| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 52515 | τυποτεχνικός | , ή, ό τυ-πο-τε-χνι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που αναφέρεται στην τεχνική εκτύπωσης εντύπου: ~ή: εμφάνιση (βιβλίου). ● επίρρ.: τυποτεχνικά | |
| 52516 | τύπτω | τύ-πτω ρ. (μτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: με τύπτει η συνείδηση: έχω τύψεις, μετανιώνω για κάτι αξιόμεμπτο: Τον ~ ~ή του, επειδή υπέκυψε στις πιέσεις τους. [< αρχ. τύπτω ‘χτυπώ’] | |
| 52517 | τυπωθήτω | τυ-πω-θή-τω ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΥΠΟΓΡ. οριστική έγκριση για την εκτύπωση εντύπου (γράφεται συνήθ. στο τελικό διορθωμένο δοκίμιο): Έδωσε το ~. [< νεολατ. imprimatur] | |
| 52518 | τύπωμα | τύ-πω-μα ουσ. (ουδ.) & τύπωση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τυπώνω: ~ κειμένων (= εκτύπωση).|| ~ βιβλίου (= έκδοση).|| ~ υφασμάτων. Γυαλιστερό/χρυσό ~ (= στάμπα). [< αρχ. τύπωμα 'αποτύπωμα, σχέδιο', μτγν. τύπωσις 'σχεδιάγραμμα'] | |
| 52519 | τυπώνω | τυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {τύπω-σα, τυπώ-θηκε, -μένος, τυπών-οντας} 1. εκτυπώνω: ~ εικόνες. Η αφίσα/εφημερίδα ~θηκε σε ... αντίτυπα. ~ σε δύο όψεις. Τράπεζα/χώρα που έχει τη δυνατότητα να ~ει νόμισμα. Βλ. δια~. 2. (κατ' επέκτ.) εκδίδω: ~θηκε το λεύκωμα. 3. αποτυπώνω σχέδια πάνω σε υλικό ή αντικείμενο: ~σε ένα λουλούδι στην μπλούζα της. ● Μτχ.: τυπωμένος , η, ο ΑΝΤ. ατύπωτος 1. που εκτυπώθηκε: ~η: σελίδα/φωτογραφία. ~ σε άριστης ποιότητας χαρτί. Βλ. πυκνο~. ΣΥΝ. έντυπος ΑΝΤ. χειρόγραφος 2. που εκδόθηκε: ~ος: κατάλογος. ΑΝΤ. αδημοσίευτος ● ΣΥΜΠΛ.: τυπωμένο κύκλωμα βλ. κύκλωμα ● ΦΡ.: τυπώνω (καλά μέσα) στο μυαλό/στο(ν) νου μου (μτφ.): αποτυπώνω: Τα λόγια του ~θηκαν στο μυαλό της. [< αρχ. τυπῶ ‘αποτυπώνω, διαπλάθω, διαμορφώνω’] | |
| 52520 | τύπωση | βλ. τύπωμα | |
| 52521 | τυπωτήριο | τυ-πω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή τμήμα εργοστασίου υφαντουργίας για τύπωμα υφασμάτων: ~ ενδυμάτων. Βλ. εκ~, -τήριο, τυποβαφείο, φινιριστήριο. | |
| 52522 | τυπωτής | τυ-πω-τής ουσ. (αρσ.): εκτυπωτής (τεχνίτης): ~ές υφασμάτων. [< πβ. μτγν. τυπωτής ‘διαμορφωτής (του κόσμου)’] | |
| 52523 | τυπωτικός | , ή, ό τυ-πω-τι-κός επίθ.: εκτυπωτικός. [< μτγν. τυπωτικός ‘αυτός που διαπλάθει’] | |
| 52524 | τυπωτός | , ή, ό τυ-πω-τός επίθ.: που γίνεται με τύπωμα: ~ές: ετικέτες. Πβ. σταμπωτός. [< μτγν. τυπωτός 'διαμορφωμένος'] | |
| 52525 | τυράδικο | τυ-ρά-δι-κο (προφ.): τυροπωλείο. Βλ. -άδικο. | |
