυραννούμαι (προφ.): ταλαιπωρούμαι: Μην ~ιέσαι (= βασανίζεσαι) άδικα. Πβ. μαρτυρώ, χτικιάζω. ΣΥΝ. δεινοπαθώ, κακοπαθαίνω [< αρχ. τυραννῶ, γαλλ. tyranniser, αγγλ. tyrannize]
52537τυράςτυ-ράς ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) τυρέμπορος, τυροπώλης. Βλ. -άς. 2. (οικ.) πρόσωπο που του αρέσει το τυρί.
52538τυρβάζωτυρ-βά-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: περί άλλα τυρβάζει & (ΚΔ) μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά (απαιτ. λεξιλόγ.): για κάποιον που ασχολείται με δευτερεύοντα ή πολλά θέματα, αμελώντας τις βασικές του υποχρεώσεις. [< αρχ. τυρβάζω]
52539τύρβητύρ-βη ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) θόρυβος, οχλαγωγία: μακριά από την ~ της αγοράς/της πόλης (πβ. αναταραχή). Η ~ της καθημερινότητας. 2. (επιστ.) ακανόνιστη ροή αερίου ή ρευστού: (ΦΥΣ.) η ~ του ανέμου. Ένταση της ~ης. Μοντέλα ~ης. Πβ. στροβιλισμός.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Ατμοσφαιρική ~. Βλ. στίλβη. [< 1: αρχ. τύρβη 2: γαλλ. turbulence, 1956]
52540τυρβώδης, ης, ες τυρ-βώ-δης επίθ. {τυρβώδ-ους | -εις (ουδ.) -η}: ΦΥΣ. που σχετίζεται με την τύρβη: ~ης: διάχυση/κινητική ενέργεια/ροή. ~ες: οριακό στρώμα. Βλ. -ώδης. [< αγγλ.-γαλλ. turbulent]
52541τυρέμποροςτυ-ρέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) τυρέμπορας: έμπορος τυριού. Βλ. -έμπορος. ΣΥΝ. τυροπώλης
52542τυρένιος, ια, ιο τυ-ρέ-νιος επίθ.: που περιέχει τυρί: ~ια: γεύση/ζύμη. ~ιο: φύλλο. ~ια: κριτσίνια. Βλ. -ένιος.
52543τυρίτυ-ρί ουσ. (ουδ.) {τυρ-ιού | -ιών}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλακτοκομικό προϊόν το οποίο προέρχεται από την πήξη του γάλακτος με προσθήκη πυτιάς, διαχωρίζεται από το τυρόγαλα και υφίσταται ζυμώσεις στα διάφορα στάδια παρασκευής του: αγελαδινό/κατσικίσιο/πρόβειο ~. Αλμυρό/ /ημίσκληρο (: γκούντα, ένταμ, κασέρι)/κίτρινο (: ρεγκάτο)/κοκκώδες (: τουλουμοτύρι)/κρεμώδες (: κατίκι, μπρι)/παραδοσιακό/χλωρό (: πρόσφατα πηγμένο) ~. Λευκά τυριά (: μαλακά, όπως: γαλοτύρι, καλαθάκι, κατίκι, κοπανιστή, μανούρι, πηχτόγαλο, τελεμές,τυροβολιά). ~ άλμης. Φρέσκο ~-κρέμα (βλ. μασκαρπόνε). Κατανάλωση/κεφάλι/τρίφτης (= τυροτρίφτης) ~ιού. ~ με έντονη/ήπια γεύση. Κόβω το ~. Τριμμένο ~. || Νηστίσιμα ~ιά (: φυτικά υποκατάστατα ~ιού). ~ σόγιας (= τόφου). || (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ σαγανάκι. Μελιτζάνες/μακαρόνια με ~ στον φούρνο. Ντιπ/σάλτσα/φοντί ~ιού. Πένες/σάλτσα με τέσσερα ~ιά. Σουφλέ ~ιών. Ψήνουμε την πίτσα, μέχρι να λιώσει το ~. Έφαγα ψωμί και ~ (= ψωμοτύρι). Βλ. κεφαλογραβιέρα, λαδο-, ξινο-τύρι, μυζήθρα, τυρόπηγμα, φέτα, χαλούμι. ΣΥΝ. τυρός ● Υποκ.: τυράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαλακό τυρί: που υπόκειται σε σύντομη επεξεργασία, ωριμάζει γρήγορα, περιέχει πολύ νερό και διατηρείται μία με τρεις εβδομάδες, αφού ανοιχθεί. Βλ. ανθότυρο, κότατζ, μοτσαρέλα., μπλε τυρί: ημίσκληρο, από αγελαδινό γάλα που έχει μπλε-πρασινωπή μούχλα στο εσωτερικό του και έντονη γεύση. Πβ. ροκφόρ. [< αγγλ. blue cheese] , σκληρό τυρί: που υπόκειται σε παρατεταμένη επεξεργασία, ωριμάζει αργά, δεν περιέχει πολύ νερό και διατηρείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Βλ. γραβιέρα, έμενταλ, κεφαλοτύρι, παρμεζάνα, πεκορίνο, τσένταρ, τσέστερ. ● ΦΡ.: το τυρί το είδες, τη φάκα δεν την είδες; για αφελείς ή επιπόλαιους που εξαπατούνται παρασυρόμενοι από το δόλωμα. [< μεσν. τυρί(ν) < μτγν. τυρίον < αρχ. τυρὸς, γαλλ. fromage, αγγλ. cheese]
52544τυριέρατυ-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): σκεύος για τη φύλαξη ή/και το σερβίρισμα τυριού: ανοξείδωτη/γυάλινη/ξύλινη/πλαστική ~. ~ με καπάκι. Βλ. -ιέρα, τάπερ.
52545τυρίνητυ-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. καζεΐνη. Βλ. -ίνη.
52546ΤυρινήΤυ-ρι-νή ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η τρίτη και τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς, πριν από την Καθαρά Δευτέρα, κατά την οποία καταναλώνονται τυροκομικά προϊόντα όλες τις ημέρες· συνεκδ. η Κυριακή της αντίστοιχης εβδομάδας. Βλ. Κρεατινή. ΣΥΝ. η εβδομάδα/Κυριακή της Τυροφάγου [< μεσν. Τυρινή]
52547τυροβόλιτυ-ρο-βό-λι ουσ. (ουδ.): πλεκτό συνήθ. καλαθάκι με μικρές τρύπες για το στράγγισμα του τυροπήγματος: ανοξείδωτο ~. [< μτγν. τυροβόλιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.