| 52526 | τυραννάω | βλ. τυραννώ | |
| 52527 | τυραννία | τυ-ραν-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε καταπιεστική μορφή καθεστώτος· (στην αρχαιότητα) τυραννίδα: ανατροπή/κατάλυση της ~ας. Αγωνίζεται εναντίον της ~ας. Πβ. απολυταρχία, δεσποτ-, συγκεντρωτ-ισμός.|| Επί ~ας του ... 2. (μτφ.) αυθαίρετη άσκηση εξουσίας, καταπίεση: ~ της γραφειοκρατίας/κοινής γνώμης. ΣΥΝ. δεσποτεία (2), καταναγκασμός (1) 3. μεγάλη ταλαιπωρία, βάσανο: Η ζωή της είναι σκέτη ~! ΣΥΝ. μαρτύριο (1) [< αρχ. τυραννία, γαλλ. tyrannie, αγγλ. tyranny] | |
| 52528 | τυράννια | τυ-ράν-νια ουσ. (θηλ.) & τυράγνια (λαϊκό): τυραννία, μαρτύριο. | |
| 52529 | τυραννίδα | τυ-ραν-νί-δα ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. δημοκρατία 1. ΠΟΛΙΤ. (στην αρχαιότητα) πολίτευμα στο οποίο ο τύραννος ασκούσε την εξουσία αυθαίρετα και απολυταρχικά: κατάλυση/πτώση της ~ας. Πβ. τυραννία. 2. δικτατορικό πολίτευμα, δικτατορία: σύγχρονη ~. [< αρχ. τυραννίς] | |
| 52531 | τυραννίσκος | τυ-ραν-νί-σκος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που συμπεριφέρεται τυραννικά από θέση ισχύος. Πβ. δικτατορ-, ηγεμον-ίσκος. [< γαλλ. tyranneau] | |
| 52532 | τυράννισμα | τυ-ράν-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τυραννώ: το ~ του λαού. Πόνεσε από κάθε λογής ~ (= καταπίεση, τυραννία). Βλ. -ισμα. | |
| 52533 | τυραννισμένος | , η, ο τυ-ραν-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει βασανιστεί και ταλαιπωρηθεί πολύ: ~ος: τόπος. ~η: συνείδηση/ψυχή. Πβ. βασανισμένος, πολύπαθος, ταλαιπωρημένος. ● επίρρ.: τυραννισμένα | |
| 52534 | τύραννος | τύ-ραν-νος ουσ. (αρσ.) {τυράνν-ου | -ων, -ους} 1. ηγέτης αυταρχικού καθεστώτος που καταλαμβάνει την εξουσία κυρ. μέσω κατάλυσης της δημοκρατίας· δικτάτορας: Ο ~ ανατράπηκε/εκδιώχθηκε. Οι σύγχρονοι ~οι. Πβ. δυνάστης, σατράπης. Βλ. τυραννίσκος. 2. (μτφ.) καταπιεστής: Αν δεν του κάνεις το χατίρι, γίνεται σωστός ~. Πβ. βασανιστής, δυνάστης, κέρβερος. 3. ΙΣΤ. (στην αρχαιότητα) απόλυτος άρχοντας που ανερχόταν με παράνομα μέσα και κυβερνούσε αυθαίρετα και βίαια. ● ΣΥΜΠΛ.: Τριάκοντα Τύραννοι βλ. τριάκοντα [< 1: αρχ. τύραννος] | |
| 52535 | τυραννόσαυρος | τυ-ραν-νό-σαυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (σπάν.-λόγ.) -αύρου}: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. γιγαντόσωμος σαρκοφάγος δεινόσαυρος, που έζησε κατά την ύστερη κρητιδική περίοδο: βασιλικός ~. [< γαλλ. tyrannosaure, αγγλ. tyrannosaurus, 1905] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